ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Τρεις επιφανείς Γάλλοι προτείνουν τα ελληνικά ως επίσημη γλώσσα της ΕΕ

news room 1 λεπτό ανάγνωση
γλώσσα

Γίνεται αντι­λη­πτό ότι το Brexit έγινε για δύο, κυρίως, λόγους. Ο πρώτος είναι πως η Αγγλία δεν αισθάν­θηκε ποτέ φύσει ανή­κουσα στην Ευρώπη.

Ο δεύ­τε­ρος είναι το έλλειμμα δημο­κρα­τίας που χαρα­κτη­ρί­ζει τη λει­τουρ­γία των ευρω­παϊ­κών θεσμι­κών οργάνων και το οποίο οι πολίτες αντι­λή­φθη­καν και κατήγ­γει­λαν ακού­ρα­στα και επί μακρόν.

Ο καθένας κατα­λα­βαί­νει πως είναι καιρός να ανα­κάμ­ψουμε, αν θέλουμε να σώσουμε ένα ευρω­παϊκό οικο­δό­μημα που πλέον δεν απο­τε­λεί ουτοπία, ύστερα από 50 χρόνια προ­σπα­θειών και συγκε­κρι­μέ­νων συμ­φω­νιών σε πάρα πολλούς τομείς. Πάνω απ’ όλα, είναι σίγουρα χρήσιμο να εργα­στούμε για να δημιουρ­γή­σουμε για την Ένωση, μια πραγ­μα­τικά δημο­κρα­τική λει­τουρ­γία.

Αν όμως επι­θυ­μούμε να κάνουμε ένα απο­φα­σι­στικό βήμα προς την κατεύ­θυνση μιας Ευρώπης που έχει τη δική της δυνα­μική, είναι απα­ραί­τητο να καλ­λιερ­γή­σουμε στον Ευρω­παίο πολίτη το αίσθημα του ανήκειν, το οποίο θα κατα­στή­σει την Ευρώπη ένα έθνος (που δεν εξα­λεί­φει κατ’ ανάγκη τα έθνη που το συνα­πο­τε­λούν).

Είμαστε πεπει­σμέ­νοι ότι η Ευρώπη θα είναι η Ευρώπη (που πρέπει), όταν θα είναι σε θέση να εδραιώ­σει μια φιλο­δο­ξία περισ­σό­τερο συνεπή προς το πνεύμα της – προς τη νοο­τρο­πία της θα λέγαμε – κι όχι εάν απο­τε­λεί απλώς συμ­μέ­τοχο στις υλι­στι­κές πλειο­δο­σίες του παγκό­σμιου «πολι­τι­σμού» που παράγει αμέ­τρη­τους από­κλη­ρους και οδηγεί την συντρι­πτική πλειο­νό­τητα των συγ­χρό­νων μας στην ψυχο­λο­γική, συναι­σθη­μα­τική και πνευ­μα­τική εξα­θλί­ωση.

Η ένταξη του πολίτη στο ευρω­παϊκό οικο­δό­μημα συν­δέ­ε­ται, κατά την άποψή μας, με μια συμ­βο­λική απόφαση η οποία, επι­βε­βαιώ­νο­ντας την ιδιό­τητά μας ως εχόντων την ευρω­παϊκή νοο­τρο­πία, οδηγεί σε μια συνει­δη­το­ποί­ηση που μας δια­σώ­ζει από τις υπερ­βο­λές των θανά­σι­μων αξιών της κυρί­αρ­χης κουλ­τού­ρας.

Ως εκ τούτου, προ­τεί­νουμε την υιο­θέ­τηση της ελλη­νι­κής, ως επί­ση­μης γλώσσας της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης.

Σίγουρα, η πρόταση αυτή θα προ­κα­λέ­σει έκπληξη και σαρ­κα­σμό, αλλά καλούμε τον ανα­γνώ­στη να δεχθεί να δει πέρα από την αρχική του αντί­δραση, τη βαθιά αλήθεια που εμπε­ριέ­χε­ται σε ό,τι απο­τε­λεί σήμερα μια ουτοπία. Γνω­ρί­ζουμε όλοι, ότι ανε­ξάρ­τητα από τα ραγδαία επι­στη­μο­νικά και φιλο­σο­φικά κεκτη­μένα του, το ελλη­νικό πνεύμα μπόρεσε να ορίσει τις έννοιες της δημο­κρα­τίας και του μέτρου, που απο­τε­λούν τα θεμέλια του ευρω­παϊ­κού πολι­τι­σμού.

Αν θέλουμε να προ­ω­θή­σουμε μια νέα συνει­δη­το­ποί­ηση αυτής της κλη­ρο­νο­μιάς, δεν το κάνουμε απλώς, για να προ­σκυ­νή­σουμε ένα ιστο­ρικό μνημείο ή, ακόμη λιγό­τερο, για να αυξή­σουμε μια ευρω­κε­ντρική παρά­νοια, αλλά διότι μας φαί­νε­ται υγιές σε τούτη την περίοδο της αμφι­βο­λίας, να ανα­ζω­ο­γο­νή­σουμε τη νοο­τρο­πία μας με αξίες που δίνουν κεντρική θέση στο διάλογο, στο κριτικό πνεύμα, στην αίσθηση του μέτρου ή ακόμη και στη δια­χεί­ριση των χτυ­πη­μά­των της μοίρας με αδελ­φο­σύνη.

Διότι, η ελλη­νική γλώσσα, η πηγή ζωής που μας έδωσε τα φώτα, ποτέ δεν έπαψε να τρο­φο­δο­τεί δια μέσου των αιώνων το ίδιο πνεύμα το οποίο συγκι­νού­μεθα όταν ανα­κα­λύ­πτουμε στην Ελλάδα του σήμερα. Έχουμε άραγε συνει­δη­το­ποι­ή­σει επαρκώς, το ότι η καθη­με­ρινή συμπε­ρι­φορά των Ελλήνων, που γοη­τεύει τον ξένο του­ρί­στα, απο­τε­λεί απλού­στατα έκφραση του ίδιου αυτού πνεύ­μα­τος;

Έχουμε άραγε συνει­δη­το­ποι­ή­σει επαρκώς, ότι η ελλη­νική είναι μία γλώσσα οι λέξεις της οποίας απηχούν σημα­σιο­λο­γικά, συναι­σθη­μα­τικά και μουσικά, βαθιά νοήματα, του­τέ­στιν την αλήθεια των πραγ­μά­των, η οποία επι­βί­ωσε και δεν λησμο­νή­θηκε στην πορεία; Εντέλει, έχουμε πλήρη επί­γνωση του ότι αυτή η κλη­ρο­νο­μιά, το πνεύμα, και η σημα­σιο­λο­γική απήχηση των λέξεων είναι στοι­χεία που εξα­κο­λου­θούν να είναι παρόντα σε μία γλώσσα ζωντανή;

Κατά τρόπον καλύ­τερο από οποια­δή­ποτε άλλη γλώσσα, η ελλη­νική είναι η γλώσσα του ανθρώ­που σε επαφή με το οικου­με­νικό (όπως, τόσο καλά, το είχε δια­τυ­πώ­σει ο Κώστας Αξελός σε ένα εμπνευ­σμένο κείμενο). Όμως, εξαρ­τά­ται πλέον μόνον από εμάς (και από τους Έλληνες) το να κατα­φύ­γουμε σε αυτήν την γλώσσα και να αντλή­σουμε έμπνευση από το πνεύμα που την διέπει. Ας αντι­λη­φθούμε, ότι η ελλη­νική είναι ο θησαυ­ρός που δια­θέ­τουμε, και θα ήταν ένδειξη πολύ κακής δια­χεί­ρι­σης να τον εγκα­τα­λεί­ψουμε στο ισχύον καθε­στώς, μιας γλώσσας που ομι­λεί­ται από ολίγους.

Από πρα­κτι­κής απόψεως, η υιο­θέ­τηση της ελλη­νι­κής ως επί­ση­μης γλώσσας της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης δεν ανα­μέ­νε­ται να συνα­ντή­σει μείζονα εμπόδια, ει μη μόνον αυτά των ανέ­ξο­δων σαρ­κα­σμών. Και ακριβώς λόγω της σημε­ρι­νής της «βαρύ­τη­τας», η ελλη­νική γλώσσα δεν θα μπο­ρούσε να θεω­ρη­θεί ως αντί­πα­λος των μεγάλων γλωσσών της Ευρώπης, έτσι ώστε η υιο­θέ­τησή της ως επί­ση­μης γλώσσας της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης θα απο­τε­λούσε περισ­σό­τερο ένα γεγονός σε συμ­βο­λικό επίπεδο, παρά ένα πραγ­μα­τικό πολι­τικό δια­κύ­βευμα.

Διότι το ζητού­μενο δεν είναι να επι­βλη­θεί καθο­λική εκμά­θηση της ελλη­νι­κής γλώσσας, αλλά απλού­στατα να της ανα­γνω­ρι­στεί – ως γλώσσας που συμ­βο­λί­ζει το ευρω­παϊκό πνεύμα- το στάτους της επί­ση­μης γλώσσας της Ένωσης.

Αυτό που προ­τεί­νουμε, είναι ένα είδος μαγικού που μας φαί­νε­ται μάλλον αυτο­νό­ητο, παρά τρελό, και που δύναται να μετα­μορ­φώ­σει τον πολίτη κάθε χώρας σε πραγ­μα­τικό πολίτη της Ευρώπης. Έχουμε πράγ­ματι την βεβαιό­τητα, ότι οι Ευρω­παίοι θα κολα­κεύ­ο­νταν αν έχαιραν κατ’ αυτόν τον τρόπο μιας απτής αίσθη­σης του ανήκειν σε έναν πολι­τι­σμό, ο οποίος τους συναρ­πά­ζει, ενώ, μέσα από την συμ­βο­λική αυτή προ­σχώ­ρηση θα μπο­ρού­σαν να αντλή­σουν την ελπίδα και την βούληση για μία Ευρώπη ισορ­ρο­πη­μένη, που θα δώσει εκ νέου προ­τε­ραιό­τητα στον άνθρωπο και στην τελεί­ωσή του. Εν κατα­κλείδι, τον τελικό λόγο για την ενδε­χό­μενη απήχηση που θα έχουν τα ελλη­νικά στην ζωή της Ένωσης, τον έχει ο λαός. Εάν ο συλ­λο­γι­σμός μας επα­λη­θευ­τεί, θα θριαμ­βεύ­σουν, αν πάλι όχι, η υιο­θέ­τηση των ελλη­νι­κών ως επί­ση­μης γλώσσας της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης θα παρα­μεί­νει ως ελά­χι­στος φόρος τιμής προς την πηγή του πολι­τι­σμού μας.

Μήπως όμως να αφή­σουμε την μαγεία να λει­τουρ­γή­σει;

Πριν ξεκι­νή­σουν για την ίδρυση του Βυζα­ντίου, οι Έλληνες άποικοι συμ­βου­λεύ­τη­καν το Μαντείο των Δελφών. Ο σιβυλ­λι­κός χρησμός που δόθηκε, είχε ως εξής: «Ιδρύ­σατε την πόλη σας, έναντι της πόλης των τυφλών».

Απέ­να­ντι από ένα χωριό που είχε κτιστεί στην ασια­τική όχθη λοιπόν, οι Έλληνες ανα­κά­λυ­ψαν τον Κεράτιο Κόλπο (το χρυσούν κέρας), τοπο­θε­σία απο­λύ­τως πρό­σφορη για την κατα­σκευή ενός εξαι­ρε­τι­κού λιμένα και μιας εξέ­χου­σας πόλης, που οι κάτοι­κοι του χωρίου δεν είχαν κατορ­θώ­σει να δουν.

Μήπως λοιπόν είμαστε κι εμείς τυφλοί;

Pierre Berringer, Νίκαια – εκδότης

Yves Canier, Μπε­ζαν­σόν – καθη­γη­τής κλα­σι­κής φιλο­λο­γίας

Catherine Teuler, Παρίσι – καθη­γή­τρια αγγλι­κής

Μετά­φραση: Νίκος Λεγάκης, Γεωργία Πρω­το­γέ­ρου

Επι­μέ­λεια κει­μέ­νου: Γεωργία Πρω­το­γέ­ρου

Πηγή: Le Monde /tvxs.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.