- Απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης τραπεζικής εταιρείας και πρώην υπαλλήλου της από τον Άρειο Πάγο, επιβεβαιώνοντας την υποχρέωσή τους να αποζημιώσουν επενδυτή για χρήματα που δεν επενδύθηκαν ποτέ σε αμοιβαία κεφάλαια.
- Η δικαστική διαμάχη, που διήρκεσε 11 χρόνια, αφορούσε την υπεξαίρεση συνολικά 50.100 ευρώ από τον παθόντα μέσω ψευδών επενδυτικών συναλλαγών.
- Ο υπεύθυνος σύμβουλος είχε πείσει τον παθόντα και τη σύζυγό του ότι οι τοποθετήσεις τους ήταν ασφαλείς, ενώ στην πραγματικότητα τα χρήματα κατέληγαν σε προσωπικό του λογαριασμό.
- Το δικαστήριο επιδίκασε αποζημίωση 42.100 ευρώ και 7.000 ευρώ για ηθική βλάβη στον ενάγοντα, επικυρώνοντας την εφετειακή απόφαση.
• Απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης τραπεζικής εταιρείας και πρώην υπαλλήλου της κατά της εφετειακής απόφασης που τους υποχρέωσε να αποζημιώσουν επενδυτή για χρήματα που ουδέποτε έφτασαν σε αμοιβαία κεφάλαια
Οριστικό τέλος σε μια δικαστική διαμάχη που κράτησε περισσότερα από 11 χρόνια βάζει η απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία καθαρογράφηκε πρόσφατα και το πλήρες κείμενό της είναι πλέον διαθέσιμο.
Οπως αποκαλύπτει η «δημοκρατική», το Α2 Πολιτικό Τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου απέρριψε στο σύνολό της την αίτηση αναίρεσης που είχαν ασκήσει ανώνυμη τραπεζική εταιρεία και πρώην ταμίας υποκαταστήματός της στη Ρόδο, επικυρώνοντας έτσι αμετάκλητα την υπ’ αριθμόν 115/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Με την τελευταία, οι δύο αναιρεσείοντες είχαν υποχρεωθεί να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα, κάτοικο Ρόδου και εκπαιδευτή οδηγών κατά τον κρίσιμο χρόνο, το ποσό των 42.100 ευρώ ως αποζημίωση και επιπλέον 7.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το χρονικό μιας υπόθεσης που ξεκίνησε το 2004
Η υπόθεση ανάγεται στα έτη 2004 έως 2008 και έχει ως επίκεντρο τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτύξει ο παθών με πρόσωπο που δραστηριοποιούνταν ως ασφαλιστικός και επενδυτικός σύμβουλος στη Ρόδο. Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της εφετειακής απόφασης, τις οποίες πλέον επικύρωσε ο Άρειος Πάγος, ο σύμβουλος αυτός είχε πείσει τον παθόντα και τη σύζυγό του ότι οι τοποθετήσεις σε αμοιβαία κεφάλαια αποτελούσαν ασφαλή και συμφέρουσα επένδυση. Το ζευγάρι, χωρίς εξειδικευμένες χρηματοοικονομικές γνώσεις, του παρέδιδε κατά καιρούς χρηματικά ποσά με τη ρητή εντολή να επενδυθούν σε αμοιβαία κεφάλαια συγκεκριμένης εταιρείας διαχείρισης.
Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, όπως περιγράφεται αναλυτικά στην απόφαση, ήταν πάντοτε η ίδια. Ο παθών ή η σύζυγός του μετέβαιναν σε υποκατάστημα της τράπεζας στη Ρόδο και απευθύνονταν σε συγκεκριμένο ταμία, στον οποίο τους παρέπεμπε ο σύμβουλος «δήθεν για να τους εξυπηρετήσει».
Ο ταμίας αυτός, που όπως αποδείχθηκε ήταν γαμπρός του συμβούλου και μάλιστα αρμόδιος για τις συναλλαγές συναλλάγματος και όχι για το συγκεκριμένο ταμείο, εκτελούσε την ανάληψη των ποσών από τον κοινό λογαριασμό των συζύγων και τους παρέδιδε μόνο το παραστατικό της ανάληψης. Ουδέποτε τους χορηγούσε αποδεικτικό κατάθεσης των χρημάτων σε λογαριασμό της εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, διαβεβαιώνοντάς τους ωστόσο ότι η συναλλαγή είχε ολοκληρωθεί. Κρίσιμη παραδοχή του δικαστηρίου αποτελεί το γεγονός ότι η εν λόγω εταιρεία δεν τηρούσε καν λογαριασμό στη συγκεκριμένη τράπεζα, στοιχείο που γνώριζαν αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι. Τα χρήματα κατέληγαν σε προσωπικό λογαριασμό του συμβούλου, ο οποίος τα ιδιοποιούνταν παρανόμως.
Με τον τρόπο αυτό υπεξαιρέθηκαν συνολικά 50.100 ευρώ σε 4 διαδοχικές συναλλαγές, και συγκεκριμένα 10.000 ευρώ στις 2 Νοεμβρίου 2004, 25.000 ευρώ στις 9 Νοεμβρίου 2004, 7.100 ευρώ στις 25 Φεβρουαρίου 2005 και 8.000 ευρώ στις 6 Ιουνίου 2008. Η συνδρομή του ταμία κρίθηκε αποδεδειγμένη για τις 3 πρώτες συναλλαγές, συνολικού ύψους 42.100 ευρώ, ποσό για το οποίο και θεμελιώθηκε η δική του ευθύνη καθώς και η αντικειμενική ευθύνη της τράπεζας ως προστήσασας.
Η δικαστική διαδρομή
Η αστική διεκδίκηση ξεκίνησε με αγωγή που κατατέθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2014 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Το δικαστήριο, με την υπ’ αριθμόν 170/2018 μη οριστική απόφασή του, ανέστειλε την έκδοση οριστικής κρίσης έως την ολοκλήρωση της παράλληλης ποινικής διαδικασίας.
Στο ποινικό σκέλος, ο σύμβουλος και ο ταμίας είχαν κηρυχθεί ένοχοι με απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, ωστόσο με αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου η ποινική δίωξη σε βάρος τους έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής.
Ακολούθησε η υπ’ αριθμόν 11/2022 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και, επί εφέσεως των εναγομένων, η υπ’ αριθμόν 115/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία επιδίκασε στον παθόντα τα προαναφερθέντα ποσά.
Κατά της εφετειακής απόφασης η τράπεζα και ο πρώην ταμίας άσκησαν αίτηση αναίρεσης, την οποία ενίσχυσαν με πρόσθετους λόγους.
Το τεκμήριο αθωότητας στο επίκεντρο
Ο βασικός αναιρετικός λόγος που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες αφορούσε την επικαλούμενη παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας. Υποστήριξαν ότι, εφόσον η ποινική δίωξη κατά του ταμία έπαυσε αμετακλήτως λόγω παραγραφής, γεγονός που ισοδυναμεί με απαλλακτική κρίση, το Εφετείο δεν μπορούσε να δεχθεί ότι αυτός τέλεσε άμεση συνέργεια σε υπεξαίρεση κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Ο Άρειος Πάγος απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν, αναπτύσσοντας εκτενώς τη σχετική νομολογία. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις και η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα απαλλαγή και από την αστική, ακόμη και όταν πρόκειται για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Το πολιτικό δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμήσει σοβαρά την ποινική κρίση, μπορεί όμως να καταλήξει αιτιολογημένα σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς να θέτει σε αμφισβήτηση την ορθότητα της ποινικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, έκρινε το Ανώτατο Δικαστήριο, το Εφετείο παρέμεινε εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, δεν αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα περί ποινικής ενοχής και δεν παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας, ενώ δεν τίθεται ούτε ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, καθώς η αποζημίωση δεν έχει χαρακτήρα ποινής αλλά αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ζημίας.
Απορρίφθηκαν επίσης οι λόγοι περί παραμόρφωσης του περιεχομένου των τραπεζικών παραστατικών, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι που αφορούσαν στη λήψη υπόψη της μαρτυρικής κατάθεσης της συζύγου του παθόντος. Ως προς το τελευταίο, το δικαστήριο σημείωσε ότι η επίμαχη διάταξη περί εξαιρετέων μαρτύρων είχε ήδη καταργηθεί κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσης, ενώ σε κάθε περίπτωση η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Οι συνέπειες της απόφασης
Με την απόρριψη της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της, η υποχρέωση καταβολής των 42.100 ευρώ ως αποζημίωσης και των 7.000 ευρώ για την ηθική βλάβη καθίσταται αμετάκλητη. Ο Άρειος Πάγος διέταξε επιπλέον την εισαγωγή του παραβόλου των αναιρεσειόντων στο Δημόσιο Ταμείο και τους καταδίκασε στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία όρισε στο ποσό των 2.700 ευρώ. Όπως τόνισε στην απόφασή του το δικαστήριο, ο παθών απώλεσε χρήματα που είχε νομίμως αποταμιεύσει από την εργασία του και ενεπλάκη σε έναν χρονοβόρο και πολυδάπανο δικαστικό αγώνα, στοιχεία που συνεκτιμήθηκαν και για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)















