Ρεπορτάζ

Ανοίγει ο δρόμος για το εδώλιο σε υπόθεση υπεξαίρεσης 187.921 ευρώ από οικογενειακή επιχείρηση στην Κάρπαθο

Σφραγίδα από το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου στην παραπομπή σε δίκη δύο αδελφών, οι οποίοι φέρονται να ιδιοποιήθηκαν, σύμφωνα με τη δικογραφία, χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 187.921,22 ευρώ από την οικογενειακή ετερόρρυθμη εταιρεία τουριστικών συμφερόντων που δραστηριοποιείτο στην Κάρπαθο.
Με βούλευμα το Συμβούλιο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση που είχαν ασκήσει οι κατηγορούμενοι και διέταξε την εκτέλεση του πρωτόδικου βουλεύματος, στέλνοντάς τους στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου για το αδίκημα της υπεξαίρεσης από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, με συνολική αξία αντικειμένου άνω των 120.000 ευρώ.

Η αρχική δικογραφία και η εικόνα που διαμορφώθηκε στην ανάκριση
Η υπόθεση φέρεται να ξεκίνησε με έγκληση που υποβλήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2018 από την επιχείρηση, με νόμιμη εκπρόσωπο τη συνδιαχειρίστρια. Ακολούθησε προκαταρκτική εξέταση από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου, ασκήθηκε ποινική δίωξη για το κακούργημα της υπεξαίρεσης από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και παραγγέλθηκε κύρια ανάκριση. Με την ολοκλήρωσή της, η δικογραφία οδηγήθηκε στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, το οποίο, με βούλευμά του, παρέπεμψε αμφότερους τους κατηγορουμένους να δικαστούν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί, μεταξύ των ετών 2012 και 2015 πραγματοποιήθηκαν εννέα εμβάσματα από δύο τουριστικά πρακτορεία του εξωτερικού, τα οποία αφορούσαν δραστηριότητες της εταιρείας. Τα ποσά αυτά, αντί να καταλήξουν σε εταιρικό λογαριασμό, φέρεται να κατευθύνθηκαν σε ατομικούς τραπεζικούς λογαριασμούς των δύο κατηγορουμένων. Σε βάρος του πρώτου εκκαλούντος αποδίδονται μερικότερες πράξεις συνολικού ύψους 44.457,23 ευρώ, ενώ σε βάρος της δεύτερης εκκαλούσας ποσά συνολικού ύψους 143.463,99 ευρώ. Από το σύνολο του ποσού, η δεύτερη κατηγορουμένη φέρεται να επέστρεψε, μέσω δύο εμβασμάτων εντός του 2015, ποσό 43.155 ευρώ, στοιχείο που αξιοποιήθηκε δικογραφικά ως ένδειξη ότι τα χρήματα είχαν πράγματι καταλήξει στον προσωπικό της λογαριασμό.

Οι τρεις λόγοι έφεσης και η απόρριψή τους
Οι κατηγορούμενοι, άσκησαν έφεση, στηριγμένη σε τρεις λόγους, οι οποίοι όμως κρίθηκαν ο ένας μετά τον άλλο μη παραδεκτοί ή νομικά αβάσιμοι.
Με τον πρώτο λόγο, η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η έγκληση του 2018 δεν ήταν νομότυπη, καθώς υποβλήθηκε χωρίς τη σύμπραξη της δεύτερης συνδιαχειρίστριας, όπως κατά τους ισχυρισμούς της απαιτούσε το τότε ισχύον καταστατικό, ενώ προβλήθηκε επίσης ότι δεν υπεβλήθη η προβλεπόμενη από το άρθρο 464 του νέου Ποινικού Κώδικα δήλωση συνέχισης της ποινικής διαδικασίας μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2019. Το Συμβούλιο έκρινε ότι η συγκεκριμένη αιτίαση, ακόμη και αν υποτεθεί βάσιμη, δεν συνιστά ούτε απόλυτη ακυρότητα ούτε εσφαλμένη ερμηνεία ή ευθεία εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, παρά υπάγεται στις περιπτώσεις θετικής υπέρβασης εξουσίας, που θεμελιώνει αναιρετικό και όχι εφεσιακό λόγο.
Ο δεύτερος λόγος εστίαζε σε λογιστική πραγματογνωμοσύνη που συντάχθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2020 και στην οποία, σύμφωνα με τους εκκαλούντες, διατυπώνεται το συμπέρασμα ότι τα χρηματικά ποσά εξυπηρετούσαν τις δοσοληψίες της εταιρείας.
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο δεν αναφέρθηκε καθόλου στην εν λόγω πραγματογνωμοσύνη και ότι η παράλειψη αυτή συνιστά απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης του δικαιώματος δίκαιης δίκης κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι η έλλειψη αιτιολογίας και η μη αξιολόγηση συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου δεν συνιστούν παραδεκτούς λόγους έφεσης κατά βουλεύματος μετά την τροποποίηση του άρθρου 478 ΚΠΔ με τον νόμο 5090/2024, καθώς πλήττουν την ανέλεγκτη πλέον κρίση του πρωτοβαθμίου Συμβουλίου.
Με τον τρίτο λόγο, ο πρώτος εκκαλών διατείνεται ότι οι μερικότερες πράξεις της υπεξαίρεσης τελέστηκαν αυτοτελώς από τον καθένα στον δικό του ατομικό λογαριασμό, χωρίς κοινό δόλο, και ότι το ποσό που του αποδίδεται προσωπικά, ύψους 44.457,23 ευρώ, έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα και έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή.
Το Συμβούλιο επεσήμανε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, στο κατ’ εξακολούθηση αδίκημα η συμμετοχή έστω και σε μία από τις μερικότερες πράξεις θεμελιώνει συμμετοχή στο σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς, εφόσον υπάρχει κοινός δόλος για το συνολικό αποτέλεσμα, ενώ η αμφισβήτηση της ύπαρξης του κοινού δόλου επιχειρεί στην ουσία να ανοίξει εκ νέου την πραγματολογική αξιολόγηση του πρωτοβαθμίου Συμβουλίου, κάτι που δεν επιτρέπεται.

Η εικόνα που υιοθετεί το βούλευμα και η πορεία προς τη δίκη
Το Συμβούλιο υιοθέτησε πλήρως την εισαγγελική πρόταση. Επί του ουσιαστικού πυρήνα της υπόθεσης, στο εκκαλούμενο βούλευμα είχε γίνει δεκτό ότι ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων πως τα χρήματα δόθηκαν στους γονείς τους για την ανέγερση οικοδομής στην Κρήτη δεν ευσταθεί, καθώς τα ποσά κατέληξαν σε ατομικούς και όχι σε εταιρικούς λογαριασμούς, ενώ η μερική επιστροφή ποσού 43.155 ευρώ από τη δεύτερη κατηγορουμένη ενίσχυσε δικογραφικά την κρίση ότι τα χρήματα είχαν ενσωματωθεί στην προσωπική της σφαίρα.
Επιπλέον, σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος, τα κονδύλια προέρχονταν από κέρδη της εταιρείας τα οποία όφειλαν να παραμείνουν σε εταιρικό λογαριασμό προς διανομή κατά τα ποσοστά συμμετοχής των εταίρων.
Η υπόθεση οδηγείται πλέον στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, όπου θα κριθεί επί της ουσίας η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων για την αποδιδόμενη πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, με αντικείμενο αξίας που υπερβαίνει το όριο των 120.000 ευρώ.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου