ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Νίκος Νικήτας: Ο νεότερος Ελληνας σεφ με αστέρια Michelin

Μαίρη Φώτη 12 λεπτά ανάγνωση
εικόνα_Viber_2026-04-28_12-35-40-826
Ο νεότερος Ελληνας σεφ με αστέρια Michelin

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΗΤΑΣ

✦ Σύνοψη ⌄
  • Ο Νίκος Νικήτας, σεφ από την Όλυμπο της Καρ­πά­θου, έχει ανα­δει­χθεί ως ο νεό­τε­ρος Έλληνας με αστέρια Michelin και έχει τιμηθεί ως Σεφ της Χρονιάς 2026.
  • Η ανα­γνώ­ριση του ως πρε­σβευ­τής της Ελλη­νι­κής Γαστρο­νο­μίας φέρει την ευθύνη να εκπρο­σω­πή­σει την αυθε­ντι­κό­τητα και την ιστορία της ελλη­νι­κής κου­ζί­νας στο εξω­τε­ρικό.
  • Ο σεφ τονίζει τη σημασία της απλό­τη­τας και της επο­χι­κό­τη­τας στη μαγει­ρική, προ­τάσ­σο­ντας τη συναι­σθη­μα­τική σύνδεση με τα πιάτα.
  • Η ελλη­νική γεύση, σύμφωνα με τον Νικήτα, έχει τη δύναμη να εξε­λι­χθεί και να συνο­μι­λή­σει με τη διεθνή γαστρο­νο­μία χωρίς να χάνει την ταυ­τό­τητά της.
  • Ο σεφ επι­ση­μαί­νει ότι η ελλη­νική κουζίνα δεν είναι απλώς συντα­γές, αλλά μια φιλο­σο­φία ζωής που συνδέει ανθρώ­πους και τόπους.
  • Από την Όλυμπο της Καρπάθου στην κορυφή, ως Σεφ της Χρονιάς 2026, πρεσβευτής της Ελληνικής Γαστρονομίας και νεότερος Έλληνας κάτοχος κόκκινου και πράσινου αστεριού Michelin, μιλά στη «δ» για τη διεθνή ανάδειξη της ελληνικής γεύσης

Τρια­ντα­τεσ­σά­ρων χρονών, με δύο αστέρια Michelin στο πέτο και μια φιλο­σο­φία που αρνεί­ται να συμ­βι­βα­στεί με τη λογική της βιτρί­νας. Ο Νίκος Νικήτας είναι ένας νέος άνθρω­πος που ξέρει από πού έρχεται και το κρατάει σαν πυξίδα.

Μεγά­λωσε στην Όλυμπο της Καρ­πά­θου, ένα από τα πιο ιδιαί­τερα χωριά όχι μόνο του Αιγαίου αλλά και της Ελλάδας, εκεί που οι παρα­δό­σεις είναι τρόπος ζωής. Ο οδηγός Michelin επι­βε­βαί­ωσε και τα δύο αστέρια του για το 2026, ένα κόκκινο για την τεχνική αρτιό­τητα και ένα πράσινο για τη δέσμευση στη βιω­σι­μό­τητα. Παράλ­ληλα, ανα­γο­ρεύ­τηκε «Σεφ της Χρονιάς» και τιμή­θηκε ως πρε­σβευ­τής της Ελλη­νι­κής Γαστρο­νο­μίας από τον οργα­νι­σμό Greek Taste Beyond Borders. Λίγοι επαγ­γελ­μα­τίες της ηλικίας του συγκε­ντρώ­νουν τόσες δια­κρί­σεις σε τόσο σύντομο χρονικό διά­στημα.

Στη συνέ­ντευξή του σήμερα στη «δ», ο σεφ Νίκος Νικήτας μιλά για την ελλη­νική κουζίνα, για το τι σημαί­νει να είσαι ο νεό­τε­ρος σεφ με αστέρια Μισελέν στην Ελλάδα και να το αισθά­νε­σαι περισ­σό­τερο ως ευθύνη παρά ως διά­κριση, για την Όλυμπο της Καρ­πά­θου που τον έχει σημα­δέ­ψει βαθύ­τερα από οποια­δή­ποτε κουζίνα, και για τη Ρόδο, το νησί που τον φιλο­ξε­νεί και που επέλεξε να δου­λεύει και να δημιουρ­γεί.

Κύριε Νικήτα, πρό­σφατα ανα­κη­ρυ­χθή­κατε πρε­σβευ­τής της Ελλη­νι­κής Γαστρο­νο­μίας από τον παγκό­σμιο οργα­νι­σμό “Greek Taste Beyond Borders”. Τι σημαί­νει αυτός ο τίτλος για εσάς και ποια είναι η ευθύνη που φέρει η ανά­δειξη της ελλη­νι­κής γεύσης στο εξω­τε­ρικό;

Ο τίτλος του πρε­σβευτή της Ελλη­νι­κής Γαστρο­νο­μίας δεν είναι απλώς μια τιμη­τική διά­κριση, είναι πάνω απ’ όλα μια ευθύνη. Η ελλη­νική κουζίνα δεν είναι μόνο συντα­γές, είναι ιστορία, μνήμη, τόπος και άνθρω­ποι. Για μένα, αυτή η ανα­γνώ­ριση από τον οργα­νι­σμό Greek Taste Beyond Borders σημαί­νει ότι καλού­μαι να εκπρο­σω­πήσω μια ολό­κληρη φιλο­σο­φία ζωής. Τη φιλο­σο­φία της απλό­τη­τας, της αυθε­ντι­κό­τη­τας και του σεβα­σμού στην πρώτη ύλη. Από το ελαιό­λαδο μέχρι τα ταπεινά χόρτα της ελλη­νι­κής γης, κάθε στοι­χείο κου­βα­λάει μια ταυ­τό­τητα που δεν πρέπει να αλλοιω­θεί. Η ευθύνη στο εξω­τε­ρικό είναι διπλή. Από τη μία, να δια­τη­ρή­σουμε την αυθε­ντι­κό­τητα, να μην μετα­φρά­ζουμε την ελλη­νική κουζίνα σε κάτι που δεν είναι. Και από την άλλη, να την εξε­λίσ­σουμε με τρόπο σύγ­χρονο, ώστε να συνο­μι­λεί με τη διεθνή γαστρο­νο­μική σκηνή χωρίς να χάνει την ψυχή της. Η ελλη­νική γεύση έχει δύναμη.

Το ζητού­μενο είναι να την αφη­γη­θούμε σωστά. Ως πρε­σβευ­τής πλέον, ποιο είναι το δικό σας «αφήγημα» για την ελλη­νική κουζίνα; Ποια στοι­χεία της θεω­ρείτε ότι έχουν ακόμη περι­θώ­ριο να προ­βλη­θούν περισ­σό­τερο διεθνώς;

Το δικό μου αφήγημα για την ελλη­νική κουζίνα βασί­ζε­ται σε τρεις λέξεις: αυθε­ντι­κό­τητα, επο­χι­κό­τητα και απλό­τητα. Δεν πιστεύω σε μια κουζίνα που εντυ­πω­σιά­ζει μόνο με τεχνι­κές, πιστεύω σε μια κουζίνα που συγκι­νεί. Η Ελλάδα έχει μια μονα­δική ιδιαι­τε­ρό­τητα, κάθε τόπος, κάθε νησί, κάθε χωριό έχει τη δική του γαστρο­νο­μική φωνή. Αυτό που θέλω να ανα­δείξω είναι ακριβώς αυτή η πολυ­φω­νία. Δεν είναι μόνο τα γνωστά πιάτα, είναι οι μικρές τοπικές ιστο­ρίες που δεν έχουν ακόμα ταξι­δέ­ψει. Υπάρχει τερά­στιο περι­θώ­ριο να προ­βλη­θούν περισ­σό­τερο οι τοπικές πρώτες ύλες, τα ξεχα­σμένα όσπρια, οι παρα­δο­σια­κές τεχνι­κές συντή­ρη­σης, όπως η ζύμωση και το πάστωμα. Επίσης, η ελλη­νική κουζίνα έχει μια φυσική σχέση με τη βιω­σι­μό­τητα, κάτι που σήμερα απο­τε­λεί παγκό­σμια τάση, αλλά για εμάς είναι τρόπος ζωής εδώ και αιώνες. Το ζητού­μενο δεν είναι να επα­νε­φεύ­ρουμε την ελλη­νική κουζίνα, αλλά να την κατα­νο­ή­σουμε σε βάθος και να την εκφρά­σουμε με σύγ­χρονη ματιά. Να δώσουμε χώρο στα προ­ϊ­ό­ντα και να μιλή­σουμε μέσα από αυτά.

Τιμη­θή­κατε επίσης ως «Σεφ της Χρονιάς» για το 2026. Ποια στοι­χεία της μαγει­ρι­κής σας ταυ­τό­τη­τας πιστεύ­ετε ότι σας οδή­γη­σαν σε αυτή την κορυ­φαία διά­κριση;

Κάθε διά­κριση είναι απο­τέ­λε­σμα μιας δια­δρο­μής, όχι μιας στιγμής. Αν προ­σπα­θήσω να το απο­τυ­πώσω, θα έλεγα ότι η μαγει­ρική μου ταυ­τό­τητα βασί­ζε­ται στη συνέ­πεια και στην ειλι­κρί­νεια απέ­να­ντι στο προϊόν. Δεν μαγει­ρεύω για να εντυ­πω­σιάσω, μαγει­ρεύω για να εκφράσω. Και αυτή η έκφραση περνάει μέσα από την πει­θαρ­χία, τη βαθιά γνώση της πρώτης ύλης και τον σεβασμό στις ρίζες μας. Η ελλη­νική κουζίνα είναι η βάση μου, αλλά δεν τη βλέπω ως κάτι στατικό, τη βλέπω ως έναν ζωντανό οργα­νι­σμό που εξε­λίσ­σε­ται. Νομίζω ότι αυτό που έκανε τη διαφορά είναι η ισορ­ρο­πία: ανάμεσα στο παρα­δο­σιακό και το σύγ­χρονο, ανάμεσα στην τεχνική και στο συναί­σθημα. Προ­σπαθώ κάθε πιάτο να έχει λόγο ύπαρξης, να λέει μια ιστορία χωρίς υπερ­βο­λές. Επίσης, δίνω μεγάλη σημασία στην ομάδα. Η κουζίνα δεν είναι ατομικό άθλημα, είναι συλ­λο­γική προ­σπά­θεια. Αν αυτή η δουλειά ανα­γνω­ρί­στηκε, είναι γιατί πίσω της υπάρχει μια ομάδα που μοι­ρά­ζε­ται το ίδιο όραμα. Στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι ο τίτλος, αλλά η ευθύνη να συνε­χί­σεις να δημιουρ­γείς με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια αφο­σί­ωση.

Είστε μόλις 34 ετών και κατέ­χετε ήδη ένα κόκκινο και ένα πράσινο αστέρι Michelin, τα οποία δια­τη­ρή­σατε και για το 2026.

Η ηλικία στη μαγει­ρική είναι σχετική. Η κουζίνα σε ωρι­μά­ζει πιο γρήγορα, μέσα από πίεση, λάθη, επιμονή και καθη­με­ρινή επα­νά­ληψη. Το να δια­τη­ρείς ένα αστέρι Μισελέν, και ακόμη περισ­σό­τερο ένα πράσινο, δεν είναι κατά­κτηση, είναι μια διαρκής δοκι­μα­σία. Το κόκκινο αστέρι αφορά στην τεχνική, στη συνέ­πεια, στην εμπει­ρία, στο πιάτο. Το πράσινο αστέρι, όμως, αγγίζει κάτι βαθύ­τερο, τη φιλο­σο­φία. Μιλά για τον σεβασμό στο περι­βάλ­λον, για τις σχέσεις με τους παρα­γω­γούς, για το πώς αντι­λαμ­βά­νε­σαι τον ρόλο σου μέσα σε ένα ευρύ­τερο οικο­σύ­στημα. Για μένα, αυτά τα δύο δεν είναι ξεχω­ρι­στά. Δεν μπορείς να μιλάς για υψηλή γαστρο­νο­μία χωρίς ηθική βάση. Η βιω­σι­μό­τητα δεν είναι τάση, είναι ευθύνη.

Πώς δια­χει­ρί­ζε­ται ένας νέος άνθρω­πος το βάρος μιας τέτοιας παγκό­σμιας κατα­ξί­ω­σης, με δεδο­μένο ότι είστε ο νεό­τε­ρος σεφ με αστέρι Μισελέν;

Το γεγονός ότι αυτά ήρθαν σε σχετικά νεαρή ηλικία δεν το βλέπω ως επί­τευγμα, αλλά ως αφε­τη­ρία. Γιατί το πιο δύσκολο κομμάτι δεν είναι να φτάσεις εκεί, είναι να παρα­μεί­νεις συνεπής κάθε μέρα, σε κάθε υπη­ρε­σία, σε κάθε πιάτο που φεύγει από την κουζίνα. Και αυτό είναι κάτι που δεν έχει ηλικία, έχει μόνο αφο­σί­ωση. Η κατα­ξί­ωση, όσο τιμη­τική κι αν είναι, μπορεί εύκολα να γίνει θόρυβος. Το ζητού­μενο για μένα είναι να μην την αφήσω να επη­ρε­ά­σει την ουσία της δου­λειάς μου. Το βάρος δεν το δια­χει­ρί­ζε­σαι με το να το απο­φεύ­γεις, το δια­χει­ρί­ζε­σαι με το να επι­στρέ­φεις καθη­με­ρινά στα βασικά. Στην κουζίνα, στο προϊόν, στην ομάδα σου. Εκεί όλα μπαί­νουν στη θέση τους. Γιατί στο τέλος της ημέρας, το πιάτο δεν γνω­ρί­ζει τίτλους, γνω­ρί­ζει μόνο αν είναι σωστό ή όχι. Το ό,τι είμαι από τους νεό­τε­ρους σεφ με αστέρι Μισελέν δεν το αντι­με­τω­πίζω ως ταυ­τό­τητα. Είναι μια στιγμή στην πορεία, όχι ο προ­ο­ρι­σμός. Αν αρχί­σεις να λει­τουρ­γείς μέσα από τους τίτλους, χάνεις την επαφή με αυτό που σε έφερε μέχρι εδώ. Κρατάω μια πολύ συνει­δητή από­σταση από την έννοια της εικόνας και εστιάζω στη δια­δι­κα­σία. Πει­θαρ­χία, επα­νά­ληψη, συνεχής μάθηση. Και, ίσως το πιο σημα­ντικό, να περι­βάλ­λε­σαι από ανθρώ­πους που θα σου πουν την αλήθεια, όχι αυτό που θέλεις να ακού­σεις. Η πίεση υπάρχει. Αλλά είναι δημιουρ­γική, όταν τη μετα­τρέ­πεις σε κίνητρο να γίνεσαι καλύ­τε­ρος, όχι απλώς να επι­βε­βαιώ­νε­σαι.

Το «Πράσινο Αστέρι» αφορά στη βιω­σι­μό­τητα. Πέρα από τη θεωρία, πώς εφαρ­μό­ζε­ται αυτή η φιλο­σο­φία καθη­με­ρινά στην κουζίνα σας;

Το πράσινο αστέρι του οδηγού Μισελέν δεν είναι μια ιδέα για να τη συζη­τάμε, είναι ένα σύστημα απο­φά­σεων που εφαρ­μό­ζε­ται καθη­με­ρινά, σχεδόν αθόρυβα. Στην πράξη, ξεκινά από την πρώτη ύλη. Συνερ­γα­ζό­μα­στε με μικρούς παρα­γω­γούς, ανθρώ­πους που καλ­λιερ­γούν με σεβασμό στη γη και κατα­νο­ούν την επο­χι­κό­τητα. Δεν ζητάμε από το προϊόν να προ­σαρ­μο­στεί σε εμάς, προ­σαρ­μο­ζό­μα­στε εμείς σε αυτό. Το μενού αλλάζει συνεχώς, γιατί η φύση δεν είναι σταθερή. Έπειτα, είναι η δια­χεί­ριση. Μηδε­νική σπατάλη δεν σημαί­νει απλώς λιγό­τερα απορ­ρίμ­ματα, σημαί­νει δημιουρ­γι­κό­τητα. Φλούδες, κοτσά­νια, όλα μπορούν να απο­κτή­σουν αξία, αν τα δεις σωστά.Εκεί φαί­νε­ται και η ωρι­μό­τητα μιας κου­ζί­νας. Η ενέρ­γεια, το νερό, οι προ­μή­θειες, όλα περνούν από ένα φίλτρο συνεί­δη­σης.

Δεν είναι πάντα εύκολο, ούτε πάντα οικο­νο­μικά βιώσιμο. Αλλά η υψηλή γαστρο­νο­μία δεν μπορεί να μιλά για ποιό­τητα, αν αγνοεί το περι­βάλ­λον που τη στη­ρί­ζει. Στην Ελλάδα, θα έλεγα ότι έχουμε ένα σημα­ντικό πλε­ο­νέ­κτημα: η παρά­δοσή μας είναι ήδη βιώσιμη. Η μεσο­γειακή κουζίνα βασί­ζε­ται σε εποχικά προ­ϊ­ό­ντα, σε φυτικές πρώτες ύλες, σε μια λογική τίποτα δεν πάει χαμένο. Το ζητού­μενο είναι να το επα­να­προσ­διο­ρί­σουμε με σύγ­χρο­νους όρους και συνέ­πεια.

Πόσο εφικτό είναι για την υψηλή γαστρο­νο­μία στην Ελλάδα να λει­τουρ­γεί με απόλυτο σεβασμό στο περι­βάλ­λον;

Είναι εφικτό, αλλά όχι χωρίς κόστος και όχι χωρίς επι­λο­γές. Χρειά­ζε­ται δέσμευση. Και κυρίως, να στα­μα­τή­σουμε να το βλέ­πουμε ως τάση και να το αντι­με­τω­πί­σουμε ως υπο­χρέ­ωση. Γιατί στο τέλος, η γαστρο­νο­μία ξεκινά από τη γη, και εκεί οφείλει να επι­στρέ­φει με σεβασμό. Στο πλαίσιο αυτό, η εμπει­ρία που θέλουμε να προ­σφέ­ρουμε στο εστια­τό­ριο του Lindian Dream Seaside Resort, το οποίο βρα­βεύ­τηκε ως ένα από τα καλύ­τερα της χώρας, δεν ξεκινά από το πιάτο, ξεκινά από το συναί­σθημα. Η κεντρική μας ιδέα είναι να δημιουρ­γή­σουμε μια αυθε­ντική, βιω­μα­τική αφήγηση της ελλη­νι­κής φιλο­ξε­νίας, όπου ο επι­σκέ­πτης δεν έρχεται απλώς να φάει, αλλά να ζήσει τον τόπο. Η κουζίνα λει­τουρ­γεί ως μέσο έκφρα­σης. Κάθε πιάτο έχει ανα­φο­ρές στη Ρόδο, στην Όλυμπο της Καρ­πά­θου που είναι και το χωριό μου, και γενι­κό­τερα στο Αιγαίο. Στις μνήμες και στα αρώματα της ελλη­νι­κής γης. Δεν επι­διώ­κουμε την υπερ­βολή, επι­διώ­κουμε την καθα­ρό­τητα των γεύσεων και τη σύνδεση με την πρώτη ύλη. Αυτό, όμως, δεν θα μπο­ρούσε να υπάρξει χωρίς μια συνο­λική φιλο­σο­φία φιλο­ξε­νίας. Και εδώ ο ρόλος της Άννας Σπανού είναι καθο­ρι­στι­κός. Ως διευ­θύ­ντρια του ξενο­δο­χείου, έχει δια­μορ­φώ­σει ένα περι­βάλ­λον όπου η λεπτο­μέ­ρεια, η φρο­ντίδα και η αίσθηση του ανήκειν είναι εξίσου σημα­ντικά με τη γαστρο­νο­μία. Για εμάς, η εμπει­ρία είναι ενιαία: χώρος, άνθρω­ποι, εξυ­πη­ρέ­τηση και κουζίνα λει­τουρ­γούν ως ένα. Γιατί στο τέλος, αυτό που μένει στον επι­σκέ­πτη δεν είναι μόνο η γεύση, είναι το πώς ένιωσε.

Πόσο χώρο έχει η παρά­δοση και πόσο η δική σας προ­σω­πική «γραφή» μέσα στα πιάτα που δημιουρ­γείτε;

Η παρά­δοση είναι η αφε­τη­ρία, όχι ο περιο­ρι­σμός. Δεν μπορώ να φαντα­στώ τη μαγει­ρική μου χωρίς αυτήν, γιατί εκεί βρί­σκο­νται οι βάσεις, οι γεύσεις, οι τεχνι­κές, οι μνήμες. Είναι μια γλώσσα που οφεί­λεις πρώτα να μάθεις, πριν επι­χει­ρή­σεις να την εξε­λί­ξεις. Η προ­σω­πική γραφή έρχεται στη συνέ­χεια, σχεδόν φυσικά. Δεν προ­σπαθώ να επι­βληθώ πάνω στην παρά­δοση, προ­σπαθώ να τη διαβάσω σε βάθος και να την αποδώσω με τον δικό μου τρόπο. Αυτό μπορεί να σημαί­νει μια δια­φο­ρε­τική τεχνική, μια πιο σύγ­χρονη παρου­σί­αση ή μια νέα ισορ­ρο­πία γεύσεων, αλλά πάντα με σεβασμό στην ουσία. Για μένα, το ζητού­μενο είναι η ισορ­ρο­πία. Αν χαθεί η παρά­δοση, το πιάτο χάνει την ταυ­τό­τητά του. Αν χαθεί η προ­σω­πική ματιά, χάνει τον λόγο ύπαρξής του. Οπότε θα έλεγα ότι δεν πρό­κει­ται για δύο ξεχω­ρι­στά στοι­χεία, αλλά για ένα συνον­θύ­λευμα. Και κάθε πιάτο είναι μια προ­σπά­θεια να κρα­τη­θεί με μέτρο και καθαρή πρόθεση.

Ποια είναι η μεγα­λύ­τερη πρό­κληση στη δημιουρ­γία ενός μενού που πρέπει να ισορ­ρο­πεί ανάμεσα στην ελλη­νι­κό­τητα και τις διε­θνείς απαι­τή­σεις;

Η μεγα­λύ­τερη πρό­κληση είναι να παρα­μεί­νεις αυθε­ντι­κός χωρίς να γίνεσαι μονο­διά­στα­τος. Η ελλη­νι­κό­τητα έχει πολύ ισχυρή ταυ­τό­τητα: βαθιές γεύσεις, απλό­τητα, έντονη πρώτη ύλη. Οι διε­θνείς απαι­τή­σεις, από την άλλη, συχνά ζητούν τεχνική ακρί­βεια, δια­φο­ρε­τική ισορ­ρο­πία στο στήσιμο του πιάτου, αλλά και μια ουδε­τε­ρό­τητα που να μπορεί να γίνει κατα­νοητή από ένα παγκό­σμιο κοινό. Το δύσκολο σημείο είναι να μην χαθείς ανάμεσα στα δύο. Να μη μετα­φρά­σεις την ελλη­νική κουζίνα σε κάτι που δεν είναι, αλλά και να μη μείνεις κλει­δω­μέ­νος σε μια αυστηρή παρα­δο­σιακή φόρμα που δεν συνο­μι­λεί με το σήμερα. Εκεί μπαίνει η δουλειά της σύν­θε­σης. Παίρ­νεις την ελλη­νική γεύση ως πυρήνα, τα βότανα, τη θάλασσα, και χτίζεις γύρω της μια πιο σύγ­χρονη δομή. Όχι για να την αλλά­ξεις, αλλά για να την κάνεις κατα­νοητή και ελκυ­στική σε δια­φο­ρε­τικά πολι­τι­σμικά πλαίσια. Ο στόχος δεν είναι να αρέσεις σε όλους. Είναι να κρα­τή­σεις την ταυ­τό­τητά σου καθαρή, αλλά αρκετά ανοιχτή ώστε να μπορεί να δια­βα­στεί διεθνώς. Και αυτό, στην πράξη, είναι η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο ενδια­φέ­ρουσα ισορ­ρο­πία στη γαστρο­νο­μία που αξιο­λο­γεί­ται και από οδηγούς όπως ο οδηγός Μισελέν.

Με αυτή τη δια­δρομή ήδη δια­μορ­φω­μένη, τι θεω­ρείτε ότι σας καθό­ρισε περισ­σό­τερο ως χαρα­κτήρα και ως επαγ­γελ­μα­τία;

Αν έπρεπε να ξεχω­ρίσω ένα στοι­χείο που με έχει καθο­ρί­σει ως άνθρωπο και ως επαγ­γελ­μα­τία, θα έλεγα τη βαθιά πει­θαρ­χία απέ­να­ντι στη δια­δι­κα­σία, αλλά και τις ρίζες μου. Έχοντας πάρα πολλές επιρ­ροές από την ιδιαί­τερη πατρίδα μου, την Όλυμπο της Καρ­πά­θου, κουβαλώ μέσα μου μια κουλ­τούρα αυθε­ντι­κό­τη­τας και σεβα­σμού στην παρά­δοση. Και αυτή η σιωπηλή δύναμη με έχει επη­ρε­ά­σει βαθιά στον τρόπο που δουλεύω. Στην κουζίνα, αυτό μετα­φρά­ζε­ται σε συνέ­πεια και προ­σή­λωση. Η μαγει­ρική δεν είναι έμπνευση της στιγμής, είναι καθη­με­ρινή επα­νά­ληψη, παρα­τή­ρηση και συνεχής βελ­τί­ωση. Όπως και στην Όλυμπο, τίποτα δεν θεω­ρεί­ται δεδο­μένο, όλα κερ­δί­ζο­νται με υπομονή και σεβασμό. Ως επαγ­γελ­μα­τία, με έχει δια­μορ­φώ­σει η σχέση με την ομάδα και η ανάγκη να χτίζεις ένα κοινό όραμα. Και ως άνθρωπο, η βαθιά σύνδεση με τον τόπο μου με κρατάει προ­σγειω­μένο, μου θυμίζει πάντα από πού ξεκινάω και γιατί κάνω αυτό που κάνω. Γιατί το να έχεις την τιμή να κατά­γε­σαι από την Όλυμπο δεν είναι απλώς μια κατα­γωγή που ανα­γρά­φε­ται σε κάποιο έγγραφο. Είναι τρόπος σκέψης. Και αυτός ο τρόπος σκέψης με συνο­δεύει σε κάθε πιάτο που δημιουργώ.

Ποιοι είναι οι επό­με­νοι στόχοι σας και τι θα θέλατε να έχει κατα­φέ­ρει ο Νίκος Νικήτας σε πέντε χρόνια από σήμερα;

Οι επό­με­νοι στόχοι μου δεν αφορούν μόνο νέες δια­κρί­σεις, αλλά κυρίως εμβά­θυνση. Θέλω να συνε­χίσω να εξε­λίσσω την κουζίνα μου με ακόμη μεγα­λύ­τερη καθα­ρό­τητα ταυ­τό­τη­τας, να γίνει ακόμη πιο ουσια­στική, πιο αληθινή ως προς τον τόπο, τις πρώτες ύλες και την επο­χι­κό­τητα. Σε επαγ­γελ­μα­τικό επίπεδο, φυσικά, η συνέ­πεια της γαστρο­νο­μίας με οδηγό τη φιλο­σο­φία που εκφρά­ζει και ο οδηγός Μισελέν παρα­μέ­νει σημα­ντική. Όμως δεν είναι αυτο­σκο­πός, είναι απο­τέ­λε­σμα. Σε πέντε χρόνια από σήμερα θα ήθελα να έχω κατα­φέ­ρει να χτίσω κάτι που να αντέξει στον χρόνο. Δεν είναι μόνο οι επι­τυ­χίες και οι τίτλοι. Να κατα­φέρω να ανα­δείξω μια γαστρο­νο­μική φιλο­σο­φία με ταυ­τό­τητα, συνέ­πεια και ηθική βάση. Προ­σω­πικά, θα ήθελα να έχω παρα­μεί­νει το ίδιο συν­δε­δε­μέ­νος με την ουσία, με το προϊόν, με τους ανθρώ­πους της ομάδας μου και με τις ρίζες μου και το χωριό μου την Όλυμπο, που συνε­χί­ζει να με καθο­ρί­ζει σε κάθε βήμα. Κλεί­νο­ντας, θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές μου ευχα­ρι­στίες στην εφη­με­ρίδα σας και προς εσάς ως αρχι­συ­ντά­κτρια, κυρία Μαίρη Φώτη για την τιμή και τη φιλο­ξε­νία αυτής της συνέ­ντευ­ξης, καθώς και για τον ουσια­στικό τρόπο με τον οποίο προ­σεγ­γί­ζει και ανα­δει­κνύει τη γαστρο­νο­μία. Ένα μεγάλο ευχα­ρι­στώ στις ομάδες μου σε όλα τα εστια­τό­ρια όπου έχω την ευθύνη της κου­ζί­νας και της δια­μόρ­φω­σης των μενού. Η καθη­με­ρινή προ­σπά­θεια, η αφο­σί­ωση και η κοινή μας αντί­ληψη για το τι σημαί­νει ποιό­τητα και συνέ­πεια είναι αυτά που κάνουν κάθε απο­τέ­λε­σμα εφικτό.

Ευχα­ρι­στώ τη διοί­κηση του ξενο­δο­χείου για την εμπι­στο­σύνη και τη στήριξη, δημιουρ­γώ­ντας το περι­βάλ­λον μέσα στο οποίο μπο­ρούμε να εξε­λισ­σό­μα­στε και να εκφρα­ζό­μα­στε δημιουρ­γικά με στα­θε­ρό­τητα και όραμα. Τέλος, ένα ιδιαί­τερο ευχα­ρι­στώ στην οικο­γέ­νειά μου, για τη στήριξη, την υπομονή και τις αξίες που μου έχουν δώσει. Είναι οι άνθρω­ποι που βρί­σκο­νται πίσω από κάθε μου βήμα και απο­τε­λούν τη βάση πάνω στην οποία χτίζω την πορεία μου.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.