• Πώς η τουρκική διπλωματία επιχειρεί να εργαλειοποιήσει στρεβλά το Διεθνές Δίκαιο • Συνδέεται άμεσα με δραστηριότητες και έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη ή σχεδιασμό στην περιοχή της Ρόδου • Η προσέγγιση αυτή εδράζεται στην ερμηνεία που δίνει η τουρκική πλευρά στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων
Σε εισαγωγή μιας νέας νομικής προσέγγισης για τα Δωδεκάνησα προχώρησε τον Απρίλιο του 2026 η Άγκυρα, θέτοντας για πρώτη φορά με συστηματικό τρόπο τον όρο του «αντικειμενικού νομικού καθεστώτος» (objective legal status), με τον οποίο επιχειρεί να επηρεάσει τη συζήτηση για το καθεστώς των νησιών και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτό.
Η τοποθέτηση του εκπροσώπου του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών Öncü Keçeli, ο οποίος συνέδεσε ευθέως το καθεστώς των νησιών με την αποστρατιωτικοποίηση και το χαρακτήρισε μη διαπραγματεύσιμο, αποτυπώνει τη μετατόπιση της τουρκικής επιχειρηματολογίας σε ένα πιο σύνθετο νομικό επίπεδο.
Στη διεθνή νομική θεωρία, ο όρος αυτός χρησιμοποιείται παραδοσιακά για να περιγράψει καθεστώτα που παράγουν αποτελέσματα έναντι όλων των κρατών, ανεξαρτήτως συμμετοχής σε μια συνθήκη και η Άγκυρα επιχειρεί τώρα να εντάξει τα Δωδεκάνησα σε μια τέτοια κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι η αποστρατιωτικοποίηση αποτελεί «γενική υποχρέωση» που την αφορά άμεσα.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέεται άμεσα με δραστηριότητες και έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη ή σχεδιασμό στην περιοχή της Ρόδου. Η προσέγγιση αυτή εδράζεται στην ερμηνεία που δίνει η τουρκική πλευρά στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων. Πρόκειται για τη διεθνή πράξη με την οποία η Ιταλία παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα «κατά πλήρη κυριαρχία». Δεδομένου ότι η Τουρκία δεν υπήρξε συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη, καθώς παρέμεινε ουδέτερη στο μεγαλύτερο μέρος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η μεταβίβαση των νησιών πραγματοποιήθηκε χωρίς τη συμμετοχή της. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να επικαλείται τους όρους της ως πηγή δικαιωμάτων ούτε να προβάλλει ρόλο ως προς την εφαρμογή τους.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται το Άρθρο 14 της Συνθήκης, το οποίο προβλέπει την παραχώρηση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα υπό καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης. Η τουρκική ερμηνεία υποστηρίζει ότι η πρόβλεψη αυτή έχει χαρακτήρα erga omnes, δηλαδή δεσμεύει όλα τα κράτη και όχι μόνο τα συμβαλλόμενα μέρη. Χρησιμοποιώντας τον όρο «third party beneficiary», η Άγκυρα υποστηρίζει ότι ακόμη και τρίτα κράτη αποκτούν έννομο ενδιαφέρον επί της στρατιωτικής παρουσίας στα νησιά, συνδέοντας την τήρηση της αποστρατιωτικοποίησης με το ίδιο το καθεστώς της κυριαρχίας. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να θεμελιώσει αξίωση παρέμβασης σε ζητήματα που άπτονται της ελληνικής κυριαρχίας.
Το ερώτημα της χρονικής συγκυρίας συνδέεται άμεσα με τις κινήσεις για την ενεργειακή και ψηφιακή θωράκιση της περιοχής της Δωδεκανήσου. Η ανάδειξη αυτής της νομικής γραμμής μόλις πριν από λίγα 24ωρα συμπίπτει με την προαναγγελία επιστημονικών ερευνών για την πόντιση καλωδίου οπτικών ινών ανατολικά της Λίνδου, καθώς και με τον σχεδιασμό θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο.
Η αναφορά στη Λίνδο δεν είναι τυχαία. Συνδέεται με την περιοχή όπου σχεδιάζονται υποθαλάσσιες διασυνδέσεις που ενώνουν την Ευρώπη με την Ανατολική Μεσόγειο, όπως ο Great Sea Interconnector, έργο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, το οποίο η Άγκυρα επιχειρεί να εντάξει σε πλαίσιο δικών της αξιώσεων, παρουσιάζοντάς το ως υποδομή σε «ζώνη ειδικού καθεστώτος».
Παράλληλα, μέσω του υδρογραφικού σταθμού της Αττάλειας, εξέδωσε την αντι-NAVTEX 0422/26, με την οποία αμφισβητεί τη σχετική ελληνική αρμοδιότητα. Η περιοχή της Λίνδου εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο των τουρκικών επιδιώξεων στην Ανατολική Μεσόγειο και στη στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας», η οποία επιδιώκει να περιορίσει την επήρεια των νησιών στην οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών.
Αξίζει να αναφερθεί πως με βάση όσα προβλέπει η Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, οι διεθνείς συνθήκες δεν δημιουργούν δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τρίτα κράτη χωρίς τη συναίνεσή τους. Παράλληλα, το δικαίωμα νόμιμης άμυνας, όπως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, παραμένει σε ισχύ ως θεμελιώδης κανόνας του διεθνούς δικαίου και λαμβάνεται υπόψη στην ερμηνεία των σχετικών υποχρεώσεων, ιδίως υπό το πρίσμα των πραγματικών συνθηκών ασφάλειας και του εν ισχύ τουρκικού casus belli.
Οι εξελίξεις αυτές φέρνουν τα Δωδεκάνησα στο επίκεντρο μιας σύνθετης αντιπαράθεσης. Για την περιοχή της Ρόδου, η συζήτηση αυτή συνδέεται άμεσα με την πορεία των μεγάλων επενδύσεων και το πλαίσιο ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, στο οποίο εντάσσονται πλέον και οι νομικές διεκδικήσεις για το καθεστώς των νησιών και των θαλάσσιων ζωνών.
Στο πλαίσιο αυτό, η τουρκική πλευρά επιχειρεί να διαμορφώσει συνθήκες αμφισβήτησης που, εφόσον παγιωθούν, μπορούν να επηρεάσουν την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και τη θέση των νησιών στον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών στην περιοχή, εισάγοντας στην πράξη μια νέα ερμηνεία για το λεγόμενο «αντικειμενικό νομικό καθεστώς».















