- Ο 56χρονος Έλληνας πολίτης, ύποπτος για ανθρωποκτονία στην Αυστραλία το 1999, συνελήφθη στην Αχαΐα μετά από 27 χρόνια απομόνωσης.
- Η Ελληνική Αστυνομία, σε συνεργασία με τις αυστραλιανές αρχές, τον αναζητούσε σε διάφορες περιοχές της χώρας πριν τον εντοπίσει στο Αίγιο.
- Η διαδικασία έκδοσής του είναι περίπλοκη, καθώς αν εκδοθεί στην Αυστραλία θα δικαστεί κανονικά, ενώ αν δικαστεί στην Ελλάδα το έγκλημα θεωρείται παραγεγραμμένο.
- Η απόφαση για το πού θα δικαστεί αναμένεται να ληφθεί μέσα στις επόμενες 40 με 50 ημέρες, προκαλώντας έντονο ενδιαφέρον.
• Ο 56χρονος φέρεται να εγκατέλειψε την Αυστραλία λίγες εβδομάδες μετά τη δολοφονία του 1999 και πλέον θεωρείται ύποπτος και για δεύτερο φόνο, ενώ η διαδικασία της έκδοσής του εξελίσσεται σε πραγματικό δικαστικό θρίλερ
Μια υπόθεση που έμεινε ανοιχτή για περίπου τρεις δεκαετίες και ταξίδεψε από την Αυστραλία ως την ελληνική επαρχία βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο, καθώς ο 56χρονος ομογενής που κατάφερε να ζει κρυμμένος στη χώρα για περίπου 27 χρόνια αντιμετωπίζει πλέον το ενδεχόμενο της έκδοσης. Ο άνδρας, Έλληνας πολίτης, κατηγορείται ότι διέπραξε ανθρωποκτονία στην Αυστραλία το 1999 και έκτοτε φέρεται να οργάνωσε μια ζωή πλήρους απομόνωσης, μακριά από τα φώτα και τα βλέμματα. Η σύλληψή του στο Αίγιο έβαλε τέλος σε μια μακρά περίοδο εξαφάνισης, άνοιξε όμως ταυτόχρονα έναν κύκλο νομικών εξελίξεων που παραμένει ανοιχτός.
Στα Δωδεκάνησα και την Πρέβεζα τα ίχνη του φυγά
Πριν εντοπιστεί τελικά στην Αχαΐα, ο 56χρονος αναζητούνταν επί μήνες σε εντελώς διαφορετικά σημεία της χώρας. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Δημοκρατικής», η Ελληνική Αστυνομία, σε συνεργασία με τις αυστραλιανές αρχές, είχε στρέψει την έρευνά της το 2024 στα Δωδεκάνησα και στην Πρέβεζα, καθώς εκεί υπήρχαν ενδείξεις ότι ενδεχομένως κινούνταν ή είχε καταφύγει ο καταζητούμενος. Οι αξιωματικοί που χειρίστηκαν την υπόθεση φέρεται να επικεντρώθηκαν στον νησιωτικό χώρο, στο πλαίσιο και του χρονικού ανταγωνισμού με την παραγραφή του φονικού, προτού η έρευνα τους οδηγήσει αλλού.
Τελικά τα ίχνη του δεν βρίσκονταν στο Αιγαίο, αλλά σε ένα διαμέρισμα στο Αίγιο, όπου ο άνδρας ζούσε αποφεύγοντας κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Όπως προκύπτει, βασικός του δεσμός με την καθημερινότητα ήταν σχεδόν αποκλειστικά οι γονείς του, ενώ απέφευγε συστηματικά κάθε έξοδο από το σπίτι. Η σύλληψή του ήρθε ύστερα από μια διαδρομή ερευνών που πέρασε πρώτα από τα Δωδεκάνησα και την ηπειρωτική δυτική Ελλάδα, κάτι που δείχνει πόσο δύσκολος υπήρξε ο εντοπισμός ενός ανθρώπου ο οποίος είχε επιλέξει να ζει ουσιαστικά αόρατος.
Ένα θρίλερ έκδοσης με φόντο την παραγραφή
Το πιο κρίσιμο σκέλος της υπόθεσης αφορά πλέον το τι θα συμβεί με τη μεταχείρισή του από τη δικαιοσύνη. Εάν εκδοθεί στην Αυστραλία, ο 56χρονος θα δικαστεί κανονικά για ανθρωποκτονία, καθώς εκεί, σε αντίθεση με την Ελλάδα, δεν προβλέπεται παραγραφή για εγκλήματα αυτής της βαρύτητας. Η αυστραλιανή νομοθεσία επιτρέπει δηλαδή την εκδίκαση της υπόθεσης ανεξάρτητα από τον χρόνο που έχει μεσολαβήσει από την τέλεση της πράξης.
Επειδή όμως πρόκειται για Έλληνα πολίτη, υπάρχει και η δυνατότητα να δικαστεί στην Ελλάδα. Σε αυτή την περίπτωση το αποτέλεσμα θα ήταν εντελώς διαφορετικό, καθώς το έγκλημα φέρεται να τελέστηκε πριν από περισσότερα από 25 χρόνια και, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, θεωρείται πλέον παραγεγραμμένο. Πρακτικά, αν γίνει δεκτό το αίτημα να δικαστεί στη χώρα του, ο 56χρονος θα αφεθεί ελεύθερος. Η απόφαση που θα κρίνει ποιο από τα δύο σενάρια θα επικρατήσει αναμένεται να ληφθεί μέσα στις επόμενες 40 με 50 ημέρες, διάστημα στο οποίο εστιάζεται πλέον όλο το ενδιαφέρον.
Ύποπτος και για δεύτερο φόνο
Η υπόθεση δεν περιορίζεται σε ένα μόνο περιστατικό. Ο 56χρονος φέρεται να θεωρείται ύποπτος και για μια δεύτερη δολοφονία στην Αυστραλία, που σημειώθηκε το 1997. Τότε, ένας 30χρονος ομογενής βρέθηκε νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του, χτυπημένος από 5 σφαίρες. Για τον θάνατό του οι αυστραλιανές αρχές είχαν θέσει, μεταξύ άλλων, στο στόχαστρο και τον σημερινό 56χρονο, ελέγχοντας ουσιαστικά αν και με ποιον τρόπο εμπλεκόταν στο συγκεκριμένο έγκλημα.
Το θύμα εκείνης της υπόθεσης, ο 30χρονος, εργαζόταν ως security και ως οικοδόμος και ζούσε στην Αυστραλία επί σειρά ετών. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, κατοικούσε σε περιοχή γειτονική με εκείνη όπου αργότερα δολοφονήθηκε ο κ. Γιώργος Γιαννόπουλος, ο άνδρας για τον θάνατο του οποίου κατηγορείται ο τότε 29χρονος Τζέιμς Δαλαμάγκας. Η γεωγραφική αυτή εγγύτητα και η χρονική αλληλουχία των δύο εγκλημάτων αποτελούν στοιχεία που, όπως αναφέρεται, παραμένουν υπό διερεύνηση.
Η σύντροφος που τον στήριζε επί 20 χρόνια
Καθοριστικό ρόλο στην υπόθεση φέρεται να είχε η 46χρονη σύντροφός του, η οποία εργάζεται ως φιλόλογος. Το ζευγάρι, σύμφωνα με πληροφορίες, γνωρίστηκε την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, εκεί όπου εκείνη εργαζόταν, και συμβιούσε χωρίς επίσημα χαρτιά για περισσότερα από 20 χρόνια. Προκειμένου να δικαιολογήσει τον διαρκή εγκλεισμό του και να πείσει τη γυναίκα, ο 56χρονος φέρεται να είχε ισχυριστεί ότι ο αδελφός του είχε δολοφονηθεί και πως ο ίδιος κρυβόταν επειδή φοβόταν για τη ζωή του.
Από μαρτυρία συγγενικού προσώπου της γυναίκας αναδεικνύεται η πλήρης άγνοια του περιβάλλοντός της για την πραγματική φύση της υπόθεσης. Οι συγγενείς περιγράφονται σε κατάσταση σοκ, καθώς πίστευαν ότι ο άνδρας είχε απουσιάσει προσωρινά για να δει τον άρρωστο πατέρα του και ξαφνικά πληροφορήθηκαν ότι βρισκόταν στα δικαστήρια. «Εμείς το μόνο που ξέραμε είναι ότι έχουν βλάψει τον αδερφό του και φοβόταν και ο ίδιος. Υπήρχε μια μυστικοπάθεια. Τον έχουμε δει τον άνθρωπο δύο, τρεις φορές στο σύνολο», ανέφερε το συγγενικό πρόσωπο, σημειώνοντας ότι ο άνδρας αντιμετώπιζε και προβλήματα υγείας και ότι γνωρίζονταν περίπου είκοσι χρόνια.
Η ίδια πηγή περιέγραψε και την καθημερινότητα της 46χρονης, η οποία τα τελευταία χρόνια δεν διέμενε σταθερά μαζί του λόγω της εργασίας της. Είχε υπηρετήσει για δύο χρόνια ως αναπληρώτρια εκπαιδευτικός στη Σαντορίνη και την τρέχουσα σχολική χρονιά βρισκόταν στην Αθήνα, επισκεπτόμενη τον σύντροφό της περίπου μία φορά τον μήνα. Σε δεύτερη μαρτυρία, η αδελφή της συντρόφου εξέφρασε την αγωνία της για την κατάσταση και επιβεβαίωσε ότι το αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε ο 56χρονος ήταν στο όνομα της γυναίκας. Όπως ανέφερε, εκείνος της είχε πει ότι θα μεταβίβαζε περιουσιακά στοιχεία στο όνομά της επειδή τον είχε στηρίξει σε δύσκολες στιγμές, αν και ορισμένες λεπτομέρειες της αφήγησης, μεταξύ των οποίων αναφορά σε πρόσωπο που φέρεται να είχε νοσήσει από καρκίνο, δεν διευκρινίζονται πλήρως από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Η μαρτυρία της μητέρας
Λίγες ώρες μετά τη σύλληψη του γιου της, η μητέρα του 56χρονου μίλησε δημόσια, υποστηρίζοντας ότι το παιδί της έχει κατηγορηθεί άδικα. Διατείνεται ότι ο γιος της βρέθηκε σε θέση άμυνας και πως, κατά τους ισχυρισμούς της, υπήρχε σχεδιασμός για τη δολοφονία του ίδιου. «Αυτός ήτανε σε άμυνα και το παιδί μου γλίτωσε εκείνο το βράδυ. Τον έχουν κατηγορήσει άδικα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στην ίδια μαρτυρία, η μητέρα συνέδεσε τα γεγονότα με τον θάνατο ενός άλλου της παιδιού, του Παναγιώτη, ο οποίος, όπως ισχυρίστηκε, σκοτώθηκε το 1998 σε καζίνο σε ηλικία 23 ετών, ενώ ήταν φοιτητής. Κατά τους ισχυρισμούς της, ο κ. Γιαννόπουλος φέρεται να είχε επιφορτιστεί με συμβόλαιο θανάτου εις βάρος του γιου της προκειμένου να σταματήσει η προσπάθειά της για απόδοση δικαιοσύνης για τον θάνατο του Παναγιώτη. «Έζησα τρεις απόπειρες δολοφονίας του Τζέιμς μετά τον θάνατο του Παναγιώτη μου. Πάλεψα στα δικαστήρια», υποστήριξε.
Πρόκειται, σε κάθε περίπτωση, για ισχυρισμούς της μητέρας, οι οποίοι δεν έχουν επιβεβαιωθεί και αποτελούν τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα. Η αντικειμενική εικόνα της υπόθεσης παραμένει αυτή που διαμορφώνεται από τις κατηγορίες των αυστραλιανών αρχών και την εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας.
Το χρονικό μιας υπόθεσης που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’90
Η αφετηρία της υπόθεσης τοποθετείται στα τέλη της δεκαετίας του 1990, μια περίοδο κατά την οποία καταγράφηκαν στην Αυστραλία τα δύο περιστατικά που σήμερα φέρονται να συνδέονται με το ίδιο πρόσωπο. Η δολοφονία του 30χρονου ομογενούς το 1997 και ο θάνατος του κ. Γιαννόπουλου το 1999 αποτελούν τους δύο πυλώνες γύρω από τους οποίους κινείται η έρευνα, με τον δεύτερο να συνιστά την επίσημη κατηγορία και τον πρώτο να παραμένει στο επίπεδο των υπονοιών.
Λίγες εβδομάδες μετά το φονικό του 1999, ο τότε 29χρονος φέρεται να έφτασε στην Ελλάδα και να ξεκίνησε μια μακρά περίοδο απόκρυψης που κράτησε σχεδόν τρεις δεκαετίες. Η διαδρομή των διωκτικών αρχών, που πέρασε από τα Δωδεκάνησα και την Πρέβεζα προτού καταλήξει στο Αίγιο, αποτυπώνει τη δυσκολία μιας υπόθεσης η οποία συνδυάζει διεθνή δικαστική συνεργασία, το ζήτημα της παραγραφής και την προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου που επέλεξε να ζήσει στο περιθώριο. Η οριστική απάντηση για το αν θα οδηγηθεί τελικά στα αυστραλιανά δικαστήρια ή θα κριθεί στην Ελλάδα αναμένεται μέσα στις επόμενες εβδομάδες.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)















