- Η δικαστική υπόθεση που αφορά φερόμενη πλαστογραφία και απάτη σε βάρος ακτοπλοϊκής εταιρείας επανέρχεται στο προσκήνιο με την εμφάνιση τεσσάρων Τούρκων κατηγορουμένων για συμπληρωματική απολογία.
- Οι κατηγορίες περιλαμβάνουν τη χρήση πλαστού εγγράφου και απάτη, με συνολική ζημία που ξεπερνά τα 120.000 ευρώ, και έχουν κακουργηματικό χαρακτήρα.
- Η υπόθεση ξεκίνησε το 2018, όταν ημεδαπός επιχειρηματίας κατήγγειλε τους Τούρκους επενδυτές για κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη εις βάρος του και της εταιρείας.
- Ο μηνυτής υποστηρίζει ότι οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν λευκές επιταγές της εταιρείας, τις οποίες είχαν τοποθετήσει προς φύλαξη και αρνήθηκαν να επιστρέψουν.
• Η δικαστική διένεξη που ξεκίνησε το 2018 για φερόμενη πλαστογραφία και απάτη σε βάρος ακτοπλοϊκής εταιρείας επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς οι τέσσερις Τούρκοι κατηγορούμενοι προσήλθαν εκ νέου για συμπληρωματική απολογία ενώπιον του Ανακριτή
Μια υπόθεση που παρέμενε σε εκκρεμότητα από το 2018 και αφορά στην οξεία αντιπαράθεση των μετόχων ακτοπλοϊκής ναυτικής εταιρείας επανήλθε στο επίκεντρο της δικαστικής επικαιρότητας. Στο πλαίσιο της συμπληρωματικής ανάκρισης που έχει διαταχθεί, οι τέσσερις Τούρκοι υπήκοοι που κατηγορούνται προσήλθαν και πάλι στο ανακριτικό γραφείο, καταθέτοντας συμπληρωματικά απολογητικά υπομνήματα με τα οποία αρνούνται κατηγορηματικά κάθε ευθύνη. Η υπόθεση, που αφορά οκτώ λευκές τραπεζικές επιταγές και ποσά εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, αναζωπυρώνεται έπειτα από χρόνια δικαστικών διελκυστίνδων που έφτασαν σε πολλαπλά δικαστήρια.
Οι κατηγορίες και το βάρος της φερόμενης ζημίας
Οι κατηγορίες που βαρύνουν τους τέσσερις αλλοδαπούς αφορούν στη χρήση πλαστού εγγράφου από κοινού, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ, καθώς και την απάτη στο δικαστήριο, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία επίσης άνω των 120.000 ευρώ. Πρόκειται για αδικήματα κακουργηματικού χαρακτήρα, τα οποία τοποθετούνται στον πυρήνα μιας εμπορικής σύγκρουσης που εξελίχθηκε σε πολυμέτωπη δικαστική διαμάχη.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», η αφετηρία της υπόθεσης εντοπίζεται στην έγκληση που υπέβαλε την 30ή Μαρτίου 2018 ημεδαπός επιχειρηματίας, ο οποίος μετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο της ναυτικής εταιρείας με ποσοστό 51%, ενώ το υπόλοιπο 49% κατέχουν Τούρκοι επενδυτές με επιχειρηματική παρουσία και στον ξενοδοχειακό τομέα του νησιού. Ο μηνυτής στράφηκε κατά τεσσάρων Τούρκων υπηκόων και μιας εταιρείας με έδρα την Τουρκία, διατεινόμενος ότι τελέστηκαν εις βάρος του και εις βάρος της εταιρείας οι πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της κακουργηματικής απάτης.
Η εκδοχή του μηνυτή για τις λευκές επιταγές
Όπως υποστηρίζει ο ημεδαπός επιχειρηματίας, την 1η Ιουνίου 2017 ο πρώτος των μηνυομένων ιδιοποιήθηκε οκτώ σώματα λευκών επιταγών της ναυτικής εταιρείας, τα οποία έφεραν τη σφραγίδα της και την υπογραφή του υπό την ιδιότητα του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου. Κατά τους ισχυρισμούς του, τα σώματα των επιταγών είχαν τοποθετηθεί προς φύλαξη, περί τα τέλη Μαΐου του 2017, σε ερμάριο εντός των γραφείων του πρώτου μηνυομένου, ύστερα από δική του παρότρυνση. Όπως φέρεται να τον είχε διαβεβαιώσει για την ασφαλή φύλαξή τους, ωστόσο, όταν αργότερα ζήτησε να του επιστραφούν, εκείνος αρνήθηκε.
Στη συνέχεια, πάντα κατά την εκδοχή του μηνυτή, την 2α Ιουνίου 2017 μετέβη στο τραπεζικό κατάστημα και ενημέρωσε την τότε διευθύντρια για τη φερόμενη υπεξαίρεση των επιταγών, υποβάλλοντας αίτημα ακύρωσής τους. Το ίδιο αίτημα διατείνεται ότι υπέβαλε και στο κεντρικό κατάστημα της τράπεζας. Ισχυρίζεται ότι οι μηνυόμενοι συμπλήρωσαν εν συνεχεία τις επιταγές και, αφού φέρεται να παραπλάνησαν τον δικαστή, εξέδωσαν εις βάρος της εταιρείας τέσσερις διαταγές πληρωμής, με τις οποίες αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 835.793,94 ευρώ. Οι διαταγές πληρωμής, όπως προκύπτει, είχαν κοινοποιηθεί στον μηνυτή μία μόλις ημέρα πριν από την υποβολή της έγκλησης.
Η αντίθετη θέση των κατηγορουμένων
Από την πλευρά τους, οι Τούρκοι υπήκοοι απορρίπτουν εξ ολοκλήρου τη μηνυτήρια αφήγηση. Υποστηρίζουν ότι οι επιταγές ουδέποτε πλαστογραφήθηκαν και ότι τους είχαν παραδοθεί από τον ίδιο τον ημεδαπό μέτοχο ως εγγύηση. Στα συμπληρωματικά απολογητικά τους υπομνήματα χαρακτηρίζουν το περιεχόμενο της εις βάρος τους έγκλησης ψευδές, κακόβουλο και συκοφαντικό, ενώ επικαλούνται σειρά δικαστικών αποφάσεων που, όπως διατείνονται, έχουν κρίνει αμετάκλητα υπέρ τους τα επίμαχα ζητήματα.
Κατά τους ισχυρισμούς τους, η επιλογή του χρόνου συμπλήρωσης των επιταγών, περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2018, αποφασίστηκε κατόπιν αξιολόγησης της κατάστασης από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους. Διατείνονται ότι, καθώς η αγοραπωλησία του πλοίου δεν προχωρούσε, ενώ είχαν ήδη καταβάλει σημαντικά ποσά, υφίστατο άμεσος κίνδυνος απώλειας τόσο των χρημάτων όσο και του ίδιου του πλοίου. Υποστηρίζουν, παράλληλα, ότι ουδέποτε υποβλήθηκε προς το τραπεζικό ίδρυμα δήλωση κλοπής ή απώλειας των επιταγών, ούτε πριν αλλά ούτε και κατά τον χρόνο εμφάνισής τους προς πληρωμή.
Η αγορά του πλοίου και τα εμβάσματα
Το υπόβαθρο της διένεξης συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια απόκτησης ενός πλοίου, που είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της εταιρείας από υπό εκκαθάριση ναυτιλιακή εταιρεία. Όπως προέκυψε από την έρευνα, λόγω της νομοθεσίας περί ναυτικών εταιρειών, που απαγορεύει σε υπηκόους ή νομικά πρόσωπα κρατών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης να κατέχουν ποσοστό μετοχών άνω του 49%, επελέγη ως λύση η ίδρυση ναυτικής εταιρείας με μετόχους έναν εκ των αλλοδαπών και τον ημεδαπό, ο οποίος τυπικά θα κατείχε την πλειοψηφία του κεφαλαίου και θα εκπροσωπούσε το σχήμα.
Σύμφωνα με στοιχεία της υπόθεσης, οι ταμειακές ανάγκες της νεοσύστατης εταιρείας καλύπτονταν στην πραγματικότητα από τους Τούρκους επενδυτές μέσω εμβασμάτων, τα οποία προορίζονταν για την εξόφληση των υποχρεώσεων προς την πωλήτρια εταιρεία, για τα χρέη προς το Δημόσιο και για το κόστος επισκευών και ελλιμενισμού. Για τις ανάγκες της αγοράς φέρεται να καταβλήθηκε μέσω εμβασμάτων ποσό 755.000 ευρώ, ενώ μέχρι τον Μάιο του 2017 είχε ήδη διατεθεί ποσό 595.000 ευρώ. Στα δικά τους υπομνήματα οι κατηγορούμενοι ανεβάζουν το ποσό που είχαν καταβάλει έως τη συμπλήρωση των επιταγών στις 889.600 ευρώ.
Η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της μεταβίβασης, παρά τις διαδοχικές καταβολές, φέρεται να προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στους αλλοδαπούς επενδυτές, οι οποίοι άρχισαν να αμφισβητούν τις ικανότητες του ημεδαπού μετόχου και να επιδιώκουν αλλαγή στη διοίκηση, ώστε αυτή να αντανακλά τη βούληση εκείνων που είχαν διαθέσει τα μεγαλύτερα κεφάλαια. Το γεγονός αυτό, όπως προκύπτει, κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των μετόχων. Η αγορά του πλοίου, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Τούρκων μπορούσε να έχει ολοκληρωθεί ήδη από το 2017, ολοκληρώθηκε τελικά το 2022, με αποτέλεσμα, όπως διατείνονται, να υποστούν σημαντική οικονομική ζημία από τη μη εκμετάλλευση του σκάφους, την περαιτέρω απαξίωσή του και τη συσσώρευση οφειλών προς τρίτους.
Οι αλληλοκατηγορίες και η δικαστική «μάχη» των αποφάσεων
Η αντιπαράθεση δεν περιορίστηκε στο ζήτημα των επιταγών. Οι Τούρκοι μέτοχοι ισχυρίζονται ότι ο ημεδαπός επιχειρηματίας είχε παύσει να αποτελεί νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας ήδη από την 1η Σεπτεμβρίου 2017, έπειτα από δήλωση παραίτησής του, με συνέπεια κάθε μεταγενέστερη ενέργειά του για λογαριασμό της να είναι, κατά την άποψή τους, άκυρη. Προς τούτο επικαλούνται πλήθος αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων, μεταξύ των οποίων απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αμετάκλητα η ανακοπή της εταιρείας κατά των διαταγών πληρωμής, καθώς και αποφάσεις που, όπως υποστηρίζουν, αναγνώρισαν τη νομιμότητα του νέου διοικητικού συμβουλίου.
Στα υπομνήματά τους οι κατηγορούμενοι αναφέρονται και σε όσα φέρονται να συνέβησαν κατά τη διάρκεια της αντιδικίας, κάνοντας λόγο για διασυρμό. Υποστηρίζουν ότι ο ημεδαπός μέτοχος προέβη σε καταγγελίες σε υπηρεσίες και σε αποστολή σε εφημερίδες πληροφοριών που χαρακτηρίζουν συκοφαντικές, ενώ διατείνονται ότι τρίτο πρόσωπο ανάρτησε σε ιστότοπο του διαδικτύου παραποιημένο υλικό, με το οποίο εμφανίζονταν ως πράκτορες ξένων μυστικών υπηρεσιών. Το υλικό αυτό, όπως ισχυρίζονται, αποσύρθηκε ύστερα από δικές τους ενέργειες. Από την πλευρά του, ο ημεδαπός είχε υποβάλει εις βάρος τους μηνύσεις για υπεξαίρεση, πλαστογραφία και απάτη, ενώ εκείνοι αντέδρασαν με μηνύσεις για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και απάτη.
Η εντολή για περαιτέρω ανάκριση
Καθοριστικής σημασίας υπήρξε η απόφαση του αρμόδιου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο, με βούλευμα που είχε εκδώσει, δεν έκανε δεκτή την πρόταση της Αντεισαγγελέως να μην ασκηθεί κατηγορία και διέταξε τη διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανάκρισης για την πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης. Με το βούλευμα αυτό κρίθηκε αναγκαίο να κληθούν όλοι οι εμπλεκόμενοι και να απολογηθούν αναφορικά με το ακριβές περιεχόμενο της φερόμενης συμφωνίας συμπλήρωσης των λευκών επιταγών, αλλά και για τον λόγο που επελέγη συγκεκριμένα ο χρόνος περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2018 για τη συμπλήρωσή τους.
Παράλληλα, ζητήθηκε να εξεταστούν ενόρκως ως μάρτυρες δύο εκκαθαριστές της πωλήτριας ναυτικής εταιρείας, ώστε να καταθέσουν για όλη τη διαδικασία της αγοραπωλησίας του πλοίου, για το ποιοι συμμετείχαν σε αυτή και ποια ήταν η εξέλιξή της, καθώς και για το αν τελικά το σκάφος αγοράστηκε από τη συσταθείσα εταιρεία, έναντι ποίου τιμήματος και με ποιον τρόπο εξοφλήθηκε. Αντίστοιχη μαρτυρική εξέταση παραγγέλθηκε και για δύο ακόμη πρόσωπα σχετικά με την ίδια διαδικασία. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτής της συμπληρωματικής ανάκρισης οι Τούρκοι κατηγορούμενοι κλήθηκαν και προσήλθαν εκ νέου για συμπληρωματική απολογία.
Την υπόθεση, από την πλευρά των Τούρκων μετόχων, χειρίζεται ο δικηγόρος κ. Γεώργιος Μαυρομμάτης.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














