ΑΠΟΨΕΙΣ

Παναίτιος ο Ρόδιος: Ο μεγάλος φιλόσοφος που ενέπνευσε τους Λατίνους φιλοσόφους και, μέσω αυτών, επηρέασε καθοριστικά την ευρωπαϊκή σκέψη

Φαρμακίδης Νίκος
1 λεπτό ανάγνωση

Ο δε­σπο­τι­σμός, σε συν­δυα­σμό με την πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση που επέ­βα­λε η Ρώμη στις πε­ριο­χές που κα­τα­λάμ­βα­νε, ιδιαί­τε­ρα στην Κάτω Ιτα­λία και στον ευ­ρύ­τε­ρο ελ­λη­νι­κό χώρο (όλη σχε­δόν η Με­σό­γειος), οδή­γη­σε στην ενί­σχυ­ση του ατο­μι­κι­σμού και στην απο­δυ­νά­μω­ση της κοι­νω­νι­κής συ­νο­χής. Ως απο­τέ­λε­σμα, η «Πο­λι­τεία» του Πλά­τω­να, τα «Πο­λι­τι­κά» του Αρι­στο­τέ­λη και ακόμη και η πο­λι­τι­κή σκέψη του Ιπ­πό­δα­μου δεν θε­ω­ρού­νταν πλέον επαρ­κή για να αντα­πο­κρι­θούν στις νέες συν­θή­κες.

Η διά­στα­ση με­τα­ξύ ατό­μου και κοι­νω­νί­ας που επέ­φε­ρε η ρω­μαϊ­κή κυ­ριαρ­χία, ένα από τα κε­ντρι­κά ζη­τή­μα­τα της πλα­τω­νι­κής και αρι­στο­τε­λι­κής φι­λο­σο­φί­ας, συ­νέ­βα­λε στη διά­λυ­ση των Ελ­λη­νί­δων πό­λε­ων σε ολό­κλη­ρη τη νότια και ανα­το­λι­κή επι­κρά­τειά της. Ει­ρή­σθω εν πα­ρό­δω ότι σή­με­ρα, καθώς στον δε­σπο­τι­σμό της Ρώμης προ­στέ­θη­κε ο προ­τε­στα­ντι­κός ατο­μι­κι­σμός των με­τα­γε­νέ­στε­ρων κυ­ριάρ­χων της Δύσης, η κα­τά­στα­ση έχει οδη­γη­θεί στα άκρα. Τα απο­τε­λέ­σμα­τα αυτής της εξέ­λι­ξης φαί­νο­νται πλέον βαθιά ρι­ζω­μέ­να σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα και οδη­γούν διαρ­κώς σε έναν ολο­έ­να εντο­νό­τε­ρο ατο­μι­κι­σμό.

Ήδη κατά την πρώ­ι­μη πε­ρί­ο­δο της Ρω­μαιο­κρα­τί­ας, ορι­σμέ­νοι φω­τι­σμέ­νοι άν­θρω­ποι στη Ρώμη διέ­βλε­ψαν τις συ­νέ­πειες αυτής της πο­ρεί­ας. Επι­χεί­ρη­σαν, λοι­πόν, να δη­μιουρ­γή­σουν ένα φι­λο­σο­φι­κό υπό­βα­θρο που θα πε­ριό­ρι­ζε τις αρ­νη­τι­κές κοι­νω­νι­κές επι­πτώ­σεις, δια­μορ­φώ­νο­ντας κα­τάλ­λη­λα τους ηγέ­τες τους. Για τον σκοπό αυτό υιο­θέ­τη­σαν τη σκέψη δύο με­γά­λων Ρο­δί­ων φι­λο­σό­φων, του Πα­ναί­τιου και του Πο­σει­δω­νί­ου.

Ο Πα­ναί­τιος, στω­ι­κός φι­λό­σο­φος, είχε ήδη ανα­μορ­φώ­σει τη στω­ι­κή φι­λο­σο­φία ώστε να αντα­πο­κρί­νε­ται στις νέες συν­θή­κες της οι­κου­με­νι­κής επο­χής που δια­μορ­φώ­θη­κε μετά τον Μέγα Αλέ­ξαν­δρο, σε μια Ρόδο που κα­τεί­χε εξέ­χου­σα οι­κο­νο­μι­κή θέση στον ελ­λη­νι­στι­κό κόσμο. Έτσι, ορι­σμέ­νοι Ρω­μαί­οι δια­νο­ού­με­νοι θε­ώ­ρη­σαν ότι η φι­λο­σο­φία του μπο­ρού­σε να υιο­θε­τη­θεί και να αφο­μοιω­θεί από τη δική τους κοι­νω­νία. Ο Πο­σει­δώ­νιος ήταν εκεί­νος που στη συ­νέ­χεια συ­νέ­βα­λε απο­φα­σι­στι­κά στην εδραί­ω­ση αυτής της φι­λο­σο­φι­κής πα­ρά­δο­σης στη Ρώμη.

Με­λε­τώ­ντας τις πηγές, δια­πι­στώ­νει κα­νείς ότι το αφή­γη­μα περί «ελ­λη­νο­ρω­μαϊ­κού πο­λι­τι­σμού» δεν είναι τόσο αυ­το­νό­η­το όσο συχνά πα­ρου­σιά­ζε­ται. Πολύ λίγοι ήταν οι Ρω­μαί­οι που υιο­θέ­τη­σαν ου­σια­στι­κά την ελ­λη­νι­κή σκέψη, επι­διώ­κο­ντας να με­τα­σχη­μα­τί­σουν την κοι­νω­νία τους σε μια πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νε­κτι­κή πο­λι­τι­κή κοι­νό­τη­τα. Η με­γά­λη πλειο­νό­τη­τα αντι­με­τώ­πι­ζε με επι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα ή και εχθρό­τη­τα αυτή τη διείσ­δυ­ση. Θε­ω­ρού­σαν ότι όσοι υιο­θε­τού­σαν την ελ­λη­νι­κή παι­δεία απο­μα­κρύ­νο­νταν από τις πα­ρα­δο­σια­κές ρω­μαϊ­κές αξίες και επι­χει­ρού­σαν να δια­φθεί­ρουν τη νε­ο­λαία της Ρώμης.

Άλ­λω­στε, η ελ­λη­νι­κή φι­λο­σο­φία δεν ήταν πλή­ρως συμ­βα­τή με το πα­ρα­δο­σια­κό ρω­μαϊ­κό ήθος. Ακόμη και όσοι Ρω­μαί­οι την υιο­θέ­τη­σαν, όπως ο Κι­κέ­ρων, ο Σε­νέ­κας και ο Μάρ­κος Αυ­ρή­λιος, τη χρη­σι­μο­ποί­η­σαν συχνά ως μέσο δια­τύ­πω­σης και στή­ρι­ξης της ρω­μαϊ­κής πο­λι­τι­κής και κοι­νω­νι­κής αντί­λη­ψης.

Η Francesca Alesse, ερευ­νή­τρια του Εθνι­κού Κέ­ντρου Ερευ­νών της Ιτα­λί­ας, ανα­δει­κνύ­ει στο βι­βλίο της για τον Πα­ναί­τιο την αφο­μοί­ω­ση της φι­λο­σο­φι­κής του σκέ­ψης από τον Κι­κέ­ρω­να, ο οποί­ος, μέσω έργων όπως τα «De Officiis», «De Republica», «De Finibus» και «De Natura Deorum», επη­ρέ­α­σε ου­σια­στι­κά τη δυ­τι­κή σκέψη μετά τον Με­σαί­ω­να.

Με αφε­τη­ρία, λοι­πόν, τον Πα­ναί­τιο και μέσω του Μάρ­κου Τύλ­λιου Κι­κέ­ρω­να, η στω­ι­κή ηθική δι­δα­σκα­λία άσκη­σε ση­μα­ντι­κή επιρ­ροή στη δια­μόρ­φω­ση του δυ­τι­κού πο­λι­τι­σμού. Η ερευ­νή­τρια επι­ση­μαί­νει ότι ο Κι­κέ­ρων, ως ιδιαί­τε­ρα επι­με­λής, με­τέ­φε­ρε με αξιο­ση­μεί­ω­τη πι­στό­τη­τα τις ιδέες του δα­σκά­λου και έδωσε τη δυ­να­τό­τη­τα στους Ρω­μαί­ους να γνω­ρί­σουν και να με­λε­τή­σουν τη στω­ι­κή φι­λο­σο­φία.

Έρευ­να και κρι­τι­κή στο έργο του Κι­κέ­ρω­να έχουν πραγ­μα­το­ποι­ή­σει και άλλοι με­λε­τη­τές, οι οποί­οι δια­πί­στω­σαν σε με­γά­λο βαθμό την εξάρ­τη­σή του από τον Πα­ναί­τιο και, σε μι­κρό­τε­ρο βαθμό, από τον Πο­σει­δώ­νιο τον Ρόδιο. Με­τα­ξύ αυτών συ­γκα­τα­λέ­γο­νται ο Émile Bréhier (Εμίλ Μπρε­γιέ), ο Max Pohlenz (Μαξ Πό­λεντς), ο M. van Straaten (Μο­ντε­στος φαν Στράϊ­τεν), ο August Schmekel (Αυ­γύ­στος Σμέ­κελ) και άλλοι. Στους νε­ό­τε­ρους ερευ­νη­τές του Πα­ναί­τιου συ­γκα­τα­λέ­γε­ται και ο Έλ­λη­νας Βα­σί­λειος Ν. Τα­τά­κης, με το έργο του «Πα­ναί­τιος ο Ρό­διος, ο ιδρυ­τής του Μέσου Στω­ι­κι­σμού: Η ζωή και το έργο του» (1933), το οποίο εκ­δό­θη­κε στα γαλ­λι­κά.

Ο Κι­κέ­ρων, ένας από τους πρώ­τους Ρω­μαί­ους που με­λέ­τη­σε συ­στη­μα­τι­κά την ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα και φι­λο­σο­φία, δια­πί­στω­σε ότι η λα­τι­νι­κή γλώσ­σα δεν διέ­θε­τε πά­ντο­τε τα κα­τάλ­λη­λα εκ­φρα­στι­κά μέσα για την από­δο­ση των φι­λο­σο­φι­κών εν­νοιών. Επι­χεί­ρη­σε, επο­μέ­νως, να εμπλου­τί­σει το λα­τι­νι­κό λε­ξι­λό­γιο και να προσ­δώ­σει στις λα­τι­νι­κές λέ­ξεις εν­νοιο­λο­γι­κό πε­ριε­χό­με­νο αντί­στοι­χο των ελ­λη­νι­κών όρων, επι­διώ­κο­ντας με­γα­λύ­τε­ρη ακρί­βεια, σα­φή­νεια και εκ­φρα­στι­κή δύ­να­μη. Όμως η προ­σπά­θεια του αυτή δεν ήταν δυ­να­τόν να εμπε­δω­θεί από τους Λα­τί­νους γε­νι­κό­τε­ρα.

Όλοι γνω­ρί­ζου­με το πε­ρί­φη­μο ρητό του Ορά­τιου: «Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agresti Latio» («Η κα­τα­κτη­μέ­νη Ελ­λά­δα κα­τέ­κτη­σε τον άγριο νι­κη­τή της και έφερε τις τέ­χνες στο αγρο­τι­κό Λάτιο»). Πα­ρό­τι η ιστο­ρία μάς δί­δα­ξε με λε­πτο­μέ­ρειες πώς η Ελ­λά­δα κα­τα­κτή­θη­κε από τη Ρώμη, πολύ λι­γό­τε­ρο ασχο­λή­θη­κε με το πώς η ελ­λη­νι­κή παι­δεία επη­ρέ­α­σε τον ίδιο τον κα­τα­κτη­τή.

Οι ηγε­μό­νες των βαρ­βα­ρι­κών βα­σι­λεί­ων της Δύσης, από την εποχή του Καρ­λο­μά­γνου και έπει­τα, ανα­ζη­τού­σαν πηγές γνώ­σης και πο­λι­τι­σμι­κά αφη­γή­μα­τα που θα μπο­ρού­σαν να στη­ρί­ξουν την πο­λι­τι­κή και ιδε­ο­λο­γι­κή τους νο­μι­μο­ποί­η­ση ένα­ντι του Βυ­ζα­ντί­ου. Μέσα σε αυτό το πλαί­σιο, το έργο του Κι­κέ­ρω­να άσκη­σε επί πολ­λούς αιώ­νες ση­μα­ντι­κή επιρ­ροή στην πνευ­μα­τι­κή ιστο­ρία της Ευ­ρώ­πης, καθώς τα λα­τι­νι­κά απο­τε­λού­σαν τη βα­σι­κή γλώσ­σα της εκ­παί­δευ­σης και της λο­γιο­σύ­νης στη Δύση.

Η επί­δρα­ση του «Περί Κα­θη­κό­ντων» στους Ευ­ρω­παί­ους στο­χα­στές —από τον Αυ­γου­στί­νο έως τον Σπι­νό­ζα, τον Ρουσ­σώ και τον Καντ— απο­τε­λεί αντι­κεί­με­νο πο­λυ­σέ­λι­δης πα­ρου­σί­α­σης. Έτσι, ο Κι­κέ­ρων ανα­δεί­χθη­κε σε μία από τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες μορ­φές της δυ­τι­κής φι­λο­σο­φι­κής πα­ρά­δο­σης. Ωστό­σο, η ανά­δει­ξη αυτή είχε ως συ­νέ­πεια να πα­ρα­μεί­νουν στο πε­ρι­θώ­ριο οι πνευ­μα­τι­κές πηγές από τις οποί­ες άντλη­σε με­γά­λο μέρος του έργου του, δη­λα­δή οι Ρό­διοι φι­λό­σο­φοι, Πα­ναί­τιος και Πο­σει­δώ­νιος.

Σε αυτή την εξέ­λι­ξη συ­νέ­βα­λε και το ευ­ρύ­τε­ρο αφή­γη­μα του δήθεν ελ­λη­νο­ρω­μαϊ­κού πο­λι­τι­σμού, μέσω του οποί­ου η ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία εν­σω­μα­τώ­θη­κε στη δυ­τι­κή πα­ρά­δο­ση και με­τα­δό­θη­κε στις επό­με­νες γε­νιές.

Ο Πα­ναί­τιος ήταν γιος του Νι­κα­γό­ρα και γεν­νή­θη­κε γύρω στο 185 π.Χ. Ο πα­τέ­ρας του ήταν ιε­ρέ­ας της Αθη­νάς στη Λίνδο, ενώ ο ίδιος αρ­γό­τε­ρα ανέ­λα­βε το αξί­ω­μα του ιερέα του Πο­σει­δώ­να. Αφού ολο­κλή­ρω­σε τη στοι­χειώ­δη του μόρ­φω­ση, με­τέ­βη στην Πέρ­γα­μο. Ήταν η εποχή κατά την οποία οι Ατ­τα­λί­δες, οι βα­σι­λείς της Περ­γά­μου, επι­δί­ω­καν να ανα­δεί­ξουν την πρω­τεύ­ου­σά τους σε ση­μα­ντι­κό πνευ­μα­τι­κό κέ­ντρο. Εκεί μα­θή­τευ­σε κοντά στον Κρά­τη­τα τον Μαλ­λώ­τη, στω­ι­κό φι­λό­σο­φο και αντί­πα­λο του Αρί­σταρ­χου του Σα­μό­θρα­κος, ο οποί­ος δί­δα­σκε στο Μου­σείο (Πα­νε­πι­στή­μιο) της Αλε­ξάν­δρειας, το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο τότε κέ­ντρο ανώ­τε­ρων σπου­δών και επι­στη­μο­νι­κής έρευ­νας.

Στην Αθήνα ο Πα­ναί­τιος επέ­λε­ξε τη Στω­ι­κή Σχολή για να ολο­κλη­ρώ­σει τις ανώ­τε­ρες σπου­δές του. Η Αθήνα απο­τε­λού­σε τότε το σπου­δαιό­τε­ρο κέ­ντρο φι­λο­σο­φι­κής παι­δεί­ας, ενώ η Αλε­ξάν­δρεια ήταν το κο­ρυ­φαίο κέ­ντρο επι­στη­μο­νι­κής έρευ­νας. Τρεις φι­λο­σο­φι­κές σχο­λές βρί­σκο­νταν εκεί­νη την εποχή σε ιδιαί­τε­ρη ακμή: η Στω­ι­κή, η Πε­ρι­πα­τη­τι­κή και η Ακα­δη­μία.

Την ίδια πε­ρί­ο­δο, ένας Καρ­χη­δό­νιος, ο Ασ­δρού­βας, γνω­στός με το ελ­λη­νι­κό όνομα Κλει­τό­μα­χος, ανέ­λα­βε τη σχο­λαρ­χία της Ακα­δη­μί­ας. Ο λόγος του Ισο­κρά­τη, «Έλ­λη­νας κα­λεί­σθαι τους της παι­δεύ­σε­ως της ημε­τέ­ρας με­τέ­χο­ντας», απο­κτού­σε πλέον ευ­ρύ­τε­ρη εφαρ­μο­γή. Η ελ­λη­νι­κή παί­δευ­ση ένωνε αν­θρώ­πους δια­φο­ρε­τι­κής κα­τα­γω­γής, πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας φυ­λε­τι­κές δια­κρί­σεις, μι­λώ­ντας σε όλους τη γλώσ­σα του πνεύ­μα­τος και ανα­δει­κνύ­ο­ντας τις κοι­νές αξίες της γνώ­σης, της αρε­τής και της αν­θρώ­πι­νης καλ­λιέρ­γειας.

Η Στω­ι­κή φι­λο­σο­φία θε­ω­ρού­σε ότι ο άν­θρω­πος-πο­λί­της απο­τε­λεί το κέ­ντρο της φι­λο­σο­φι­κής ανα­ζή­τη­σης και το ιδα­νι­κό που την εμπνέ­ει. Πα­ρό­μοιο προ­σα­να­το­λι­σμό είχαν και οι Επι­κού­ρειοι, αν και ακο­λου­θού­σαν δια­φο­ρε­τι­κή φι­λο­σο­φι­κή πο­ρεία. Ο Ζήνων ο Κι­τιεύς, ιδρυ­τής της Στω­ι­κής φι­λο­σο­φί­ας και κα­τα­γό­με­νος από το Κί­τιον (Λάρ­να­κα) της Κύ­πρου, επη­ρε­ά­στη­κε από το οι­κου­με­νι­κό πνεύ­μα της επο­χής του Με­γά­λου Αλε­ξάν­δρου, σύμ­φω­να με το οποίο οι άν­θρω­ποι δια­κρί­νο­νται πρω­τί­στως σε δί­καιους και άδι­κους και όχι σε Έλ­λη­νες και βαρ­βά­ρους.

Η ελ­λη­νι­κή σκέψη ανέ­δει­ξε για πρώτη φορά με τόση σα­φή­νεια τις βα­θύ­τε­ρες πνευ­μα­τι­κές και ηθι­κές σχέ­σεις που συν­δέ­ουν τους αν­θρώ­πους με­τα­ξύ τους. Σή­με­ρα, μά­λι­στα, στην εποχή της Τε­χνη­τής Νοη­μο­σύ­νης και των πα­γκό­σμιων προ­κλή­σε­ων, η ανά­γκη για μια τέ­τοια οι­κου­με­νι­κή θε­ώ­ρη­ση του αν­θρώ­που κα­θί­στα­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο επί­και­ρη από ποτέ.

Ο Πα­ναί­τιος θε­ω­ρεί­ται από τους πε­ρισ­σό­τε­ρους με­λε­τη­τές ως ο δη­μιουρ­γός μιας νέας φάσης στην εξέ­λι­ξη της Στοάς. Η φάση αυτή ονο­μά­στη­κε αρ­γό­τε­ρα «Μέση Στοά», τόσο για χρο­νο­λο­γι­κούς λό­γους όσο και επει­δή δια­φο­ρο­ποι­ή­θη­κε ση­μα­ντι­κά από την πα­λαιό­τε­ρη στω­ι­κή πα­ρά­δο­ση, προ­ε­τοι­μά­ζο­ντας πα­ράλ­λη­λα το έδα­φος για τη με­τα­γε­νέ­στε­ρη ρω­μαϊ­κή ή Νε­ό­τε­ρη Στοά. Η Ρω­μαϊ­κή σχολή χρη­σι­μο­ποί­η­σε τον Στω­ι­κι­σμό ως μέσο για την επι­βο­λή της Λα­τι­νι­κής νο­ο­τρο­πί­ας.

Ο Πα­ναί­τιος επι­χεί­ρη­σε να αμ­βλύ­νει την αυ­στη­ρό­τη­τα ορι­σμέ­νων πα­λαιό­τε­ρων δογ­μά­των, δί­νο­ντας με­γα­λύ­τε­ρη έμ­φα­ση στην πρα­κτι­κή εφαρ­μο­γή της φι­λο­σο­φί­ας και στην προ­σαρ­μο­γή της στις ανά­γκες της κοι­νω­νι­κής ζωής. Με τον τρόπο αυτό συ­νέ­βα­λε στην ανα­νέ­ω­ση της στω­ι­κής δι­δα­σκα­λί­ας και στην ευ­ρύ­τε­ρη διά­δο­σή της.

Κε­ντρι­κή θέση στη στω­ι­κή ηθική φι­λο­σο­φία κα­τεί­χε η έν­νοια του «κα­θή­κο­ντος». Το κα­θή­κον νο­εί­ται ως η άμεση ηθική έκ­φρα­ση της αν­θρώ­πι­νης φύσης, η οποία απο­τε­λεί μέρος της πα­γκό­σμιας και λο­γι­κής τάξης του σύ­μπα­ντος. Ο άν­θρω­πος ολο­κλη­ρώ­νε­ται ηθικά και πνευ­μα­τι­κά μόνο όταν εκ­πλη­ρώ­νει τον σκοπό που του έχει ορί­σει η φύση, δη­λα­δή όταν πραγ­μα­το­ποιεί τα κα­θή­κο­ντα που αντι­στοι­χούν στη θέση και στον χα­ρα­κτή­ρα του.

Το κα­θή­κον συν­δέ­ε­ται άμεσα με την ορθή λο­γι­κή, η οποία απο­τε­λεί εγ­γε­νές και ανα­πό­σπα­στο στοι­χείο της αν­θρώ­πι­νης φύσης. Ο Πα­ναί­τιος υπήρ­ξε εκεί­νος που με­τέ­φε­ρε και εφάρ­μο­σε τις αρχές της ηθι­κής φι­λο­σο­φί­ας στην πο­λι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή ζωή, επι­διώ­κο­ντας να συν­δέ­σει την προ­σω­πι­κή αρετή με την ευ­η­με­ρία της κοι­νό­τη­τας. Μέσα σε αυτό το πνεύ­μα συ­νέ­γρα­ψε, περί το 140–139 π.Χ., το χα­μέ­νο σή­με­ρα τρί­το­μο έργο του «Περί Κα­θή­κο­ντος».

Σύμ­φω­να με τον Πα­ναί­τιο, κάθε άν­θρω­πος δια­θέ­τει έναν ιδιαί­τε­ρο χα­ρα­κτή­ρα και μια ξε­χω­ρι­στή απο­στο­λή, την οποία οφεί­λει να ανα­γνω­ρί­σει και να ακο­λου­θή­σει ώστε να βρί­σκε­ται σε αρ­μο­νία με τη φύση. Η αν­θρώ­πι­νη ηθι­κό­τη­τα θε­με­λιώ­νε­ται σε τέσ­σε­ρις βα­σι­κές αρε­τές:

1.     Τη φρό­νη­ση ή σοφία, δη­λα­δή τη λο­γι­κή ανα­ζή­τη­ση της αλή­θειας.

2.     Τη δι­καιο­σύ­νη, δη­λα­δή την κοι­νω­νι­κή συ­νεί­δη­ση και υπευ­θυ­νό­τη­τα.

3.     Την αν­δρεία, δη­λα­δή τη γεν­ναιο­φρο­σύ­νη και την ηθική δύ­να­μη.

4.     Τη σω­φρο­σύ­νη ή το πρέ­πον, δη­λα­δή την εγκρά­τεια, τη με­τριο­φρο­σύ­νη, την κο­σμιό­τη­τα, τη με­τριο­πά­θεια και την αυ­το­συ­γκρά­τη­ση.

Ο άν­θρω­πος ανα­κα­λύ­πτει τον εαυτό του όταν κα­τα­νο­ή­σει τα χα­ρί­σμα­τα με τα οποία τον προί­κι­σε η φύση και όταν αξιο­ποι­ή­σει αυτά τα χα­ρί­σμα­τα προς όφε­λος των άλλων. Ο δρό­μος προς την ευ­τυ­χία, την εσω­τε­ρι­κή γα­λή­νη και την ατα­ρα­ξία είναι η αρετή, και οδη­γός σε αυτόν τον δρόμο είναι η φι­λο­σο­φία.

Για τον Πα­ναί­τιο, η φι­λο­σο­φία δεν είναι απλώς θε­ω­ρη­τι­κή γνώση, αλλά πρω­τί­στως άσκη­ση της αρε­τής. Ο άν­θρω­πος λαμ­βά­νει από τη φύση μια αρ­χι­κή «προί­κα» κλί­σε­ων και δυ­να­το­τή­των, τις οποί­ες έχει κα­θή­κον να καλ­λιερ­γή­σει και να ανα­πτύ­ξει καθ’ όλη τη διάρ­κεια της ζωής του.

Πάνω απ’ όλα, όμως, ο άν­θρω­πος οφεί­λει να εξοι­κειω­θεί με τη φύση. Οι Στω­ι­κοί ονό­μα­ζαν αυτή τη δια­δι­κα­σία «οι­κεί­ω­ση». Πρό­κει­ται για τη στα­δια­κή γνω­ρι­μία και εναρ­μό­νι­ση με την αντι­κει­με­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, η οποία συ­νο­δεύ­ε­ται από την ανά­πτυ­ξη της κοι­νω­νι­κής συ­νεί­δη­σης και της ηθι­κής προ­σω­πι­κό­τη­τας.

Η ορθή πράξη, που πη­γά­ζει από το πρέ­πον, προ­ϋ­πο­θέ­τει αυτή την πο­ρεία συμ­φι­λί­ω­σης με τη φύση. Όταν ο άν­θρω­πος επι­λέ­γει τη φύση ως οδηγό του, κα­τευ­θύ­νε­ται προς ό,τι είναι λο­γι­κό, κοι­νω­νι­κά ωφέ­λι­μο και πραγ­μα­τι­κά πο­λύ­τι­μο. Πα­ράλ­λη­λα, επι­διώ­κει να πραγ­μα­το­ποιεί εκεί­νες τις πρά­ξεις που αντα­πο­κρί­νο­νται στον χα­ρα­κτή­ρα του και να απο­κτά τα αγαθά που βρί­σκο­νται σε αρ­μο­νία με τη φύση και κα­τα­κτού­νται μέσω της ενά­ρε­της δρά­σης.

Για πα­ρά­δειγ­μα, όσοι αφο­σιώ­νο­νται στη γνώση και την επι­στή­μη δεν πρέ­πει να εγκα­τα­λεί­πουν την κοι­νω­νι­κή και ενερ­γό ζωή, διότι σε αυτήν πραγ­μα­τώ­νε­ται η υψη­λό­τε­ρη έκ­φρα­ση της αρε­τής. Ένα από τα σο­βα­ρό­τε­ρα ελατ­τώ­μα­τα που μπο­ρεί να εμ­φα­νί­σει ένας άν­θρω­πος προι­κι­σμέ­νος με με­γα­λείο ψυχής είναι η αδυ­να­μία να με­τριά­σει τη φι­λο­δο­ξία του, ώστε να επι­διώ­κει την ανά­δει­ξή του με τρόπο σύμ­φω­νο προς τη δι­καιο­σύ­νη.

Η δι­καιο­σύ­νη πρέ­πει να κα­τέ­χει την ανώ­τε­ρη θέση με­τα­ξύ των αρε­τών. Ακόμη και η ευ­ερ­γε­σία, η οποία απο­τε­λεί έκ­φρα­ση της κοι­νω­νι­κής αρε­τής, μπο­ρεί να οδη­γή­σει σε σφάλ­μα­τα, όταν κά­ποιος ωφε­λεί ή ευ­ερ­γε­τεί χωρίς να λαμ­βά­νει υπόψη του αυτό που ανα­λο­γεί δι­καί­ως σε όλους. Η δι­καιο­σύ­νη απο­τε­λεί το θε­μέ­λιο κάθε υγιούς κοι­νω­νι­κής σχέ­σης και κάθε αυ­θε­ντι­κής ηθι­κής πρά­ξης.

Η σοφία, χωρίς δι­καιο­σύ­νη, χάνει με­γά­λο μέρος της αξίας της. Μόνον όταν εξα­σφα­λι­στεί η αρ­μο­νία των κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων μέσω της δι­καιο­σύ­νης, η σοφία μπο­ρεί να συμ­βά­λει ου­σια­στι­κά στην πρό­ο­δο του ατό­μου και της κοι­νω­νί­ας.

Η φι­λο­σο­φία είναι εκεί­νη που οδη­γεί τον άν­θρω­πο στη διε­ρεύ­νη­ση της αλή­θειας. Δια­κρί­νε­ται σε δύο μέρη: στη γνώση των αρχών και στην άσκη­ση της ψυχής. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, όποιος γνω­ρί­ζει θε­ω­ρη­τι­κά τι πρέ­πει να πράτ­τει και τι να απο­φεύ­γει δεν μπο­ρεί ακόμη να θε­ω­ρη­θεί σοφός, εάν η ψυχή του δεν έχει προ­σαρ­μο­στεί σε αυτή τη γνώση.

Ο Αρί­στων ο Χίος, για πα­ρά­δειγ­μα, πα­ρο­μοιά­ζει τον σοφό άν­θρω­πο με έναν ικανό το­ξό­τη, ο οποί­ος μπο­ρεί να επι­τύ­χει οποιον­δή­πο­τε στόχο χάρη στην τέχνη που κα­τέ­χει. Με τον ίδιο τρόπο, η στα­θε­ρή κα­το­χή των θε­με­λιω­δών αρχών της φι­λο­σο­φί­ας και η γνώση του αγα­θού επι­τρέ­πουν στον άν­θρω­πο να ενερ­γεί ορθά σε κάθε πε­ρί­στα­ση, χωρίς να χρειά­ζε­ται ει­δι­κή δι­δα­σκα­λία για κα­θε­μία από τις κα­τα­στά­σεις που συ­να­ντά στη ζωή του.

Μία από τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες πτυ­χές της στω­ι­κής ηθι­κής είναι η θέση ότι η ενά­ρε­τη πράξη δεν αξιο­λο­γεί­ται με βάση το εξω­τε­ρι­κό της απο­τέ­λε­σμα, αλλά με βάση την ορ­θό­τη­τα της πρό­θε­σης που την κα­θο­δη­γεί. Η ευ­δαι­μο­νία εξαρ­τά­ται από αυτή την εσω­τε­ρι­κή ποιό­τη­τα της πρά­ξης και όχι από την κα­το­χή εξω­τε­ρι­κών αγα­θών.

Το «κα­θή­κον», δη­λα­δή η εκ­πλή­ρω­ση του σκο­πού της αν­θρώ­πι­νης ζωής, προ­ϋ­πο­θέ­τει τη λήψη απο­φά­σε­ων. Κατά τον Πα­ναί­τιο, η εξέ­τα­ση κάθε από­φα­σης πε­ρι­λαμ­βά­νει τρία στά­δια.

Πρώ­τον, εξε­τά­ζε­ται εάν η πράξη είναι ηθικά έντι­μη ή επαί­σχυ­ντη. Δεύ­τε­ρον, διε­ρευ­νά­ται κατά πόσον συμ­βάλ­λει στην ευ­η­με­ρία και τη βελ­τί­ω­ση της ζωής, προ­σφέ­ρο­ντας αγαθά όπως ο πλού­τος, οι δη­μό­σιες τιμές, η εξου­σία ή άλλα ωφε­λή­μα­τα για το άτομο και τους οι­κεί­ους του. Το τρίτο και δυ­σκο­λό­τε­ρο στά­διο εμ­φα­νί­ζε­ται όταν αυτό που φαί­νε­ται ωφέ­λι­μο έρ­χε­ται σε σύ­γκρου­ση με αυτό που είναι ηθικά ορθό. Όταν η χρη­σι­μό­τη­τα μάς ελ­κύ­ει προς μία κα­τεύ­θυν­ση και η αρετή προς μια άλλη, η ψυχή δι­χά­ζε­ται και γεν­νά­ται η αβε­βαιό­τη­τα. Σύμ­φω­να με τον Πα­ναί­τιο, αγαθά όπως η υγεία, ο πλού­τος και η επι­τυ­χία στον δη­μό­σιο βίο είναι θε­μι­τοί στό­χοι, αρκεί να μην απο­κτώ­νται σε βάρος της αρε­τής και της δι­καιο­σύ­νης.

Η προ­σπά­θεια του Κι­κέ­ρω­να και των ομοϊ­δε­α­τών του να με­τα­σχη­μα­τί­σουν ηθικά και πο­λι­τι­κά τη ρω­μαϊ­κή κοι­νω­νία δεν απέ­δω­σε τα ανα­με­νό­με­να απο­τε­λέ­σμα­τα. Η Ρω­μαϊ­κή Αυ­το­κρα­το­ρία δεν κα­τόρ­θω­σε να απο­κτή­σει μό­νι­μη εσω­τε­ρι­κή στα­θε­ρό­τη­τα, καθώς συχνά συ­γκλο­νι­ζό­ταν από εμ­φύ­λιες συ­γκρού­σεις για την κα­τά­κτη­ση της εξου­σί­ας και του πλού­του, γε­γο­νός που ερ­χό­ταν σε αντί­θε­ση με τις αρχές που δια­κή­ρυτ­ταν οι στω­ι­κοί φι­λό­σο­φοι.

Στα­δια­κά η Ρω­μαϊ­κή αυ­το­κρα­το­ρία οδη­γή­θη­κε στην πα­ρακ­μή. Ήδη από τον 3ο αιώνα μ.Χ. υπέ­στη διοι­κη­τι­κούς δια­χω­ρι­σμούς που κα­τέ­λη­ξαν τε­λι­κά στη διαί­ρε­σή της σε ανα­το­λι­κό και δυ­τι­κό τμήμα.

Το δυ­τι­κό τμήμα αφο­μοιώ­θη­κε στα­δια­κά από γερ­μα­νι­κούς και άλ­λους βαρ­βα­ρι­κούς λαούς, κυ­ρί­ως από τους Γότ­θους, ενώ αρ­γό­τε­ρα ακο­λού­θη­σαν οι Λογ­γο­βάρ­δοι και άλλοι πλη­θυ­σμοί. Κατά τους επό­με­νους αιώ­νες η πο­λι­τι­κή φυ­σιο­γνω­μία της Δύσης με­τα­σχη­μα­τί­στη­κε ρι­ζι­κά, οδη­γώ­ντας στη δη­μιουρ­γία των με­σαιω­νι­κών βαρ­βα­ρι­κών βα­σι­λεί­ων της Ευ­ρώ­πης.

Αντί­θε­τα, στο ανα­το­λι­κό τμήμα της αυ­το­κρα­το­ρί­ας κυ­ριάρ­χη­σε η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα και παι­δεία. Μέσα από αυτή τη δια­δι­κα­σία δια­μορ­φώ­θη­κε στα­δια­κά το Βυ­ζά­ντιο, το οποίο ανέ­πτυ­ξε μια ιδιαί­τε­ρη πο­λι­τι­κή και πο­λι­τι­σμι­κή ταυ­τό­τη­τα.

Η αρχή της «συ­ναλ­λη­λί­ας» με­τα­ξύ Εκ­κλη­σί­ας και Κρά­τους απο­τέ­λε­σε βα­σι­κό στοι­χείο της βυ­ζα­ντι­νής πο­λι­τι­κής θε­ω­ρί­ας και συ­νέ­βα­λε στη στενή σύν­δε­ση της αυ­το­κρα­το­ρί­ας με τον χρι­στια­νι­σμό. Πα­ράλ­λη­λα, η δια­τή­ρη­ση της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας, της παι­δεί­ας και με­γά­λου μέ­ρους της αρ­χαί­ας γραμ­μα­τεί­ας επέ­τρε­ψε στο Βυ­ζά­ντιο να λει­τουρ­γή­σει ως ση­μα­ντι­κός φο­ρέ­ας με­τά­δο­σης της ελ­λη­νι­κής πνευ­μα­τι­κής πα­ρά­δο­σης.

Μέσω των λο­γί­ων, των χει­ρό­γρα­φων και της πο­λι­τι­σμι­κής του κλη­ρο­νο­μιάς, η βυ­ζα­ντι­νή πα­ρά­δο­ση συ­νέ­βα­λε ου­σια­στι­κά στην με­τα­φο­ρά των κλα­σι­κών σπου­δών στη Δύση, επη­ρε­ά­ζο­ντας τόσο την Ανα­γέν­νη­ση όσο και με­τα­γε­νέ­στε­ρα πνευ­μα­τι­κά κι­νή­μα­τα της ευ­ρω­παϊ­κής ιστο­ρί­ας.

 

 

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.