Ρεπορτάζ

Προσωρινά κρατούμενη η 53χρονη για την απόπειρα ανθρωποκτονίας της οικιακής βοηθού

• Ομόφωνη η απόφαση του Α’ τακτικού Ανακριτή και της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου, μετά την πολύωρη απολογία της κατηγορουμένης που επικαλέστηκε καθεστώς εκφοβισμού, εξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες και επιδείνωση ψυχιατρικής διαταραχής

Στη φυλακή οδηγείται η αλλοδαπή υπήκοος Αλβανίας, ηλικίας πενήντα τριών ετών, η οποία φέρεται ως δράστιδα της αιματηρής επίθεσης που σημειώθηκε το πρωί της 2ας Μαΐου 2026 σε οικία της Παστίδας στη Ρόδο, σε βάρος της σαράντα δύο ετών ημεδαπής οικιακής βοηθού.
Ο Α’ τακτικός Ανακριτής και η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου, αξιολογώντας το σύνολο της δικογραφίας και την απολογία της κατηγορουμένης, έκριναν ομοφώνως ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επιβολή του αυστηρότερου περιοριστικού μέτρου και διέταξαν την προσωρινή της κράτηση.
Το βεβαρυμμένο κατηγορητήριο και η εικόνα της δικογραφίας
Η κατηγορουμένη βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα βαρύ κατηγορητήριο, το οποίο περιλαμβάνει τις πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της ληστείας, της παράνομης κατακράτησης κατά συρροή, της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, καθώς και της παράνομης παραμονής στη χώρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσαν οι αξιωματικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ρόδου, η εικόνα που αποτυπώνεται στη δικογραφία είναι ιδιαιτέρως βεβαρυμμένη, καθώς η επίθεση εκτυλίχθηκε σε χώρο όπου διέμεναν δύο υπερήλικα κατάκοιτα άτομα.
Η παθούσα έφερε τέσσερα τραύματα από αιχμηρό αντικείμενο σε διάφορα σημεία του σώματος, ενώ ένα από αυτά προκάλεσε εκτεταμένο πνευμοθώρακα που, σύμφωνα με το ιατροδικαστικό πόρισμα, κρίθηκε απειλητικός για τη ζωή της και κατέστησε αναγκαία την τοποθέτηση σωλήνα θωρακικής παροχέτευσης. Το συγκεκριμένο εύρημα συνιστά καθοριστικό στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση, καθώς ανάγει την επίθεση πέρα από την απλή σωματική βλάβη.
Λίγο πριν τις 09:00 της 2ας Μαΐου 2026, η κατηγορουμένη φέρεται να εισήλθε στην οικία και, αφού ζήτησε από την παθούσα το κινητό της τηλέφωνο, στράφηκε εναντίον της όταν εκείνη αρνήθηκε. Η αιματηρή σκηνή εκτυλίχθηκε στον χώρο του σαλονιού, όπου, σύμφωνα με όσα κατήγγειλε η οικιακή βοηθός, δέχθηκε επανειλημμένα κτυπήματα με μαχαίρι. Στη συνέχεια, η φερόμενη ως δράστιδα αφαίρεσε το κινητό τηλέφωνο και τα κλειδιά της οικίας, κλείδωσε την παθούσα μαζί με τους δύο κατάκοιτους ηλικιωμένους και διέφυγε πεζή.
Η παθούσα, παρά τα σοβαρά τραύματα και την κατάσταση σοκ στην οποία βρισκόταν, κατάφερε να ειδοποιήσει συγγενικά πρόσωπα της οικογένειας μέσω του σταθερού τηλεφώνου της οικίας, με αποτέλεσμα να κινητοποιηθεί άμεσα η Αστυνομία και το ΕΚΑΒ. Η ίδια διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση.
Τα πειστήρια και η αυτοψία στον τόπο της επίθεσης
Η αυτοψία που διενεργήθηκε στον χώρο απέδωσε σημαντικά στοιχεία. Δεν εντοπίστηκαν ίχνη παραβίασης σε θύρα ή παράθυρα, εύρημα που ενισχύει την εκδοχή ότι η παθούσα άνοιξε η ίδια στην κατηγορουμένη, την οποία γνώριζε. Στο σαλόνι εντοπίστηκε τμήμα κομμένου καλωδίου, άδειο πλαστικό μπουκάλι γάλακτος γύρω από το οποίο υπήρχαν ίχνη αίματος, ενώ στο δωμάτιο των ηλικιωμένων εντοπίστηκαν ίχνη αίματος σε μαξιλαροθήκη, σεντόνι και στο δάπεδο, καθώς και ασύρματη κάμερα ασφαλείας που είχε αποσυνδεθεί.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε το βιντεοληπτικό υλικό από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης συνεργείου, σε απόσταση περίπου διακοσίων πενήντα μέτρων από την οικία, στο οποίο αποτυπώνεται η κατηγορουμένη να κινείται πεζή και να εκτελεί κίνηση που ομοιάζει με απόρριψη αντικειμένου σε ρείθρο απορροής υδάτων. Λίγες ώρες μετά το συμβάν, η ίδια προσήλθε αυτοβούλως στο Αστυνομικό Τμήμα Ιαλυσού και υπέδειξε τα σημεία όπου είχε απορρίψει το μαχαίρι και τα κλειδιά, τα οποία και ανευρέθησαν.

Η απολογία της κατηγορουμένης  ενώπιον του Ανακριτή
Στην απολογία της, η κατηγορουμένη επιχείρησε να σκιαγραφήσει ένα ευρύτερο πλαίσιο εξαναγκασμού, ψυχολογικής πίεσης και εξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες, μέσα στο οποίο, όπως υποστήριξε, εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Όπως ανέφερε, η φερόμενη ως παθούσα ήταν η ψυχολόγος της και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα είχε αναπτύξει απέναντί της σχέση εξάρτησης και εμπιστοσύνης. Η ίδια ισχυρίστηκε πως τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο σύντροφός της και ένα ακόμη άτομο, ήταν μπλεγμένα με ναρκωτικές ουσίες και συναφείς δραστηριότητες, μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης πίεσης, φόβου και χειραγώγησης.
Διατείνεται ότι ελάμβανε χρήματα τόσο από την παθούσα όσο και από έτερο πρόσωπο, προκειμένου να μεταφέρει ή να προμηθεύεται ναρκωτικές ουσίες για λογαριασμό τους. Σε περίπτωση άρνησης, όπως ανέφερε, δεχόταν απειλές ότι «θα μου έκαναν ό,τι της είχαν κάνει και στα Χανιά», γεγονός που, κατά την ίδια, τη φόβιζε και την εξανάγκαζε σε συμμόρφωση. Η συνολική τους συμπεριφορά, υποστήριξε, δημιουργούσε ένα καθεστώς διαρκούς εκφοβισμού και εξαναγκασμού.
Σε επανειλημμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με όσα κατέθεσε, της αφαιρούσαν το κινητό τηλέφωνο, την ταυτότητα και άλλα προσωπικά της αντικείμενα, ενώ την κρατούσαν υπό συνεχή έλεγχο, ακόμη και μέσω διαδικτύου. Όπως ανέφερε, ως γυναίκα την κρατούσαν κλειδωμένη σε χώρο χωρίς τη θέλησή της και χωρίς δυνατότητα ελεύθερης αποχώρησης, γεγονός που συνιστούσε για εκείνη κατάσταση ομηρίας και πλήρους εξάρτησης.
Παράλληλα, η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε πως δεν της παρείχαν τα απαραίτητα φάρμακά της, τα οποία ήταν κρίσιμα για την υγεία της, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις της χορηγούνταν ουσίες χωρίς τη συναίνεσή της. Όπως ανέφερε, βρισκόταν σε κατάσταση έντονης ψυχικής επιβάρυνσης και σύγχυσης, ενώ πάσχει από διπολική διαταραχή και κατά το επίδικο διάστημα η κατάστασή της είχε επιδεινωθεί σημαντικά. Από τον Ιανουάριο 2026 έως περίπου τον Μάιο 2026, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, τελούσε υπό ψυχιατρική παρακολούθηση, ενώ υπήρξε και ημέρα κατά την οποία παρέμεινε σε ψυχιατρική κλινική.
Σε προηγούμενα περιστατικά, όπως διατείνεται, που έλαβαν χώρα στα Χανιά, είχε υποστεί πιέσεις και κακομεταχείριση χωρίς επαρκή ιατρική υποστήριξη, γεγονός που, κατά την ίδια, επιβάρυνε περαιτέρω την ήδη ευάλωτη ψυχική της κατάσταση. Η συνολική εμπειρία αυτών των γεγονότων, όπως υποστήριξε, είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκεται υπό καθεστώς φόβου, σύγχυσης και εξαναγκασμού.
Αναφορικά με το ίδιο το επίδικο περιστατικό, η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και δεν είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών της. Όπως ανέφερε, σε αυτή την κατάσταση προέβη σε τραυματισμό της παθούσας με αιχμηρό αντικείμενο, χωρίς να έχει επίγνωση ή μνήμη του συμβάντος εκείνη τη στιγμή. Μετά τη λήψη της φαρμακευτικής της αγωγής και τη σταδιακή αποκατάσταση της κατάστασής της, διατείνεται ότι άρχισε να ανακτά μερικώς τη μνήμη της ως προς τα γεγονότα. Μόλις συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, όπως υποστήριξε, προσήλθε αυτοβούλως στις αστυνομικές αρχές και ανέφερε τα περιστατικά, επιδιώκοντας να συμβάλει στη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Συνολικά, η ίδια υποστήριξε ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα μέσα σε ένα περιβάλλον εξαναγκασμού, ψυχολογικής πίεσης, στέρησης βασικών μέσων διαβίωσης και ιατρικής φροντίδας, το οποίο επηρέασε καθοριστικά τη συμπεριφορά της και την ικανότητά της να αντιληφθεί και να ελέγξει τις πράξεις της.
Στοιχείο που έλαβαν υπόψη οι δικαστικοί λειτουργοί κατά την αξιολόγηση της υπόθεσης αποτελεί και το ψυχιατρικό ιστορικό της κατηγορουμένης. Σύμφωνα με τη δικογραφία, στις 23 Ιανουαρίου 2026, η ίδια είχε εκδηλώσει πρόθεση αυτοχειρίας και, κατόπιν εισαγγελικής εντολής, είχε οδηγηθεί συνοδεία αστυνομικών για ψυχιατρική εξέταση στην Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου. Το συγκεκριμένο στοιχείο τεκμηριώνεται με σχετικό έγγραφο που έχει ενσωματωθεί στη δικογραφία και αναμένεται να αξιολογηθεί στη συνέχεια της δικαστικής διαδικασίας.
Η υπόθεση εξακολουθεί να προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση στην τοπική κοινωνία της Ρόδου, τόσο λόγω της βιαιότητας της επίθεσης όσο και λόγω του πλαισίου εντός του οποίου εκτυλίχθηκε, σε χώρο που προοριζόταν για τη φροντίδα ευάλωτων ατόμων. Η εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας αναμένεται με ενδιαφέρον, καθώς τα επόμενα στάδια θα κρίνουν τη συνολική πορεία της υπόθεσης.
Την υπεράσπιση της κατηγορουμένης ανέλαβαν οι δικηγόροι κ.κ. Αχιλλέας Δασκαλάκης και Άλκης Πέππας.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου