• Ομόφωνη η κρίση του Β’ τακτικού Ανακριτή και του Εισαγγελέα Υπηρεσίας μετά την απολογία τους, με την υπεράσπιση να επικαλείται κενά και αντιφάσεις στις καταγγελίες
Αίσιο τέλος, τουλάχιστον στο πρώτο και κρισιμότερο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας, είχε για τους δύο νεαρούς Βρετανούς υπηκόους σε υπόθεση βιασμού που προκάλεσε έντονο προβληματισμό.
Οι δύο κατηγορούμενοι αφέθηκαν χθες ελεύθεροι χωρίς την επιβολή κανενός περιοριστικού όρου, μετά την ολοκλήρωση της απολογίας τους ενώπιον του Β’ τακτικού Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Η απόφαση ελήφθη ομοφώνως από τον Ανακριτή και τον Εισαγγελέα Υπηρεσίας, οι οποίοι έκριναν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επιβολή μέτρων που θα περιόριζαν την ελευθερία τους.
Πώς ξεκίνησε η υπόθεση
Η υπόθεση ήρθε στο φως τις πρώτες πρωινές ώρες της 29ης Απριλίου 2026, όταν δύο αδελφές υπήκοοι Βρετανίας, ηλικίας 17 και 18 ετών, προσήλθαν στην αρμόδια αστυνομική υπηρεσία της Ρόδου και κατήγγειλαν βιασμό σε βάρος τους. Στο στόχαστρο της καταγγελίας τους τέθηκαν δύο νεαροί ομοεθνείς τους, ηλικίας 23 και 21 ετών, οι οποίοι παραθέριζαν στο ίδιο νησί και είχαν καταλύσει σε ξενοδοχείο της περιοχής Ιξιά.
Οι δύο πλευρές γνωρίστηκαν τυχαία τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης Απριλίου 2026 σε κατάστημα εντός της Μεσαιωνικής Πόλης της Ρόδου, όπου οι κοπέλες διασκέδαζαν με μία ακόμη φίλη τους.
Η συνάντηση επαναλήφθηκε το επόμενο βράδυ στο ίδιο κατάστημα, όπου ακολούθησε εκτεταμένη κατανάλωση αλκοόλ και στη συνέχεια όλοι μαζί μετέβησαν στο ξενοδοχείο των δύο αλλοδαπών, στο οποίο φέρεται να έλαβαν χώρα τα γεγονότα που αποτέλεσαν αντικείμενο της καταγγελίας.
Οι δύο εκδοχές για τα τετελεσμένα
Η ανήλικη εγκαλούσα υποστήριξε ότι η σεξουαλική επαφή με τον πρώτο κατηγορούμενο πραγματοποιήθηκε χωρίς τη συναίνεσή της, ενώ ισχυρίστηκε ότι ο νεαρός εκσπερμάτισε εντός της παρά την αντίθετη επιθυμία της. Στην κατάθεσή της παραδέχθηκε ότι δεν αντιστάθηκε και ότι δεν ασκήθηκε σε βάρος της κανενός είδους βία, ενώ διατείνεται ότι είχε προηγουμένως δηλώσει στον κατηγορούμενο πως δεν επιθυμούσε σεξουαλική επαφή.
Η μεγαλύτερη αδελφή της, ηλικίας 18 ετών, κατήγγειλε τον δεύτερο κατηγορούμενο για στοματικό βιασμό, υποστηρίζοντας ότι ο νεαρός την εξανάγκασε με χρήση σωματικής πίεσης. Σημειώνεται ότι η ίδια αρνήθηκε την υποβολή της σε ιατροδικαστική εξέταση.
Στους αντίποδες, οι δύο κατηγορούμενοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά τις σε βάρος τους κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι κάθε σεξουαλική πράξη που έλαβε χώρα ήταν συναινετική.
Ο πρώτος κατηγορούμενος, 23 ετών, κατά την απολογία του ανέφερε ότι η επαφή πραγματοποιήθηκε με την πλήρη συναίνεση της κοπέλας και μάλιστα ότι εκείνη του ζήτησε επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της πράξης να εκσπερματίσει εντός της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, οι εντάσεις προέκυψαν εκ των υστέρων, όταν εκείνος της ζήτησε να σταματήσει να τον φιλάει έντονα στον λαιμό, προκαλώντας του σημάδια.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος, 21 ετών, αρνήθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή μεταξύ του ιδίου και της 18χρονης. Διατείνεται ότι η νεαρή ήταν εκείνη που του πρότεινε στοματικό σεξ και πως αντέδρασε επιθετικά μόνο όταν εκείνος αρνήθηκε να προχωρήσει σε ολοκληρωμένη ερωτική επαφή μαζί της.
Η υπεράσπιση των δύο νεαρών εστίασε ακριβώς στις αντιφάσεις και στα κενά των καταγγελιών. Υποστηρίχθηκε ότι οι ισχυρισμοί των εγκαλουσών είναι ψευδείς και συκοφαντικοί, ενώ γίνεται ειδική μνεία στο γεγονός ότι η ανήλικη παραδέχθηκε στην κατάθεσή της πως δεν αντιστάθηκε ούτε δέχθηκε βία.
Επιπλέον, σύμφωνα με τα όσα φέρονται να υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι, η μία εκ των δύο αδελφών είχε καταγράψει η ίδια βίντεο με τα πρόσωπά τους και το είχε αναρτήσει σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ωστόσο αργότερα προχώρησε σε διαγραφή της ανάρτησης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι κατηγορούμενοι προτίθενται να κινηθούν δικαστικά εναντίον των εγκαλουσών για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης, ενώ ο πρώτος εξ αυτών εξετάζει επιπλέον και την υποβολή μήνυσης για κλοπή, ισχυριζόμενος ότι του αφαιρέθηκαν προσωπικά αντικείμενα από την τσάντα του.
Ως συνήγορος υπεράσπισης των δύο κατηγορουμένων παρέστη ο δικηγόρος κ. Νικηφόρος Παπανικόλας.


















