- Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου αναγνώρισε τον Οργανισμό Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος ως κύριο των ακινήτων που ανήκαν σε Ροδίτες Εβραίους που χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα.
- Το δικαστήριο ακύρωσε τις κτηματολογικές εγγραφές που κατέστησαν τα ακίνητα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου από τη δεκαετία του 1950.
- Οι αγωγές που κατατέθηκαν αφορούσαν 79 ακίνητα στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου, με τους αρχικούς ιδιοκτήτες να έχουν συλληφθεί κατά τη διάρκεια των φυλετικών διωγμών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
- Η απόφαση βασίστηκε στον αναγκαστικό νόμο 846/1946, που κατήργησε το κληρονομικό δικαίωμα του κράτους επί των ισραηλιτικών περιουσιών.
• Με 3 αποφάσεις του, που δημοσιεύθηκαν στις 23 Ιουνίου 2026, το δικαστήριο αναγνώρισε τον Οργανισμό Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος κύριο των ακινήτων που ανήκαν σε Ροδίτες Εβραίους οι οποίοι χάθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, έκρινε παράνομα τα πρωτόκολλα κατάληψης του Ελληνικού Δημοσίου και ακύρωσε τις σχετικές κτηματολογικές εγγραφές δεκαετιών
Μια υπόθεση με βαθιές ιστορικές ρίζες, που ξεκινά από τους φυλετικούς διωγμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και φθάνει μέχρι τις αίθουσες του Πρωτοδικείου Ρόδου, βρήκε τη δικαστική της κατάληξη σε πρώτο βαθμό. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με 3 αποφάσεις του που δημοσιεύθηκαν στις 23 Ιουνίου 2026, δικαίωσε τον Οργανισμό Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος (ΟΠΑΙΕ) στη μεγάλη αντιδικία του με το Ελληνικό Δημόσιο για 79 ακίνητα της Μεσαιωνικής Πόλης της Ρόδου, τα οποία ανήκαν σε Έλληνες Ισραηλίτες του νησιού που εξοντώθηκαν κατά το Ολοκαύτωμα.
Το δικαστήριο αναγνώρισε ότι στο πρόσωπο του Οργανισμού συμπληρώθηκε ο νόμιμος χρόνος νομής για την κτήση πλήρους κυριότητας, υποχρέωσε το Δημόσιο να αποδώσει τα ακίνητα και κήρυξε άκυρες τις κτηματολογικές εγγραφές με τις οποίες αυτά είχαν περιέλθει, από τη δεκαετία του 1950 και έπειτα, στην κυριότητα του κράτους.
Οι τρεις αγωγές και το αντικείμενό τους
Οι 3 αγωγές, κατατέθηκαν στις 8 Οκτωβρίου 2024. Η πρώτη αφορούσε 32 ακίνητα, η δεύτερη αρχικά 34, εκ των οποίων ο ενάγων Οργανισμός παραιτήθηκε παραδεκτώς ως προς 2, και η τρίτη 13 ακίνητα, ανάμεσά τους και 2 μη γνήσια βακουφικά. Πρόκειται στο σύνολό τους για ακίνητα νομικής φύσης μουλκ, δηλαδή ελεύθερης κυριότητας, που βρίσκονται στις θέσεις «Εβραϊκά», «Μερκάτο» (Αγορά), «Ιμπραήμ Πασά» και «Συναγωγή Σαλόμ» της κτηματικής περιφέρειας του δήμου Ρόδου, στην καρδιά δηλαδή της παλιάς εβραϊκής συνοικίας της Μεσαιωνικής Πόλης.
Οι αρχικοί και θεμελιώδεις τιτλούχοι των ακινήτων, όπως προκύπτει από τις κτηματολογικές εγγραφές της δεκαετίας του 1920, ήταν Έλληνες Ισραηλίτες της Ρόδου. Όπως δέχθηκε το δικαστήριο, άπαντες συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια των φυλετικών διωγμών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου από τα ναζιστικά στρατεύματα, μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και ουδέποτε επέστρεψαν, χωρίς έκτοτε να υπάρξει καμία πληροφορία για την τύχη τους. Μέχρι και τη συζήτηση των αγωγών δεν εμφανίστηκε κανένα συγγενικό τους πρόσωπο που να εγείρει κληρονομικά δικαιώματα, γεγονός από το οποίο το δικαστήριο συνήγαγε ότι δεν κατέλειπαν κληρονόμους. Ακόμη και στις λίγες περιπτώσεις όπου είχε μεσολαβήσει κληρονομική διαδοχή με αποφάσεις του Πρωτοδικείου Ρόδου της δεκαετίας του 1960, δεν αποδείχθηκε ότι οι κληρονόμοι αυτοί εμφανίστηκαν ποτέ στον Οργανισμό για να δηλώσουν το δικαίωμά τους εντός των νόμιμων προθεσμιών.

Το νομικό καθεστώς των σχολαζουσών ισραηλιτικών κληρονομιών
Η νομική βάση της υπόθεσης ανάγεται στον αναγκαστικό νόμο 846/1946, με τον οποίο καταργήθηκε το κληρονομικό δικαίωμα του κράτους επί των εκκειμένων ισραηλιτικών περιουσιών. Σύμφωνα με τον νόμο εκείνο, οι σχολάζουσες κληρονομίες των Ελλήνων Εβραίων που χάθηκαν στον πόλεμο συνεπεία των φυλετικών διωγμών και δεν άφησαν κληρονόμους δεν περιέρχονται στο Δημόσιο, αλλά σε νομικό πρόσωπο που θα ιδρυόταν με σκοπό την περίθαλψη και αποκατάσταση των Ισραηλιτών της Ελλάδος. Σε εκτέλεσή του εκδόθηκε το βασιλικό διάταγμα της 29ης Μαρτίου 1949, με το οποίο ιδρύθηκε ο ΟΠΑΙΕ.
Όπως αναλύεται στις αποφάσεις, ο Οργανισμός υποκαταστάθηκε στη θέση του Δημοσίου ως προς τη διαχείριση των εγκαταλελειμμένων ισραηλιτικών περιουσιών και, μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για την υποβολή αιτήσεων από τυχόν κληρονόμους, η οποία παρατάθηκε ατύπως επί διετία από τη δημοσίευση του διατάγματος, κατέστη εκ του νόμου κληρονόμος των απολεσθέντων. Έτσι, από τις 29 Μαρτίου 1951 ο ΟΠΑΙΕ νέμεται με πλασματική νομή τα ακίνητα αυτά ως κληρονόμος, χωρίς να απαιτείται φυσικός εξουσιασμός επί των πραγμάτων ούτε απόδειξη του θανάτου των δικαιοπαρόχων του, ο οποίος τεκμαίρεται από την ιδιότυπη μεταχείρισή τους. Το εκ του νόμου αυτό κληρονομικό δικαίωμα, σημειώνει το δικαστήριο, είναι αντιτάξιμο έναντι κάθε τρίτου και προεχόντως έναντι του Ελληνικού Δημοσίου.
Τα πρωτόκολλα κατάληψης και οι εγγραφές υπέρ του Δημοσίου
Παρά το καθεστώς αυτό, το Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου του Ιουλίου 1950 και την Ιταλοελληνική Συμφωνία του 1949 για τη ρύθμιση των ζητημάτων που απέρρεαν από τη Συνθήκη Ειρήνης με την Ιταλία, κατέλαβε τα επίδικα ακίνητα ως δήθεν εγκαταλελειμμένη περιουσία επαναπατρισθέντων Ιταλών υπηκόων. Οι καταλήψεις έγιναν με πρωτόκολλα των υπαλλήλων του τότε Κτηματικού Γραφείου Ρόδου σε διαδοχικά κύματα, κατά τα έτη 1950, 1952, 1955, 1971, 1973 και 1974, και καταχωρήθηκαν στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου. Μέρος των ακινήτων ενεγράφη στο όνομα του Οργανισμού Ακίνητης Περιουσίας του Δημοσίου Δωδεκανήσου και, μετά την κατάργηση του Οργανισμού εκείνου το 1973, περιήλθε αυτοδικαίως στο Δημόσιο, ενώ τα υπόλοιπα ενεγράφησαν απευθείας υπέρ του Δημοσίου με τη συμπλήρωση δεκαετίας από την κατάληψη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 34 του αναγκαστικού νόμου 1539/1938 περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων.
Το κρίσιμο εύρημα του δικαστηρίου είναι ότι τα ακίνητα ουδέποτε υπήρξαν εγκαταλελειμμένα από το 1949 και εντεύθεν, αφού είχαν ήδη περιέλθει στη νομή του ΟΠΑΙΕ δυνάμει του ειδικού νομοθετικού καθεστώτος. Κατά συνέπεια, η έκδοση των πρωτοκόλλων κατάληψης δεν ήταν νόμιμη και το Δημόσιο ουδέποτε κατέστη κύριος, καθώς τα επίδικα δεν είχαν την ιδιότητα εγκαταλελειμμένων περιουσιών επαναπατρισθέντων Ιταλών υπηκόων. Η ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε το Δημόσιο με βάση την Ιταλοελληνική Συμφωνία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ η ένσταση που στηρίχθηκε στη δεκαετία του άρθρου 34 απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη. Το δικαστήριο απέρριψε επίσης τους ισχυρισμούς του Δημοσίου ότι ορισμένα ακίνητα είχαν χαρακτηριστεί αρχαιολογικά και είχαν παραδοθεί στην Εφορεία Αρχαιοτήτων προς διαχείριση από το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων ή ότι κατέχονταν και μισθώνονταν επί έτη από ιδιώτες, κρίνοντας ότι τα περιστατικά αυτά ήταν πολύ μεταγενέστερα του χρόνου κτήσης της νομής από τον Οργανισμό και δεν αποδείκνυαν κακή πίστη του.
Η κρίση για τη χρησικτησία και το διατακτικό
Αν και η κύρια βάση των αγωγών, εκείνη της κτήσης κυριότητας με κληρονομική διαδοχή, απορρίφθηκε ως αόριστη επειδή δεν γινόταν επίκληση μεταγραφής του σχετικού τίτλου, το δικαστήριο έκανε δεκτή την επικουρική βάση της έκτακτης χρησικτησίας. Δέχθηκε ότι ο ΟΠΑΙΕ νεμόταν πλασματικά, με καλή πίστη και αδιατάρακτα, τα επίδικα ακίνητα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 3127/2003, στις 19 Μαρτίου 2003, χωρίς το Δημόσιο να έχει ποτέ συντάξει σε βάρος του πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης ή διοικητικής αποβολής και χωρίς να του έχει κοινοποιήσει τα πρωτόκολλα κατάληψης. Περί των εγγραφών υπέρ του Δημοσίου ο Οργανισμός πληροφορήθηκε, όπως δέχθηκαν οι αποφάσεις, μόλις το 2018, οπότε και υπέβαλε σειρά αιτήσεων θεραπείας προς τον Υπουργό Οικονομικών κατά τα έτη 2019 και 2020, ζητώντας την αναγνώριση της κυριότητάς του, την απόδοση των ακινήτων και τη διόρθωση των εγγραφών.
Με το διατακτικό τους, οι 3 αποφάσεις αναγνωρίζουν ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του ενάγοντος και σε βάρος του Δημοσίου ο νόμιμος χρόνος νομής προς κτητική παραγραφή και κτήση πλήρους κυριότητας, υποχρεώνουν το Δημόσιο να αποδώσει τα ακίνητα και κηρύσσουν άκυρες δεκάδες κτηματολογικές εγγραφές των ετών 1950 έως 1989 που είχαν καταχωρηθεί στις οικείες μερίδες. Το αίτημα κήρυξης των αποφάσεων προσωρινά εκτελεστών απορρίφθηκε, ενώ το Δημόσιο καταδικάστηκε σε μέρος των δικαστικών εξόδων του Οργανισμού, ύψους 300 ευρώ ανά υπόθεση.
Τον Οργανισμό Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος εκπροσώπησε και στις 3 υποθέσεις ο δικηγόρος Ρόδου κ. Ιωάννης Καραμιχάλης.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)















