- Ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος χωρίς περιοριστικούς όρους μετά την απολογία του, στην οποία αρνήθηκε τις κατηγορίες για φοροδιαφυγή.
- Η κατηγορία αφορά ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος με ποσό φόρου που υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ.
- Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι τα ποσά στους λογαριασμούς του προέρχονται από τρίτους και δεν αποτελούν αδήλωτο εισόδημα.
- Η υπόθεση παραμένει υπό διερεύνηση, καθώς οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν έχουν κριθεί επί της ουσίας.
• Ομόφωνη υπήρξε η κρίση του Α’ Τακτικού Ανακριτή και της Εισαγγελέως Υπηρεσίας να αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος αμέσως μετά την απολογία του, στην οποία αρνήθηκε στο σύνολό τους τις πράξεις που του αποδίδονται, υποστηρίζοντας ότι τα ποσά που κινήθηκαν στους λογαριασμούς του δεν ήταν εισόδημα αλλά χρήματα τρίτων υπό διαμεσολάβηση
Ελεύθερος, χωρίς να του επιβληθεί ούτε ένας περιοριστικός όρος, αφέθηκε ημεδαπός ο οποίος βρέθηκε αντιμέτωπος με κατηγορία για φοροδιαφυγή, και μάλιστα για ποσό φόρου που φέρεται να υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ. Η απόφαση ελήφθη ομοφώνως από τον Α’ τακτικό Ανακριτή και την Εισαγγελέα Υπηρεσίας αμέσως μετά την ολοκλήρωση της απολογίας του, κατά την οποία ο κατηγορούμενος ανέπτυξε εκτενώς τη θέση του και αρνήθηκε κάθε εμπλοκή στις αποδιδόμενες πράξεις.
Σύμφωνα με την κατηγορία, ο ημεδαπός φέρεται να υπέβαλε ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, με τον αναλογούντα φόρο να ξεπερνά το όριο των 150.000 ευρώ.
Ο ίδιος, ωστόσο, απέρριψε τους ισχυρισμούς στο σύνολό τους ως αβάσιμους και ζήτησε την πλήρη απαλλαγή του, διατεινόμενος ότι ουδέποτε διέπραξε όσα του προσάπτονται.
Η δικογραφία σχηματίστηκε έπειτα από φορολογικό έλεγχο που αφορούσε στη χρήση πολλαπλών τραπεζικών λογαριασμών και τις κινήσεις που καταγράφηκαν σε αυτούς. Το ερώτημα που τέθηκε ήταν εάν τα ποσά που διακινήθηκαν αποτελούσαν αδήλωτο εισόδημα ή, όπως υποστηρίζει η πλευρά του κατηγορουμένου, χρήματα τρίτων που διοχετεύονταν προς εξόφληση οφειλών.
Πρόκειται για ζήτημα που παραμένει υπό διερεύνηση, καθώς οι ισχυρισμοί που αναπτύχθηκαν στην απολογία δεν έχουν κριθεί επί της ουσίας.
Η γραμμή που ανέπτυξε στράφηκε εξ ολοκλήρου γύρω από τη φύση της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Όπως υποστήριξε, επί περισσότερα από 25 χρόνια ασκούσε εμπορική δραστηριότητα, ξεκινώντας το 1999 με τη λειτουργία μιας καφετέριας και επεκτείνοντας στη συνέχεια τη δράση του σε διάφορους τομείς. Σήμερα, ανέφερε, εργάζεται ως υπάλληλος σε δήμο, ενώ παράλληλα διατηρεί την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία.
Το κρίσιμο σημείο της απολογίας αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο, κατά τα λεγόμενά του, λειτουργούσε η επιχείρησή του στο πεδίο της διεκπεραίωσης χρηματικών συναλλαγών.
Ο κατηγορούμενος εξήγησε ότι, αντιλαμβανόμενος την ανάγκη κυρίως των ηλικιωμένων πελατών του να εξυπηρετούνται για την πληρωμή λογαριασμών και υποχρεώσεων, είχε επεκτείνει τη δραστηριότητά του στις υπηρεσίες χρηματικής διαμεσολάβησης, στις υπηρεσίες ανταλλακτηρίου συναλλάγματος, στην είσπραξη ασφαλίστρων, καθώς και στην είσπραξη λογαριασμών ρεύματος, τηλεφωνίας, διαδικτύου και ύδρευσης. Όπως σημείωσε, η δραστηριότητά του ήταν καταχωρισμένη και στον πίνακα αντιπροσώπων ιδρυμάτων πληρωμών.
Ο τρόπος λειτουργίας, κατά την περιγραφή του, ήταν απλός. Ο πελάτης προσκόμιζε τον λογαριασμό του, το ποσό καταχωριζόταν στο ειδικό πρόγραμμα της επιχείρησης και κατέβαλλε την οφειλή του είτε μετρητοίς είτε με κάρτα, προσθέτοντας ένα ευρώ, εκ των οποίων τα 0,30 αποτελούσαν προμήθεια υπέρ της τράπεζας. Έτσι, υποστήριξε, το δικό του τελικό κέρδος περιοριζόταν σε ένα όλως ευτελές ποσό ανά συναλλαγή.
Για τις πιο σύνθετες και χρονοβόρες πληρωμές, όπως τα στεγαστικά δάνεια, η αμοιβή έφτανε τα 2 ευρώ. Πέραν αυτού, οι πελάτες μπορούσαν να εμβάσουν χρήματα σε λογαριασμό του, να του παραδώσουν οπισθογραφημένη επιταγή ή να χρησιμοποιήσουν το τερματικό μηχάνημα πληρωμών που είχε εγκαταστήσει, με τα ποσά να προορίζονται αποκλειστικά για την εξόφληση των δικών τους υποχρεώσεων.
Τα παραδείγματα που επικαλέστηκε
Προς ενίσχυση της θέσης του, ο ημεδαπός παρέθεσε συγκεκριμένα παραδείγματα αποδείξεων που, όπως ανέφερε, ελάμβαναν οι συναλλασσόμενοι. Σε μία περίπτωση, πελάτης με οφειλή 350 ευρώ προς τραπεζικό ίδρυμα πλήρωσε συνολικά 351 ευρώ, με το ένα ευρώ να αντιστοιχεί στην προμήθεια. Σε δεύτερη, οφειλή 231,66 ευρώ προς δημόσια υπηρεσία αποδόθηκε ως 232,66 ευρώ, ενώ σε τρίτη, λογαριασμός ρεύματος ύψους 1.559 ευρώ εξοφλήθηκε με συνολική καταβολή 1.560 ευρώ. Στόχος της παράθεσης, σύμφωνα με όσα διατείνεται, ήταν να καταδειχθεί ότι τα χρήματα που εισέρρεαν στους λογαριασμούς του δεν αποτελούσαν δικό του έσοδο, αλλά ποσά τρίτων που διοχετεύονταν αμέσως στους πραγματικούς αποδέκτες.
Το επιχείρημα περί απουσίας φορολογητέου εισοδήματος
Κεντρικό βάρος στην επιχειρηματολογία του δόθηκε στο ό,τι τα ποσά που κινήθηκαν δεν συνιστούν φορολογητέα ύλη. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπήρξε ο δικαιούχος των χρημάτων αυτών, ότι αυτά δεν παρέμειναν στην κατοχή του και ότι, μόλις πιστώνονταν στον λογαριασμό του, χρησιμοποιούνταν αμέσως για την εξόφληση των υποχρεώσεων που του υποδείκνυε ο εκάστοτε πελάτης.
Στο πλαίσιο αυτό επικαλέστηκε και τις ετήσιες συγκεντρωτικές κινήσεις των καταστημάτων του για το 2017. Όπως ανέφερε, στο ένα κατάστημα τα έσοδα ανήλθαν σε 3.823.554,08 ευρώ και τα έξοδα σε 3.797.732,08 ευρώ, αφήνοντας ταμειακό υπόλοιπο 25.822 ευρώ.
Σε δεύτερο σημείο, τα έσοδα έφτασαν τα 2.704.737,34 ευρώ έναντι εξόδων 2.684.626,33 ευρώ, με υπόλοιπο 20.111,01 ευρώ, ενώ σε τρίτο, νεότερο υποκατάστημα τα έσοδα ανήλθαν σε 177.003,08 ευρώ με υπόλοιπο 1.839,87 ευρώ. Η διαφορά ανάμεσα στους τεράστιους τζίρους και στα ελάχιστα υπόλοιπα προβλήθηκε ως απόδειξη ότι επρόκειτο για χρήματα υπό διέλευση και όχι για κέρδη.
Ο ημεδαπός ζήτησε, επιπλέον, να εξεταστούν τόσο τα πρόσωπα που κατέθεσαν χρήματα ή επιταγές, ώστε να επιβεβαιώσουν τον λόγο της κατάθεσης, όσο και οι τελικοί αποδέκτες των ποσών, υποστηρίζοντας ότι κανείς από αυτούς δεν είχε συναλλακτική σχέση μαζί του πέραν της απλής διαμεσολάβησης. Επικαλέστηκε ακόμη ότι ο έλεγχος των τραπεζικών του λογαριασμών, μετά την άρση του απορρήτου, ανέδειξε μηδενικές καταθέσεις, καθώς και ότι από το 2017 έως σήμερα η περιουσιακή του κατάσταση δεν μεταβλήθηκε, πέραν της αγοράς μιας παλαιάς οικίας κατασκευής του 1960.
Γιατί κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν λόγοι κράτησης
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, κ. Κώστας Διακονής, εστίασε στο σκέλος των περιοριστικών όρων, υποστηρίζοντας ότι δεν συντρέχει καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την επιβολή τους, πολλώ δε μάλλον για την προσωρινή κράτηση. Όπως ανέπτυξε ο κ. Διακονής, ο εντολέας του είναι μόνιμος κάτοικος, διαμένει στον ίδιο τόπο από τη γέννησή του, διαθέτει σταθερή εργασία και έχει λευκό ποινικό μητρώο, στοιχεία που αποκλείουν τόσο τον χαρακτηρισμό του ως υπόπτου φυγής όσο και την έννοια της ιδιαίτερης επικινδυνότητας. Η υπεράσπιση τόνισε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος προσήλθε αυτοβούλως ενώπιον των Αρχών για να εξεταστεί, γεγονός που, κατά τη νομολογία που παρατέθηκε, λειτουργεί ανασταλτικά ως προς τη βούληση φυγής.
Σημείο που αξιοποιήθηκε ήταν και η αναφορά ότι η επιχείρηση στην οποία αφορούσε ο φορολογικός έλεγχος έχει πλέον παύσει τη λειτουργία της από τις 20 Μαρτίου 2026, με την υπεράσπιση να υποστηρίζει ότι ακόμη και υπό την υπόθεση ενοχής, η συγκεκριμένη δραστηριότητα δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














