- Σήμερα αρχίζει η δίκη 8 κατηγορουμένων για παράνομη διακίνηση μεταναστών στα Δωδεκάνησα, με σοβαρές κατηγορίες που περιλαμβάνουν τη συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης.
- Η υπόθεση ξεκίνησε το πρωί της 15ης Μαρτίου 2025, όταν το Λιμενικό Σώμα εντόπισε ύποπτο σκάφος που μετέφερε 73 πολίτες τρίτων χωρών, μεταξύ των οποίων και ανήλικοι.
- Οι μετανάστες είχαν πληρώσει ποσά από 1.700 έως 4.300 ευρώ για τη μεταφορά τους, ενώ οι συνθήκες του ταξιδιού ήταν επικίνδυνες, με ασφυκτικό συνωστισμό και έλλειψη σωστικών μέσων.
- Ο φερόμενος κυβερνήτης του σκάφους, υπήκοος Τουρκίας, συνελήφθη μετά την αποβίβαση και αναγνωρίστηκε από τους μετανάστες ως ο διακινητής τους.
Μία από τις πλέον σύνθετες υποθέσεις παράνομης διακίνησης μεταναστών των τελευταίων ετών στα Δωδεκάνησα φθάνει στο ακροατήριο. Σήμερα, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Α’ Βαθμού Δωδεκανήσου, κάθονται στο εδώλιο 8 κατηγορούμενοι.
Το κατηγορητήριο περιλαμβάνει ένα ολόκληρο πλέγμα κακουργηματικών πράξεων, από την παράνομη μεταφορά πολιτών τρίτων χωρών εκ κερδοσκοπίας και κατά συρροή έως τη συγκρότηση, την ένταξη και τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, ενώ σε μία εκ των κατηγορουμένων αποδίδεται επιπλέον και η πράξη της ψευδούς βεβαίωσης.
Το ξημέρωμα της 15ης Μαρτίου 2025
Η υπόθεση ξεκίνησε τα ξημερώματα της 15 Μαρτίου 2025, όταν περιπολικό σκάφος του Λιμενικού Σώματος εντόπισε ύποπτο ταχύπλοο, χρώματος λευκού με μπλε ρίγα, να κινείται με πορεία προς τις ακτές νησιού των Δωδεκανήσων. Παρά τη χρήση φωτεινών και ηχητικών σημάτων, ο χειριστής του σκάφους δεν συμμορφώθηκε και ακολούθησε καταδίωξη, η οποία έληξε όταν το σκάφος προσάραξε σε παραλιακή περιοχή του νησιού. Από αυτό αποβιβάστηκε άμεσα μεγάλος αριθμός ατόμων, που διασκορπίστηκαν στη γύρω ορεινή περιοχή.
Όπως προέκυψε στη συνέχεια, επρόκειτο για 73 πολίτες τρίτων χωρών, υπηκόους Αφγανιστάν, Υεμένης, Σομαλίας, Συρίας και Λιβάνου, μεταξύ των οποίων και σημαντικός αριθμός ανηλίκων, ακόμη και βρεφών και παιδιών κάτω των 12 ετών. Οι μετανάστες είχαν επιβιβαστεί, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, από τα τουρκικά παράλια σε μηχανοκίνητο σκάφος αναψυχής μήκους περίπου 11,87 μέτρων και πλάτους 5 μέτρων, με δύο εσωλέμβιους κινητήρες και βοηθητικό πνευστό. Το σκάφος δεν διέθετε σωστικά μέσα, στοιχείο που κατά την κατηγορούσα αρχή δημιουργούσε κίνδυνο για ανθρώπινη ζωή, ενώ το αντίτιμο που φέρεται να κατέβαλε κάθε μεταφερόμενος κυμαινόταν από 1.700 έως 4.300 ευρώ ή δολάρια, κατά περίπτωση.
Οι καταθέσεις των ίδιων των μεταφερομένων, οι οποίες περιλαμβάνονται στη δικογραφία, είναι αποκαλυπτικές για τις συνθήκες του ταξιδιού. Οι μάρτυρες περιέγραψαν ασφυκτικό συνωστισμό στο εσωτερικό του σκάφους, απόλυτη απουσία σωσιβίων και έντονο φόβο για τη ζωή τους, με αρκετούς εξ αυτών να δηλώνουν ότι δεν γνωρίζουν καν κολύμβηση. Περιέγραψαν επίσης με λεπτομέρεια τον μηχανισμό της διακίνησης, με τηλεφωνική καθοδήγηση από διακινητές, καταβολή των χρημάτων μέσω άτυπων γραφείων μεταφοράς χρημάτων, προσωρινή διαμονή σε ξενοδοχεία των τουρκικών παραλίων και μεταφορά με οχήματα έως το σημείο επιβίβασης τις πρώτες πρωινές ώρες.
Ο φερόμενος ως κυβερνήτης και η σύλληψή του
Πρώτος κατηγορούμενος στη δικογραφία είναι αλλοδαπός, υπήκοος Τουρκίας, ο οποίος φέρεται ως ο κυβερνήτης του σκάφους. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αποβιβάστηκε μαζί με τους μεταφερόμενους αλλά αποχωρίστηκε από αυτούς, ενώ λίγες ώρες αργότερα πολίτες ειδοποίησαν τις αρχές για άτομο που κρυβόταν σε εξωκλήσι της περιοχής. Ο άνδρας εντοπίστηκε και αναγνωρίστηκε στη συνέχεια από πλήθος μεταφερομένων ως το πρόσωπο που κυβερνούσε το σκάφος. Πέραν της παράνομης μεταφοράς κατά συρροή, εκ κερδοσκοπίας και με δυνατότητα πρόκλησης κινδύνου για άνθρωπο, του αποδίδονται η συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση καθώς και η παράνομη είσοδος στη χώρα. Κρατείται προσωρινά από τη 16η Μαρτίου 2025.
Η εγκληματική οργάνωση και οι ρόλοι των μελών της
Κατά την κατηγορούσα αρχή, η μεταφορά της 15ης Μαρτίου 2025 δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό αλλά προϊόν επιχειρησιακά δομημένης και με διαρκή δράση εγκληματικής οργάνωσης, η οποία δραστηριοποιούνταν μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Η οργάνωση φέρεται να απαρτιζόταν, πέραν των κατηγορουμένων, και από τουλάχιστον 11 ακόμη άτομα που βρίσκονται στην Τουρκία, τα περισσότερα αγνώστων στοιχείων και γνωστά μόνο με ψευδώνυμα. Τα μέλη αυτά, όπως αναφέρεται, συντόνιζαν και οργάνωναν τις μεταφορές, ανεύρισκαν πλωτά μέσα και οχήματα, όριζαν ως χειριστές των σκαφών άλλα μέλη της οργάνωσης και παρείχαν κατάλυμα στους μεταφερόμενους σε ξενοδοχεία των τουρκικών παραλίων μέχρι την αναχώρησή τους.
Ως συνδιευθυντές της οργάνωσης φέρονται ο δεύτερος και ο έβδομος κατηγορούμενος. Ο ρόλος τους, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, συνίστατο κυρίως στην ανεύρεση και αγορά σκαφών στην Ελλάδα και στη μεταφορά τους στην Τουρκία, προκειμένου αυτά να χρησιμοποιηθούν στη συνέχεια για τις παράνομες μεταφορές. Ο δεύτερος κατηγορούμενος κρατείται προσωρινά από τη 18 Μαρτίου 2025, ενώ ο έβδομος, πρώην κάτοικος Ρόδου και ήδη αγνώστου διαμονής, φέρεται σύμφωνα με στοιχεία της δικογραφίας να βρίσκεται σε πόλη της Τουρκίας και σε βάρος του εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης. Ένταλμα εκκρεμεί και σε βάρος του όγδοου κατηγορουμένου, επίσης αγνώστου διαμονής, στον οποίο αποδίδεται συγκρότηση και ένταξη στην οργάνωση.
Στον πέμπτο κατηγορούμενο, αλλοδαπό που κρατείται για άλλη αιτία, αποδίδεται ένταξη στην οργάνωση με ρόλο τη διαχείριση και συντήρηση των σκαφών. Στον τρίτο κατηγορούμενο, ημεδαπό κάτοικο Αττικής στον οποίο έχουν επιβληθεί περιοριστικοί όροι, αποδίδεται συγκρότηση και ένταξη στην οργάνωση, με ρόλο σχετιζόμενο με τη διακυβέρνηση πλωτών μέσων και τη διαχείριση του επίμαχου σκάφους.
Το σκάφος με τις δύο ταυτότητες
Κεντρικό αποδεικτικό ζήτημα της δίκης αναμένεται να αποτελέσει η ταυτότητα του σκάφους. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, το ταχύπλοο που προσάραξε στο νησί έφερε έγγραφο εθνικότητας πολωνικών αρχών με ξενόγλωσση ονομασία, ωστόσο εκατέρωθεν της γέφυρας διακρινόταν η παλαιότερη ονομασία του, με την οποία ήταν εγγεγραμμένο επί δεκαετίες στα ελληνικά νηολόγια. Καθοριστική για την ταύτιση αποδείχθηκε και μία τεχνική λεπτομέρεια. Ενώ το πολωνικό έγγραφο εθνικότητας ανέγραφε κινητήρες συγκεκριμένου εργοστασίου, η αυτοψία που διενεργήθηκε στο σκάφος διαπίστωσε κινητήρες διαφορετικής μάρκας, εκείνης ακριβώς που αναγραφόταν στον φάκελο του ελληνικού νηολογίου για το παλαιό σκάφος. Οι αρχές κατέληξαν ότι πρόκειται για το ίδιο ακριβώς πλωτό μέσο, το οποίο είχε αλλάξει όνομα και σημαία, με διαχειρίστρια πλέον εταιρεία εδρεύουσα στο εξωτερικό, την οποία σύμφωνα με μαρτυρική κατάθεση στελέχους του Λιμενικού Σώματος εκπροσωπούσε σε αγοραπωλησίες σκαφών ο δεύτερος κατηγορούμενος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαδρομή του σκάφους τους μήνες πριν από το επίμαχο περιστατικό. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, το σκάφος είχε αποπλεύσει από λιμάνι του νησιού στις 24 Ιανουαρίου 2025 με προορισμό την Τουρκία, με διμελές πλήρωμα αλλοδαπών. Η έξοδος αυτή κατέστη δυνατή, κατά το κατηγορητήριο, χάρη σε υπεύθυνη δήλωση με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου 2024, με την οποία ο φερόμενος ιδιοκτήτης εξουσιοδοτούσε συγκεκριμένο πρόσωπο να ταξιδέψει με το σκάφος. Το πρόσωπο όμως στο όνομα του οποίου είχε συνταχθεί η δήλωση ουδέποτε είχε εισέλθει στην ελληνική επικράτεια, όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια. Το σκάφος κατέπλευσε στην Τουρκία, παρελήφθη κατά την κατηγορούσα αρχή από μέλη της οργάνωσης και επαναχρησιμοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2025 για την παράνομη μεταφορά των 73 μεταναστών.
Η υπάλληλος του ΚΕΠ και η κατηγορία της ψευδούς βεβαίωσης
Στο σημείο αυτό εμπλέκεται η έκτη κατηγορούμενη, ημεδαπή μόνιμη υπάλληλος δήμου της Αττικής, υπηρετούσα σε Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στις 16 Δεκεμβρίου 2024 βεβαίωσε ψευδώς το γνήσιο της υπογραφής του προσώπου στο όνομα του οποίου είχε συνταχθεί η επίμαχη υπεύθυνη δήλωση, γνωρίζοντας ότι το άτομο που εμφανίστηκε ενώπιόν της δεν ήταν το πραγματικό, αφού πρόσωπο με τα στοιχεία αυτά ουδέποτε είχε εισέλθει στη χώρα. Με τον τρόπο αυτό, κατά την κατηγορούσα αρχή, κατέστη δυνατή η επιβίβαση των δύο αλλοδαπών ως πληρώματος και η αναχώρηση του σκάφους προς την Τουρκία. Στην κατηγορούμενη αποδίδονται η ένταξη σε εγκληματική οργάνωση και η ψευδής βεβαίωση.
Η ίδια, με υπόμνημα που υπέβαλε στο πλαίσιο της διαδικασίας, αρνείται κατηγορηματικά κάθε εμπλοκή και υποστηρίζει ότι υπήρξε θύμα πλαστογραφίας. Διατείνεται ότι κατά τον επίμαχο χρόνο υπηρετούσε σε εντελώς διαφορετικό κατάστημα ΚΕΠ από εκείνο του οποίου η σφραγίδα εμφανίζεται στο έγγραφο, γεγονός που κατά τους ισχυρισμούς της επιβεβαιώνεται και από το παρουσιολόγιο της ημέρας. Επικαλείται επίσης έγγραφο του οικείου δήμου, σύμφωνα με το οποίο τόσο η σφραγίδα της υπηρεσίας όσο και η προσωπική υπηρεσιακή της σφραγίδα διαφέρουν από εκείνες που έχουν αποτυπωθεί στην επίμαχη δήλωση, ενώ υποστηρίζει ότι και η υπογραφή που φέρεται ως δική της ουδεμία σχέση έχει με την πραγματική. Όπως αναφέρει, έχει ήδη υποβάλει μηνυτήρια αναφορά από τις 20 Ιανουαρίου 2026 για τον εντοπισμό του προσώπου που πλαστογράφησε τα στοιχεία της και έχει ζητήσει τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.
Ο 80χρονος πρώην ιδιοκτήτης και η δική του γραμμή άμυνας
Ξεχωριστή θέση στη δικογραφία κατέχει ο τέταρτος κατηγορούμενος, 80χρονος ημεδαπός επιχειρηματίας και πρώην ιδιοκτήτης του σκάφους, ο οποίος παραπέμπεται για συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση και είναι ο μόνος εκ των κατηγορουμένων που παραμένει ελεύθερος χωρίς όρους. Με εκτενές υπόμνημά του προς τον Πρόεδρο Εφετών Δωδεκανήσου, ο ίδιος υποστηρίζει ότι η εμπλοκή του στην υπόθεση εξαντλείται στο γεγονός ότι υπήρξε ιδιοκτήτης του σκάφους, από το οποίο διατείνεται ότι έχει αποξενωθεί πλήρως ήδη από τον Ιούνιο του 2022, όταν το πώλησε έναντι 20.700 ευρώ στον τρίτο κατηγορούμενο, τον μόνο όπως ισχυρίζεται άνθρωπο που γνωρίζει από τους συγκατηγορουμένους του.
Κατά τους ισχυρισμούς του, ο αγοραστής κωλυσιεργούσε επί σειρά ετών να ολοκληρώσει τη μεταβίβαση του σκάφους στο νηολόγιο, παρά τις αλλεπάλληλες οχλήσεις του ιδίου και των δικηγόρων του. Ο κατηγορούμενος επικαλείται μάλιστα έγγραφες ενημερώσεις που ο ίδιος απέστειλε προς την αρμόδια λιμενική αρχή ήδη από τον Μάιο του 2023, καθώς και εξώδικη δήλωση του Ιουλίου του 2024, με τις οποίες γνωστοποιούσε την πώληση και αποποιούνταν κάθε ευθύνη για το σκάφος. Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει, είναι νομικά και λογικά αδιανόητο ένα μέλος εγκληματικής οργάνωσης να ενημερώνει με δική του πρωτοβουλία τις διωκτικές αρχές για το καθεστώς του σκάφους που υποτίθεται ότι προοριζόταν για παράνομες πράξεις. Επικαλείται επίσης την ηλικία του, τη μακρά και υποδειγματική όπως αναφέρει επιχειρηματική του διαδρομή και το λευκό ποινικό του μητρώο.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)













