- Η σφράγιση του βατήρα στην παραλία του Έλλη από την κεντρική λιμενάρχη Ρόδου προήλθε λόγω της επικινδυνότητας της κατασκευής και της έλλειψης στατικού ελέγχου.
- Η ποινική προκαταρκτική εξέταση από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου αναζητά ευθύνες, ενώ οι φορείς μεταθέτουν τις αρμοδιότητες ο ένας στον άλλον, χωρίς να αναλαμβάνουν δράση.
- Η τελευταία αξιολόγηση της στατικής επάρκειας του βατήρα πραγματοποιήθηκε το 2007, με αποτέλεσμα την απουσία ελέγχων και εργασιών αποκατάστασης για σχεδόν 20 χρόνια.
- Η κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη χρήση του βατήρα, οδήγησε στη λήψη του μέτρου σφράγισης για την ασφάλεια των λουομένων.
• Στο πλαίσιο της ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης για την επικινδυνότητα και τη μακρόχρονη εγκατάλειψη του βατήρα, οι φορείς παραπέμπουν ο ένας στον άλλον, την ώρα που η μεταβίβαση του συγκροτήματος του Έλλη στον Δήμο Ρόδου παραμένει ανολοκλήρωτη, καθώς η διαπιστωτική πράξη πάγωσε εξαιτίας τμήματος αιγιαλού • Το ιστορικό μνημείο παραμένει χωρίς μερίδα στο Κτηματολόγιο
Η σφράγιση του εμβληματικού τραμπολίνου στην παραλία του Έλλη, με απόφαση της κεντρικής λιμενάρχη Ρόδου λόγω της επικινδυνότητας της κατασκευής, δεν έκλεισε την υπόθεση αλλά την άνοιξε σε ένα πιο σύνθετο επίπεδο. Με την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου να διενεργεί ποινική προκαταρκτική εξέταση για την αναζήτηση ευθυνών, το ερώτημα τίθεται πλέον πιεστικά. Ποιος φορέας είναι αρμόδιος.
Όπως προκύπτει από τη διασταύρωση των επίσημων εγγράφων, αντί κάποιος να επωμιστεί την ευθύνη, οι υπηρεσίες φέρεται να επιδίδονται εδώ και χρόνια σε ένα πινγκ – πονγκ αρμοδιοτήτων, με κάθε πλευρά να μεταθέτει το βάρος στην επόμενη.
Από την προειδοποίηση στην επιβολή του μέτρου
Η σφράγιση είχε ουσιαστικά προαναγγελθεί μέσα από διαδοχικά έγγραφα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ρόδου. Σε έγγραφο που εκδόθηκε σε εκτέλεση παραγγελίας της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ρόδου της 11ης Ιουνίου 2026, η κεντρική λιμενάρχης είχε επισημάνει ότι ο βατήρας, λόγω της υφιστάμενης κατάστασής του, ενδέχεται να εγκυμονεί κινδύνους για την ασφάλεια των λουομένων και γενικότερα για την ανθρώπινη ζωή στη θάλασσα, με ρητή προειδοποίηση ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης θα επέβαλλε τα προβλεπόμενα μέτρα προς αποφυγή της χρήσης του από τους λουόμενους. Καθώς οι εργασίες αποκατάστασης δεν δρομολογήθηκαν και ο εκκρεμής στατικός έλεγχος δεν διενεργήθηκε, το μέτρο εφαρμόστηκε και η πρόσβαση απαγορεύτηκε.
Οπως απεκάλυψε η «δημοκρατική», το ζήτημα είχε αναζωπυρωθεί τον Μάιο του 2025, όταν το Λιμεναρχείο επανέφερε εγγράφως, στις 21 Μαΐου 2025, το θέμα της στατικής επάρκειας, σημειώνοντας ότι η εξέδρα δεν είχε ελεγχθεί από κανέναν φορέα από το 2007. Η μη επίλυσή του οδήγησε στην εκ νέου εμπλοκή της Εισαγγελίας και στο άνοιγμα νέου κύκλου διερεύνησης.

Δύο δεκαετίες χωρίς στατικό έλεγχο
Το πρόβλημα είχε εντοπιστεί ήδη χρόνια πριν. Το 2020, στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης, διορισθείς πραγματογνώμονας δεν χορήγησε βεβαίωση στατικής επάρκειας, καθώς η κατασκευή προστασίας του θεμελίου από τις διαβρώσεις είχε αστοχήσει. Ανέφερε ότι, υπό συνήθεις καιρικές συνθήκες, ο βατήρας στο σύνολό του κρίνεται ασφαλής, όμως για να είναι απολύτως ασφαλής υπό δυσμενείς συνθήκες απαιτείται ζώνη οπλισμένου σκυροδέματος κατά την περίμετρο του θεμελίου, ενώ συνιστούσε και ετήσιο έλεγχο. Έκτοτε ουδείς έλεγχος διενεργήθηκε και καμία εργασία δεν εκτελέστηκε στην περίμετρο του θεμελίου. Ο συνδυασμός της εντατικής χρήσης τους θερινούς μήνες, της έκθεσης στο θαλάσσιο περιβάλλον και της απουσίας ελέγχου επί σχεδόν 20 χρόνια οδήγησε στη λήψη του δραστικού μέτρου.
Καθένας δείχνει τον επόμενο
Η αλληλογραφία των τελευταίων ετών αποτυπώνει με ενάργεια το φαινόμενο της μετάθεσης ευθυνών. Η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων Δωδεκανήσου της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, μέσα από σειρά εγγράφων που εκτείνονται από το 2018 έως και τον Απρίλιο του 2022, ξεκαθάρισε ότι η κυριότητα, η επικαρπία ή η νομή του τραμπολίνου δεν ανήκουν στην Περιφέρεια, η οποία υποστηρίζει ότι δεν έχει αρμοδιότητα ούτε για τη σύνταξη μελέτης ούτε για την εκτέλεση εργασιών συντήρησης και ότι ουδέποτε προέβη σε τέτοιες εργασίες από τα τέλη του 2007 και εντεύθεν, παραπέμποντας στην ΕΤΑΔ Α.Ε. βάσει του νόμου για τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου.
Ανάλογη στάση είχε κρατήσει και το Λιμενικό Ταμείο Νότιας Δωδεκανήσου, το οποίο τον Απρίλιο του 2022 ανέφερε ότι ο βατήρας βρίσκεται εκτός χερσαίας λιμενικής ζώνης της πόλεως Ρόδου και ότι, όπως προκύπτει από το αρχείο του, ουδέποτε στο παρελθόν προχώρησε σε εργασίες επισκευής ή συντήρησης, επικαλούμενο και τον χαρακτηρισμό της κατασκευής ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου.
Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκε και η Κτηματική Υπηρεσία Δωδεκανήσου. Σε έγγραφό της τον Ιούνιο του 2021 υποστήριξε ότι η εξέδρα αποτελεί κτίσμα και, ως τέτοια, δεν συγκαταλέγεται στην κοινόχρηστη αλλά στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, ενώ η ίδια διαχειρίζεται τη ζώνη αιγιαλού χωρίς να εκτελεί έργα ή να εκπονεί μελέτες, αρμοδιότητα που αποδίδει στη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας, και με την αστυνόμευση του θαλάσσιου χώρου να ανήκει στο Λιμεναρχείο.
Παρόμοια, η Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων ξεκαθάρισε το 2022 ότι ο έλεγχος στατικής επάρκειας, η λήψη μέτρων πρόληψης ατυχήματος και η εκτέλεση έργων συντήρησης ή επισκευής δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της, διατηρώντας ωστόσο τον λόγο για την έγκριση κάθε επέμβασης σε χαρακτηρισμένο μνημείο.

Η αντίφαση στην καρδιά της υπόθεσης
Το πινγκ πονγκ μετατρέπεται σε ευθεία αντίφαση στο ιδιοκτησιακό. Τόσο η Κτηματική Υπηρεσία όσο και η υπηρεσία μνημείων κατατείνουν προς την ΕΤΑΔ Α.Ε. Η Κτηματική διατείνεται ότι, εφόσον υποτεθεί πως η εξέδρα δεν συμπεριελήφθη στην παραχώρηση του 1971 προς τον Δήμο, τότε ως υφιστάμενο κτίσμα ανήκε και ανήκει στην ΕΤΑΔ, στην οποία μεταβιβάστηκε η πλήρης κυριότητα της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου με τον νόμο 4389 του 2016. Η υπηρεσία μνημείων σημειώνει ότι, αναλόγως της ερμηνείας του κειμένου της παραχώρησης, το τραμπολίνο ανήκει είτε στον Δήμο είτε στην ΕΤΑΔ. Η ΕΤΑΔ, ωστόσο, σε έγγραφό της τον Ιούνιο του 2025 προς το Κεντρικό Λιμεναρχείο, απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε αρμοδιότητα, υποστηρίζοντας ότι η κυριότητα του ακινήτου και της εξέδρας δεν περιήλθε ποτέ στον ΕΟΤ και ότι η εξέδρα συνδέεται λειτουργικά με ακίνητο κυριότητας του Δήμου Ρόδου. Έτσι, ενώ οι κρατικές υπηρεσίες δείχνουν προς την ΕΤΑΔ, η ΕΤΑΔ επιστρέφει το ζήτημα στον Δήμο.
Η θέση του Δήμου και το «μέσα στη θάλασσα»
Ο Δήμος Ρόδου βρίσκεται σε ιδιότυπη θέση. Αναγνωρίζει ότι το συγκρότημα του Έλλη του ανήκει και το νέμεται μέσω της εκμίσθωσής του, ως προς τον βατήρα όμως υπερασπίζεται τη γραμμή ότι η ευθύνη δεν τον βαραίνει για ό,τι βρίσκεται εντός του θαλάσσιου χώρου, επιχείρημα παράλληλο με εκείνο που είχε διατυπώσει στο παρελθόν το Λιμενικό Ταμείο. Δεν έχει, ωστόσο, την ευχέρεια να αποποιηθεί τη διεκδίκηση της κυριότητας, καθώς μια τέτοια κίνηση θα τον εξέθετε σε κίνδυνο να απωλέσει τα δικαιώματά του επί ολόκληρου του συγκροτήματος, ενός ακινήτου που, παρά τα πενήντα και πλέον χρόνια, παραμένει εκκρεμές ως προς την κτηματολογική του τακτοποίηση.
Το ακίνητο που έμεινε χωρίς μερίδα στο Κτηματολόγιο
Εδώ βρίσκεται ο κόμβος της υπόθεσης. Με το Νομοθετικό Διάταγμα 920 του 1971, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 148/Α/23 Ιουλίου 1971, τα καταργούμενα οικοδομικά τετράγωνα υπό τα στοιχεία «Ν.Ο.Ρ.», «ΟΔΑΠΔΔ» και «ΕΛΛΗ», που ανήκαν στον Οργανισμό Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω δυνάμει του νόμου 2100 του 1952, περιήλθαν «από της ισχύος του παρόντος και άνευ άλλης τινός διαδικασίας εις την κυριότητα του Δήμου Ρόδου», χωρίς να μεσολαβήσει ο ΕΟΤ.
Στην πράξη, η μεταβίβαση ουδέποτε ολοκληρώθηκε. Σύμφωνα με τη νομική προσέγγιση που έγινε για λογαριασμό του Δήμου, ο ίδιος όφειλε εντός τετραμήνου από την απόφαση να υποβάλει τροποποιητικό ρυμοτομικό σχέδιο για τη δημιουργία οικοδομικού τετραγώνου, κάτι που δεν έπραξε. Έτσι το ιστορικό ακίνητο έμεινε χωρίς κτηματολογική μερίδα και η κυριότητα εξακολουθεί να εμφανίζεται στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου, μάλιστα ως κοινόχρηστος χώρος. Για να αρθεί η εκκρεμότητα, εκδόθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2023 διαπιστωτική πράξη με την οποία ο τότε δήμαρχος αποχαρακτήριζε από κοινόχρηστο το τμήμα που περιλαμβάνει το κτήριο της Ροτόντας των Λουτρών μαζί με τους περιβάλλοντες χώρους, οι οποίοι θα εκτείνονταν το μέγιστο μέχρι τη γραμμή αιγιαλού, ώστε να δημιουργηθεί κτηματολογική μερίδα και, με τη μεταγραφή του Διατάγματος του 1971, να περιέλθει στην περιουσία του Δήμου. Η πράξη όριζε ρητά ότι ο αποχαρακτηρισμός θα γινόταν πάντοτε με τη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου.
Γιατί πάγωσε η διαδικασία
Εκεί ακριβώς σκόνταψε η προσπάθεια. Η διαπιστωτική πράξη δεν προχώρησε, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες, η Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου έκρινε ότι ο προσδιορισμός των ορίων κακώς περιλάμβανε και τμήμα αιγιαλού. Δεδομένου ότι ο αιγιαλός ανήκει στην κοινόχρηστη περιουσία του Δημοσίου και δεν μπορεί να αποχαρακτηριστεί προς δημιουργία ιδιωτικής μερίδας, η σύμφωνη γνώμη που απαιτούσε η ίδια η πράξη δεν δόθηκε και η διαδικασία πάγωσε. Το πάγωμα αυτό είναι ο λόγος για τον οποίο το συγκρότημα του Έλλη παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς δική του μερίδα στο Κτηματολόγιο, με την κυριότητα στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου, και ταυτόχρονα ο λόγος για τον οποίο ο Δήμος δεν έχει περιθώριο να αποστασιοποιηθεί από το ακίνητο.
Ένα μνημείο της Ιταλοκρατίας στο επίκεντρο
Η υπόθεση φέρει και ιδιαίτερο ιστορικό βάρος. Πρόκειται για κατασκευή της Ιταλοκρατίας, ανεγερμένη από την ιταλική κυβέρνηση για την εξυπηρέτηση των λουτρικών αναγκών της εποχής, ως τμήμα ευρύτερου λουτρικού συγκροτήματος που περιλάμβανε τόσο τις χερσαίες εγκαταστάσεις όσο και την εξέδρα καταδύσεων. Το σύνολο, μαζί με την εξέδρα, χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο και έργο τέχνης με την υπουργική απόφαση ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/2665/43698 της 18ης Δεκεμβρίου 1987, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 19/Β/27 Ιανουαρίου 1988, χαρακτηρισμός που επιβεβαιώθηκε ως ισχύων και αμετάβλητος σε νεότερο ΦΕΚ του Ιουλίου 2024, σχετικό με τον επανακαθορισμό της οριογραμμής της παραλίας. Ο χαρακτηρισμός προσθέτει υποχρεώσεις προστασίας χωρίς να μεταβάλλει το ιδιοκτησιακό, λειτουργεί όμως ως ένα ακόμη κομμάτι του γρίφου, αφού κάθε επέμβαση προϋποθέτει την έγκριση της υπηρεσίας μνημείων.
Με τη σφράγιση της κατασκευής, η εικόνα συνοψίζεται σε μια διπλή εκκρεμότητα. Από τη μία ο στατικός έλεγχος και οι εργασίες αποκατάστασης που δεν έχουν δρομολογηθεί επί σχεδόν 20 χρόνια, από την άλλη το ιδιοκτησιακό και κτηματολογικό αδιέξοδο που κρατά το μνημείο χωρίς μερίδα και χωρίς ξεκάθαρο διαχειριστή. Η ποινική προκαταρκτική εξέταση καλείται πλέον να ξεδιαλύνει ποιος ευθύνεται για την κατάσταση αυτή, σε ένα τοπίο όπου, μέχρι στιγμής, κάθε φορέας δείχνει προς τον επόμενο.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














