- Ένας στους τέσσερις πολίτες στα Δωδεκάνησα δηλώνει αδυναμία πρόσβασης σε γιατρό λόγω γεωγραφικών αποστάσεων και υποστελέχωσης των δομών υγείας.
- Η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου κατατάσσεται δεύτερη στην ΕΕ όσον αφορά τις ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες, με το 25,5% των κατοίκων να αντιμετωπίζει προβλήματα πρόσβασης σε φροντίδα.
- Η κατάσταση επιδεινώνεται κατά τη θερινή περίοδο λόγω της αύξησης της κυκλοφορίας και της τουριστικής κίνησης, που επηρεάζει την προσβασιμότητα.
- Η πόλη της Ρόδου και οι κοντινές κοινότητες είναι οι μόνοι οικισμοί που πληρούν τα ευρωπαϊκά κριτήρια για άμεση πρόσβαση σε νοσοκομειακή φροντίδα.
• Ένας στους τέσσερις πολίτες δηλώνει αντικειμενική αδυναμία πρόσβασης σε γιατρό λόγω αποστάσεων • Η ανάλυση αποτυπώνει το χρονικό αδιέξοδο στις μετακινήσεις των ασθενών στα Δωδεκάνησα, το οποίο επιβαρύνεται δραματικά από την υποστελέχωση των δομών υγείας
Σε έναν διαρκή «αγώνα δρόμου» υποχρεώνονται οι κάτοικοι των νησιών της Δωδεκανήσου προκειμένου να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες περίθαλψης, καθώς η αντικειμενικά περιορισμένη γεωγραφική προσβασιμότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται στους επίσημους δείκτες της Eurostat, επιβαρύνεται από τις 57 κενές οργανικές θέσεις ιατρών στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου, το οποίο καλείται να λειτουργήσει με μόλις 96 εν ενεργεία γιατρούς για να καλύψει πολλαπλάσιες ανάγκες της δυναμικής του.
Η διαχείριση των υπηρεσιών υγείας στις νησιωτικές περιοχές αποτελεί μια σταθερή επιχειρησιακή πρόκληση, όπου η γεωγραφική ιδιαιτερότητα και η στελέχωση των υποδομών συνιστούν δύο παράγοντες αλληλένδετους. Όταν οι ελλείψεις ιατρικού προσωπικού επιβαρύνονται από τις γεωγραφικές αποστάσεις, η πίεση στο σύστημα περίθαλψης των Δωδεκανήσων μεγεθύνεται, ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο που ο πληθυσμός πολλαπλασιάζεται.
Για την εξαγωγή των δεδομένων της, η Eurostat χρησιμοποιεί ένα εξειδικευμένο μοντέλο χωρικής ανάλυσης (Census Grid 100 μέτρων), το οποίο δεν υπολογίζει τις αποστάσεις σε απόλυτα χιλιόμετρα, αλλά σε πραγματικό χρόνο οδήγησης μέσω του υφιστάμενου οδικού δικτύου, σε συνάρτηση με την πυκνότητα του μόνιμου πληθυσμού.
Ο δείκτης αυτός μετρά τη «γεωγραφική προσβασιμότητα» (Spatial Accessibility) και θέτει τα 15 λεπτά ως το ανώτατο διεθνές όριο ασφαλείας για τη μεταφορά ενός ασθενούς σε οργανωμένη νοσοκομειακή δομή. Στην ιατρική επιστήμη, το συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο ορίζεται ως η «χρυσή ώρα» (Golden Hour), εντός της οποίας η λήψη εξειδικευμένης φροντίδας καθορίζει την επιβίωση ή την αποφυγή μόνιμων αναπηριών σε κρίσιμα περιστατικά, όπως τα εμφράγματα και τα εγκεφαλικά επεισόδια.
Με βάση αυτή την αυστηρή μεθοδολογία, η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου καταγράφει μια από τις δυσμενέστερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση της σχετικής λίστας των 161 περιφερειών της ΕΕ όσον αφορά στις ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες (unmet needs) λόγω γεωγραφικών παραγόντων. Το 25,5% των κατοίκων, δηλαδή ένας στους τέσσερις πολίτες, δηλώνει αντικειμενική αδυναμία πρόσβασης σε φροντίδα ή εξετάσεις, ακριβώς επειδή διαβιεί εκτός αυτού του ορίου ασφαλείας.
Στα Δωδεκάνησα, η γεωγραφική διασπορά και η κατάσταση του οδικού δικτύου μεταφράζουν τους ευρωπαϊκούς δείκτες σε τρεις διαφορετικές ταχύτητες, οι οποίες κατά τη θερινή περίοδο επιβαρύνονται δραματικά λόγω της αυξημένης κυκλοφοριακής κίνησης στη διάρκεια της σεζόν.
Αστικά κέντρα και περιαστικές περιοχές: Η πόλη της Ρόδου και οι περιαστικές κοινότητες (Ιαλυσός, Κρεμαστή, Φαληράκι) διατηρούν γεωγραφική εγγύτητα μικρότερη των 15 λεπτών από το νοσοκομείο, αποτελώντας τη μοναδική ζώνη που πληροί τα ευρωπαϊκά κριτήρια άμεσης πρόσβασης.
Κεντρική και Νότια Ρόδος: Οι οδικοί άξονες σύνδεσης περιοχών όπως ο Αρχάγγελος, η Λίνδος ή η Κατταβιά με το νοσοκομείο απαιτούν χρόνους οδήγησης που κυμαίνονται από 35 λεπτά έως και 1 ώρα και 15 λεπτά. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι για έναν κάτοικο της Νότιας Ρόδου, η «χρυσή ώρα» έχει ήδη εξαντληθεί κατά τη διάρκεια της διαδρομής, πρόκληση που εντείνεται το καλοκαίρι λόγω της κυκλοφοριακής συμφόρησης που επιμηκύνει τους χρόνους αντακόκρισης του ΕΚΑΒ.
Νησιά: Στα μικρά νησιά (Χάλκη, Σύμη, Τήλος, Καστελλόριζο), ο χρόνος δεν μετράται πλέον σε λεπτά οδικού δικτύου, αλλά σε διαθεσιμότητα ακτοπλοϊκών δρομολογίων και σε καιρικές συνθήκες. Για τους πολίτες αυτούς, η προσβασιμότητα είναι μηδενική κατά τις νυχτερινές ώρες ή σε περιόδους απαγορευτικών απόπλου, καθιστώντας τις αεροδιακομιδές τη μοναδική, αλλά χρονοβόρα, επιχειρησιακή διέξοδο.
Αυτή η αντικειμενική γεωγραφική πίεση, την οποία καταγράφει η Eurostat, μεταφέρεται απευθείας στο ιατρικό προσωπικό του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το ίδρυμα υποστηρίζεται σήμερα από 96 εν ενεργεία γιατρούς. Με βάση το ισχύον οργανόγραμμά του, το Νοσοκομείο Ρόδου προβλέπει 153 οργανικές θέσεις γιατρών. Τα οργανικά κενά ανέρχονται σε 57, αριθμός που μεταφράζεται σε ποσοστό έλλειψης 37%.
Η απογύμνωση αυτή επιβαρύνει άμεσα τις κλινικές πρώτης γραμμής, οι οποίες υποδέχονται τα περιστατικά από όλες τις ζώνες προσβασιμότητας των Δωδεκανήσων. Η Παθολογική, η Χειρουργική, η Καρδιολογική, η Παιδιατρική, το Απεικονιστικό Τμήμα και το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) λειτουργούν με το υπάρχον προσωπικό να καταβάλλει υπερπροσπάθεια για την πλήρη κάλυψη των εφημεριών και των καθημερινών αναγκών.
Ως μέτρο εξισορρόπησης των γεωγραφικών αποκλεισμών και της αδυναμίας άμεσης πρόσβασης, η πολιτεία προωθεί την επιχειρησιακή επέκταση του Εθνικού Δικτύου Τηλεϊατρικής (ΕΔΙΤ), ενός προγράμματος που χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και αφορά κατά κύριο λόγο στη 2η Υγειονομική Περιφέρεια (Πειραιώς και Αιγαίου).
Η συγκεκριμένη υποδομή βασίζεται στην εγκατάσταση Σταθμών Τηλεϊατρικής Ασθενούς (ΣΤΑ) στα περιφερειακά ιατρεία και στα Κέντρα Υγείας των μικρότερων νησιών της περιοχής, όπως η Σύμη, η Χάλκη, η Τήλος και το Καστελλόριζο. Μέσω αυτού του δικτύου, ο γενικός ή αγροτικός ιατρός που υπηρετεί στην απομονωμένη μονάδα μπορεί να συνδεθεί σε πραγματικό χρόνο, μέσω ψηφιακών καναλιών υψηλής ευκρίνειας, με εξειδικευμένους ιατρούς (καρδιολόγους, πνευμονολόγους ή νευρολόγους) που βρίσκονται στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου ή σε νοσοκομεία αναφοράς της Αττικής.
Η πλατφόρμα επιτρέπει την ταυτόχρονη μετάδοση ζωτικών ενδείξεων και διαγνωστικών εξετάσεων, προσφέροντας άμεση καθοδήγηση για τη σταθεροποίηση του ασθενούς και μειώνοντας την ανάγκη για άσκοπες ή υψηλού ρίσκου αεροδιακομιδές.
Ωστόσο, η εισαγωγή αυτών των εφαρμογών αναδεικνύει έναν ευρύτερο προβληματισμό εντός του νοσοκομειακού κλάδου. Στις θεσμικές συζητήσεις για την περιφερειακή υγεία επισημαίνεται συστηματικά ότι οι ψηφιακές υποδομές, παρά τη χρησιμότητά τους στη διαγνωστική καθοδήγηση, λειτουργούν αποκλειστικά συμπληρωματικά.
Όπως τονίζεται από εκπροσώπους των ιατρικών συλλόγων, η τεχνολογία δεν δύναται να υποκαταστήσει τη φυσική παρουσία εξειδικευμένου προσωπικού ούτε τη συμβατική κλινική πράξη στην πρώτη γραμμή, καθώς οι ψηφιακές εφαρμογές δεν μπορούν να εκτελέσουν επείγουσες επεμβάσεις ή να υποστηρίξουν σταθερή νοσηλεία. Υπό το πρίσμα αυτό, η ανάπτυξη της τηλεϊατρικής θεωρείται χρήσιμο εργαλείο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα λειτουργήσει ως επιχείρημα για τη μη κάλυψη των 57 κενών οργανικών θέσεων του Νοσοκομείου Ρόδου με μόνιμο ιατρικό δυναμικό.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














