- Η Εισαγγελέας Υπηρεσίας άσκησε ποινική δίωξη για απάτη σε βάρος πολιτικού μηχανικού, με το φερόμενο όφελος να υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.
- Ο κατηγορούμενος απορρίπτει τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι τα χρηματικά ποσά αφορούσαν νόμιμες επαγγελματικές υπηρεσίες.
- Η υπόθεση έχει ιδιαίτερο βάρος λόγω του ύψους των ποσών και του τρόπου που εκτυλίχθηκε η φερόμενη δράση σε διάστημα δύο ετών.
- Ο κατηγορούμενος επισημαίνει ότι οι συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν με διαφανή τρόπο, μέσω του τραπεζικού του λογαριασμού, αναιρώντας υποψίες για απόκρυψη.
• Η Εισαγγελέας Υπηρεσίας άσκησε ποινική δίωξη για απάτη με περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ, τόσο σε τετελεσμένο βαθμό όσο και σε απόπειρα, και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο ενώπιον του ανακριτή, όπου θα απολογηθεί την προσεχή Τετάρτη • Ο ίδιος απορρίπτει στο σύνολό τους τις αποδιδόμενες πράξεις, υποστηρίζοντας ότι τα χρηματικά ποσά που εισέπραξε αφορούσαν πραγματικές και νόμιμες επαγγελματικές υπηρεσίες και ότι η δίωξη πηγάζει από οικονομική διαφορά
Στο κρισιμότερο δικαστικό της στάδιο εισέρχεται η υπόθεση που απασχόλησε τις τελευταίες ημέρες τις Αρχές, ύστερα από τη σύλληψη ημεδαπού πολιτικού μηχανικού ο οποίος εντοπίστηκε επ’ αυτοφώρω να παραλαμβάνει προσημειωμένα χαρτονομίσματα κατά τη διάρκεια συντονισμένης αστυνομικής επιχείρησης.
Η Εισαγγελέας Υπηρεσίας, αφού έλαβε γνώση της δικογραφίας που σχηματίστηκε σε βάρος του, προχώρησε στην άσκηση ποινικής δίωξης για το αδίκημα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, σε τετελεσμένη μορφή και σε απόπειρα, με το φερόμενο όφελος να υπερβαίνει το όριο των 120.000 ευρώ που προσδίδει στην πράξη τον κακουργηματικό της χαρακτήρα.
Ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στον ανακριτή και αναμένεται να δώσει τις εξηγήσεις του την προσεχή Τετάρτη, σε μια απολογία που θα κρίνει σε σημαντικό βαθμό την πορεία της υπόθεσης.
Πρόκειται για μια δικογραφία με ιδιαίτερο βάρος, όχι μόνο λόγω του ύψους των ποσών αλλά και λόγω του τρόπου με τον οποίο, κατά την καταγγελία, εκτυλίχθηκε η φερόμενη δράση σε διάστημα δύο σχεδόν ετών. Στον αντίποδα, η υπεράσπιση προετοιμάζεται να αναιρέσει συνολικά την εικόνα της εξαπάτησης, στηρίζοντας τη γραμμή της στη φύση της επαγγελματικής σχέσης και στις οικονομικές εκκρεμότητες που, όπως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, παρέμεναν ανοιχτές μεταξύ των δύο πλευρών.

Όσα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος
Στο επίκεντρο της επικείμενης απολογίας βρίσκεται η υπερασπιστική θέση του εξεταζόμενου, η οποία αντικρούει σε όλα τα σημεία της την εικόνα που σχηματίζει η κατηγορία. Ο ίδιος διατείνεται ότι ασκεί το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού επί σειρά ετών και ότι η συνεργασία του με την εγκαλούσα είχε αποκλειστικά επαγγελματικό χαρακτήρα, χωρίς κανένα δόλιο ή απατηλό υπόβαθρο.
Κατά τους ισχυρισμούς του, ανέλαβε για λογαριασμό της επιχείρησης μια σειρά τεχνικών και διοικητικών διαδικασιών που σχετίζονταν με τη λειτουργία και τη νομιμοποίηση των δραστηριοτήτων της. Τα χρηματικά ποσά που εισέπραξε, υποστηρίζει, συνδέονταν ευθέως με τις υπηρεσίες που παρείχε και καταβλήθηκαν στο πλαίσιο της επαγγελματικής συμφωνίας που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των δύο μερών. Σε αυτό το σημείο εστιάζει ιδιαίτερα, καθώς θεωρεί ότι η αμοιβή που έλαβε αντιστοιχεί σε υπαρκτό και νόμιμο έργο.
Σημαντικό βάρος δίνει ο κατηγορούμενος στον τρόπο διενέργειας των συναλλαγών. Επισημαίνει ότι οι οικονομικές κινήσεις πραγματοποιήθηκαν με διαφανή τρόπο, μέσω του τραπεζικού του λογαριασμού, στοιχείο που, όπως αναφέρει, αναιρεί κάθε υπόνοια συγκάλυψης ή απόκρυψης. Με τη λογική αυτή, υποστηρίζει ότι κανένα τμήμα της δράσης του δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της παράνομης δραστηριότητας που του αποδίδεται.
Ο ίδιος τονίζει πως κατά τον κρίσιμο χρόνο εκκρεμούσε ακόμη η ολοκλήρωση των τελευταίων εργασιών που του είχαν ανατεθεί, καθώς και η εξόφληση του υπολοίπου της αμοιβής του. Αρνείται κατηγορηματικά ότι προέβη ποτέ σε παραπλανητικές ενέργειες ή ότι προκάλεσε την καταβολή χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτα μέσα. Παράλληλα διαβεβαιώνει ότι σε καμία περίπτωση δεν απέκρυψε στοιχεία και δεν δημιούργησε εσφαλμένες εντυπώσεις στην εγκαλούσα σχετικά με την πορεία των υποθέσεων που χειριζόταν, αντικρούοντας έτσι το βασικό πυρήνα της κατηγορίας περί συστηματικής εξαπάτησης.
Σε ένα από τα πλέον κρίσιμα σημεία της επιχειρηματολογίας του, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι υπήρχε προγραμματισμένη συνάντηση για την καταβολή μέρους της οφειλόμενης αμοιβής του, η οποία τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της υποβολής της καταγγελίας. Με βάση αυτή τη θέση, εκφράζει την πεποίθηση ότι η ποινική διαδικασία κινήθηκε στην πραγματικότητα εξαιτίας της οικονομικής διαφοράς που είχε ανακύψει μεταξύ των μερών και της αξίωσής του για την εξόφληση των δεδουλευμένων του. Δηλώνει, μάλιστα, ότι προτίθεται να αναζητήσει ποινικές ευθύνες σε βάρος της εγκαλούσας, θεωρώντας τις σε βάρος του καταγγελίες αβάσιμες, και καταλήγει επαναλαμβάνοντας ότι απορρίπτει στο σύνολό τους τις αποδιδόμενες πράξεις και ότι ενήργησε πάντοτε εντός των ορίων της επαγγελματικής του δραστηριότητας.
Όλα τα παραπάνω αναμένεται να αναπτυχθούν αναλυτικά κατά την απολογία ενώπιον του ανακριτή, όπου η υπεράσπιση θα κληθεί να μεταφέρει τους ισχυρισμούς αυτούς σε δικονομικό επίπεδο και να αντιπαρατεθεί με τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει η θιγόμενη πλευρά.
Η εκπροσώπηση των δύο πλευρών
Την υπεράσπιση του κατηγορουμένου έχει αναλάβει συνήγορος ο οποίος θα αναπτύξει την υπερασπιστική γραμμή κατά την απολογία. Ως συνήγορος υπεράσπισης παρίσταται ο κ. Δήμος Μουτάφης, ο οποίος θα κληθεί να στηρίξει τη θέση ότι οι επίμαχες συναλλαγές εντάσσονται σε νόμιμη επαγγελματική σχέση και όχι σε απατηλό σχέδιο.
Από την πλευρά της θιγόμενης εταιρείας, η μήνυση κατατέθηκε και η υπόθεση χειρίζεται από την κ. Μαρία Τομαρά, η οποία παρίσταται προς υποστήριξη της κατηγορίας για λογαριασμό της οικογενειακής επιχείρησης. Η ίδια έχει συγκεντρώσει και προσκομίσει σειρά εγγράφων προς ενίσχυση των ισχυρισμών της εντολέως πλευράς, τα οποία θα αξιολογηθούν στο πλαίσιο της ανάκρισης.

Πώς περιγράφεται στη δικογραφία η εξέλιξη της υπόθεσης
Σύμφωνα με όσα περιλαμβάνονται στην καταγγελία, η συνεργασία ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2024, όταν η επιχείρηση απευθύνθηκε στον μηχανικό προκειμένου να αναλάβει εκείνος τις διαδικασίες για τη συμμόρφωση των δραστηριοτήτων της στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, αλλά και την ένταξή της σε αναπτυξιακό πρόγραμμα. Η σχέση, όπως περιγράφεται, οικοδομήθηκε σταδιακά πάνω σε μια βάση εμπιστοσύνης, με τον επαγγελματία να εμφανίζεται ως έμπειρος και αξιόπιστος, επικαλούμενος μεγάλες συνεργασίες και σημαντικά έργα.
Οι καταβολές, κατά την καταγγέλλουσα πλευρά, ξεκίνησαν με προκαταβολή 7.000 ευρώ τον Απρίλιο του 2024 και συνεχίστηκαν με ακόμη 9.000 ευρώ τον Ιούλιο του ίδιου έτους, σε δύο δόσεις. Ακολούθησαν 10.000 ευρώ τον Μάρτιο του 2025 και 2.000 ευρώ τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Στο διάστημα αυτό, η χρήση μετρητών δικαιολογούνταν, όπως αναφέρεται, με την επίκληση της ανάγκης καταβολής παραβόλων που δεν επιβαρύνονται με ΦΠΑ, μια εξήγηση τεχνικού περιεχομένου που δύσκολα μπορούσε να αμφισβητηθεί από πρόσωπα μη εξοικειωμένα με τις σχετικές διαδικασίες.
Από τον Μάιο του 2025 προστέθηκαν και ηλεκτρονικές συναλλαγές μέσω λογαριασμού σε εφαρμογή πληρωμών, με διαδοχικές μεταφορές 500 ευρώ, 1.000 ευρώ και 1.100 ευρώ. Η μεγαλύτερη ένταση, όμως, σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 2025, όταν, κατά την καταγγελία, οι απαιτήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Με επίκληση επείγουσας αλλαγής χρήσης ακινήτου φέρεται να αποσπάστηκαν 25.500 ευρώ, ενώ με αφορμή το λεγόμενο άνοιγμα φακέλου για το αναπτυξιακό πρόγραμμα καταβλήθηκαν επιπλέον 20.600 ευρώ. Παράλληλα εκδόθηκε τιμολόγιο ύψους 23.058,42 ευρώ, ενώ ακολούθησε και νέα απαίτηση για 38.423 ευρώ, η οποία, σύμφωνα με την καταγγελία, παρουσιάστηκε ως ποσοστό επί του προϋπολογισμού για την προέγκριση του φακέλου.
Η κατάρρευση της εικόνας και το επεισόδιο της τηλεφωνικής κλήσης
Η εικόνα, πάντα κατά τη θιγόμενη πλευρά, ανατράπηκε στις αρχές Μαΐου του 2026, όταν σε κοινωνική συνάθροιση έγινε αναφορά στο όνομα του μηχανικού και προέκυψε πληροφορία για το δικαστικό του παρελθόν. Τη στιγμή εκείνη, όπως περιγράφεται στη μήνυση, η νόμιμη εκπρόσωπος της επιχείρησης αντιλήφθηκε το μέγεθος της κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει η εταιρεία, ύστερα από δύο σχεδόν χρόνια καταβολών. Στη δικογραφία περιλαμβάνεται και αναφορά σε τηλεφωνική επικοινωνία, λίγες ημέρες πριν από την κατάθεση της μήνυσης, με πρόσωπο που φέρεται να εμφανίστηκε ως εκπρόσωπος δημόσιας αρχής. Το άτομο αυτό, σύμφωνα με την καταγγελία, ζήτησε στοιχεία ταυτοποίησης της επιχείρησης, αναφέρθηκε σε αριθμό πρωτοκόλλου και σε αρμόδιους υπαλλήλους, καθησύχασε για την πορεία του φακέλου και ανέφερε ότι η αίτηση είχε ήδη λάβει προέγκριση. Το επεισόδιο αυτό, όπως καταγγέλλεται, εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της φερόμενης παραπλάνησης.
Η εξέλιξη επιταχύνθηκε όταν, κατά την καταγγελία, ακολούθησε νέα απαίτηση για ποσό 23.000 ευρώ. Σε εκείνο το σημείο η επιχείρηση αποφάσισε να μεταφέρει την υπόθεση στη δικαιοσύνη, ανοίγοντας τον δρόμο για τη σχεδιασμένη επιχείρηση των Αρχών και τη σύλληψη με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)













