ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Καταδικάστηκε ο Δήμος Ρόδου να καταβάλει αναδρομικά, δώρα εορτών και επίδομα αδείας σε 104 εργαζομένους

Δαμιανός Αθανασίου 4 λεπτά ανάγνωση
ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ
✦ Σύνοψη ⌄
  • Το Μονο­με­λές Πρω­το­δι­κείο υπο­χρέ­ωσε τον Δήμο να απο­δώ­σει ποσά άνω των 201.000 ευρώ σε 104 εργα­ζο­μέ­νους για τα έτη 2024 και 2025, επι­κα­λού­μενο προη­γού­με­νες τελε­σί­δι­κες απο­φά­σεις.
  • Οι ενά­γο­ντες, κυρίως εργα­ζό­με­νοι στον τομέα καθα­ριό­τη­τας, ζητού­σαν την απο­κα­τά­σταση των δώρων Χρι­στου­γέν­νων και Πάσχα, καθώς και του επι­δό­μα­τος αδείας, που είχαν καταρ­γη­θεί.
  • Η υπόθεση σχε­τί­ζε­ται με τις μνη­μο­νια­κές περι­κο­πές της προη­γού­με­νης δεκα­ε­τίας, οι οποίες οδή­γη­σαν στη μείωση και τελικά στην πλήρη κατάρ­γηση των επι­δο­μά­των αυτών.
  • Το δικα­στή­ριο ανέφερε ότι η νομο­θε­σία που προ­κά­λεσε τις περι­κο­πές είναι αντι­συ­νταγ­μα­τική, υπο­γραμ­μί­ζο­ντας τη σημασία της αξιο­πρε­πούς δια­βί­ω­σης των εργα­ζο­μέ­νων.

• Το Μονο­με­λές Πρω­το­δι­κείο έκρινε ότι δεσμεύ­ε­ται από προη­γού­με­νες τελε­σί­δι­κες απο­φά­σεις και υπο­χρέ­ωσε τον ενα­γό­μενο φορέα να απο­δώ­σει συνο­λικά ποσά που ξεπερ­νούν τα 201.000 ευρώ για τα έτη 2024 και 2025

Αλλη μία δικα­στική κατά­ληξη στη μακρά υπόθεση των καταρ­γη­μέ­νων δώρων εορτών και του επι­δό­μα­τος αδείας στον ευρύ­τερο δημόσιο τομέα ήρθε με την υπ’ αριθμόν 384/2026 απόφαση του Μονο­με­λούς Πρω­το­δι­κείου, το οποίο δίκασε κατά την ειδική δια­δι­κα­σία των περιου­σια­κών δια­φο­ρών. Το δικα­στή­ριο δικαί­ωσε 104 εργα­ζο­μέ­νους και κλη­ρο­νό­μους θανό­ντων εργα­ζο­μέ­νων, κρί­νο­ντας ότι το ζήτημα έχει ήδη λυθεί με προ­γε­νέ­στε­ρες αμε­τά­κλη­τες κρίσεις και ότι δεσμεύ­ε­ται από αυτές.

Στην πλευρά των ενα­γό­ντων βρέ­θη­καν 104 πρόσωπα. Πρό­κει­ται κατά κύριο λόγο για εργα­ζο­μέ­νους με σύμβαση εξαρ­τη­μέ­νης εργα­σίας ιδιω­τι­κού δικαίου αορί­στου χρόνου, οι περισ­σό­τε­ροι εκ των οποίων υπη­ρε­τούν σε καθή­κο­ντα καθα­ριό­τη­τας, ενώ μεταξύ τους περι­λαμ­βά­νο­νται οδηγοί, χει­ρι­στές, τεχνί­τες, εργο­δη­γοί και υπάλ­λη­λοι άλλων ειδι­κο­τή­των. Η πλειο­νό­τητα είχε προ­σλη­φθεί την 1 Μαρτίου 2011, με εξαί­ρεση έναν εργα­ζό­μενο που εντά­χθηκε στο προ­σω­πικό τον Μάιο του 2012.

Στη υπόθεση περι­λαμ­βά­νο­νται επίσης τέσσερα πρόσωπα που ενήρ­γη­σαν ως μονα­δι­κοί εξ αδια­θέ­του κλη­ρο­νό­μοι δύο εργα­ζο­μέ­νων που είχαν απο­βιώ­σει, ο ένας τον Δεκέμ­βριο και ο άλλος τον Νοέμ­βριο του 2024.

Ενα­γό­με­νος ήταν ο Δήμος όπου εργά­ζο­νταν οι ανωτέρω, ως Νομικό Πρόσωπο Δημο­σίου Δικαίου. Οι ενά­γο­ντες ζήτησαν να τους κατα­βλη­θούν τα δώρα Χρι­στου­γέν­νων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας, για τα έτη 2024 και 2025, υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι η διάταξη που τα κατάρ­γησε είναι αντι­συ­νταγ­μα­τική και αντί­θετη σε υπερ­νο­μο­θε­τι­κής ισχύος κανόνες.

Η ουσία της δια­φο­ράς ανά­γε­ται στις μνη­μο­νια­κές περι­κο­πές της προη­γού­με­νης δεκα­ε­τίας. Όπως ανα­λύ­ε­ται εκτενώς στο σκε­πτικό, τα επι­δό­ματα εορτών και αδείας στον δημόσιο τομέα μειώ­θη­καν αρχικά κατά 30% με τον νόμο 3833/2010, ανα­προ­σαρ­μό­στη­καν εκ νέου με τον νόμο 3845/2010 στα 500 ευρώ για τα Χρι­στού­γεννα και στα 250 ευρώ για το Πάσχα και την άδεια αντί­στοιχα, και επα­να­κα­θο­ρί­στη­καν στα ίδια ποσά με το ενιαίο μισθο­λό­γιο του νόμου 4024/2011.

Το τελευ­ταίο βήμα ήταν η πλήρης κατάρ­γησή τους. Με τη σχετική διάταξη του νόμου 4093/2012, που εντά­χθηκε στο Μεσο­πρό­θε­σμο Πλαίσιο Δημο­σιο­νο­μι­κής Στρα­τη­γι­κής, τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας έπαψαν να κατα­βάλ­λο­νται από την 1 Ιανουα­ρίου 2013 για το σύνολο των λει­τουρ­γών, υπαλ­λή­λων και μισθω­τών του Δημο­σίου, των Νομικών Προ­σώ­πων Δημο­σίου Δικαίου και των Οργα­νι­σμών Τοπικής Αυτο­διοί­κη­σης.

Στο νομικό σκέλος, το δικα­στή­ριο παρέ­θεσε ανα­λυ­τικά το σχετικό συνταγ­μα­τικό και διεθνές πλαίσιο, μεταξύ άλλων το άρθρο 1 του Πρώτου Πρό­σθε­του Πρω­το­κόλ­λου της Ευρω­παϊ­κής Σύμ­βα­σης για τα Δικαιώ­ματα του Ανθρώ­που, καθώς και πάγια νομο­λο­γία ανώ­τα­των δικα­στη­ρίων. Όπως απο­τυ­πώ­νε­ται, η εκτί­μηση του νομο­θέτη για τη λήψη μέτρων περι­στο­λής δαπανών σε συν­θή­κες παρα­τε­τα­μέ­νης οικο­νο­μι­κής κρίσης υπό­κει­ται μόνο σε οριακό δικα­στικό έλεγχο, ενώ το επίπεδο της αξιο­πρε­πούς δια­βί­ω­σης δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται με βάση τις προη­γού­με­νες απο­δο­χές, αλλά με βάση τις γενι­κό­τερα επι­κρα­τού­σες συν­θή­κες.

Παρά την εκτενή ανά­πτυξη του γενικού νομικού πλαι­σίου, το κρίσιμο σημείο που οδήγησε στη δικαί­ωση των ενα­γό­ντων ήταν το προ­ϋ­πάρ­χον δεδι­κα­σμένο. Όπως προ­κύ­πτει, οι ενά­γο­ντες είχαν διεκ­δι­κή­σει και στο παρελ­θόν τα ίδια επι­δό­ματα για παλαιό­τερα έτη, μέσω αγωγών που είχαν ασκηθεί ενώπιον του Ειρη­νο­δι­κείου.

Επί των αγωγών εκείνων εκδό­θη­καν οι υπ’ αριθμόν 11/2021 και 9/2021 απο­φά­σεις του Ειρη­νο­δι­κείου, οι οποίες έκαναν δεκτές τις αξιώ­σεις. Ο ενα­γό­με­νος Δήμος άσκησε εφέσεις, που όμως απορ­ρί­φθη­καν με τις υπ’ αριθμόν 69/2024 και 542/2025 απο­φά­σεις του Μονο­με­λούς Πρω­το­δι­κείου, με απο­τέ­λε­σμα οι πρω­τό­δι­κες κρίσεις να κατα­στούν τελε­σί­δι­κες.

Το δικα­στή­ριο δια­πί­στωσε ότι μεταξύ της παλαιό­τε­ρης και της νέας δίκης υπάρχει ταυ­τό­τητα δια­δί­κων, καθώς και ταυ­τό­τητα ιστο­ρι­κής και νομικής αιτίας, αφού πρό­κει­ται για αξιώ­σεις από την ίδια διαρκή εργα­σιακή σχέση και υπό το ίδιο νομικό καθε­στώς, απλώς για μετα­γε­νέ­στερο χρονικό διά­στημα. Κατέ­ληξε, επο­μέ­νως, ότι από τις τελε­σί­δι­κες απο­φά­σεις παρά­γε­ται δεδι­κα­σμένο, από τη θετική λει­τουρ­γία του οποίου το παρόν δικα­στή­ριο δεσμεύ­ε­ται. Με τη συλ­λο­γι­στική αυτή, η αγωγή έγινε δεκτή ως προς την κύρια βάση της.

Το δικα­στή­ριο υπο­χρέ­ωσε τον ενα­γό­μενο να κατα­βά­λει στους εργα­ζο­μέ­νους με αριθ­μούς 1 έως και 99 το ποσό των 2.000 ευρώ στον καθένα, που αντι­στοι­χεί, για τα δύο επίδικα έτη, σε 500 ευρώ ως επίδομα αδείας, 500 ευρώ ως δώρο Πάσχα και 1.000 ευρώ ως δώρο Χρι­στου­γέν­νων.

Στον εκα­το­στό ενά­γο­ντα, ο οποίος εργά­στηκε έως τις 27 Νοεμ­βρίου 2025, οπότε και συντα­ξιο­δο­τή­θηκε, επι­δι­κά­στηκε το ποσό των 1.937,50 ευρώ, ανα­λο­γικά προς τον χρόνο απα­σχό­λη­σής του. Στους κλη­ρο­νό­μους του πρώτου απο­βιώ­σα­ντος εργα­ζο­μέ­νου επι­δι­κά­στη­καν 250 ευρώ και 750 ευρώ αντί­στοιχα, ανάλογα με το κλη­ρο­νο­μικό μερίδιο του καθενός, ενώ στις κλη­ρο­νό­μους του δεύ­τε­ρου απο­βιώ­σα­ντος επι­δι­κά­στη­καν 234,37 ευρώ και 703,12 ευρώ αντί­στοιχα. Όλα τα ποσά κατα­βάλ­λο­νται με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επί­δο­σης της αγωγής έως την εξό­φληση. Αθροι­στικά, τα επι­δι­κα­σθέ­ντα ποσά ξεπερ­νούν συνο­λικά τις 201.875 ευρώ.

Τους ενά­γο­ντες εκπρο­σώ­πη­σαν οι κκ. Από­στο­λος Γκα­τζιός και Εμμα­νουήλ Παπαϊ­ω­άν­νου.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.