• Η απευθείας διαδικασία μίσθωσης από την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου στις 27 Μαρτίου 2026 έρχεται πάνω σε ένα ήδη τεταμένο κλίμα για το μέλλον των ΕΛΤΑ στο διατηρητέο της οδού 7ης Μαρτίου, ενώ το σενάριο αλλαγής χρήσης σε κέντρο διασκέδασης προκαλεί έντονες αντιδράσεις και δεν διαψεύστηκε όταν τέθηκε το ερώτημα από τη «δημοκρατική»
Η Ρόδος δεν ανησυχεί απλώς. Βράζει. Και όταν μια πόλη με τόσο βαριά σχέση με τα τοπόσημά της αρχίζει να βράζει, δεν είναι γιατί άκουσε μια ακόμα φήμη. Είναι γιατί βλέπει τα κομμάτια να κουμπώνουν με τρόπο που δεν της αρέσει. Το ιστορικό κτήριο του κεντρικού Ταχυδρομείου, εκείνο που ο πολίτης και ο επισκέπτης δείχνουν σχεδόν μηχανικά λέγοντας «το ταχυδρομείο», μπαίνει σε νέα περίοδο αβεβαιότητας, και αυτή τη φορά η αβεβαιότητα δεν αφορά μόνο στο ύψος του μισθώματος ή μια ακόμη διαπραγμάτευση στα χαρτιά.
Αφορά στον ίδιο τον χαρακτήρα του κτηρίου, τη χρήση του, την εικόνα του στο κέντρο της πόλης και το αν θα συνεχίσει να λειτουργεί ως αυτό που η Ρόδος αναγνωρίζει εδώ και δεκαετίες.
Ο επιχειρηματίας κ. Κώστας Αποστολίδης μίσθωσε για 12 χρόνια το κτήριο στο οποίο στεγάζεται το κεντρικό ταχυδρομείο Ρόδου, από την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου στις 27 Μαρτίου 2026. Η είδηση αυτή δεν έπεσε σε ουδέτερο έδαφος. Έπεσε πάνω σε μια ήδη ταραγμένη πραγματικότητα, με εργαζομένους σε αναστάτωση, με τοπικούς παράγοντες σε κατάσταση συναγερμού και με μια κοινωνία που βλέπει να διαγράφεται το ενδεχόμενο το διατηρητέο να πάψει να είναι ταχυδρομείο.
Και σαν να μην έφτανε η ίδια η μίσθωση, ένα σενάριο είναι αυτό που κάνει την ανησυχία να ανεβαίνει επίπεδο και να παίρνει μορφή ανοιχτής αντίδρασης: ότι το ιστορικό κτήριο μπορεί να μετατραπεί σε κέντρο διασκέδασης.

Το ενδεχόμενο αυτό συζητείται ήδη από παράγοντες της Ρόδου και τέθηκε ως ερώτημα από τη «δημοκρατική», χωρίς να διαψευστεί.
Σε τέτοιες υποθέσεις, στη Ρόδο, η μη διάψευση δεν αντιμετωπίζεται ως τυπική στάση. Αντιμετωπίζεται ως κενό που ανοίγει χώρο για το χειρότερο. Και το χειρότερο, για την τοπική κοινωνία, δεν είναι απλώς να αλλάξει ένας μισθωτής. Είναι να αλλάξει η ταυτότητα ενός κτηρίου που αποτελεί ιστορικό αξιοθέατο και σύμβολο της πόλης.
Το κτήριο είναι ένας ζωντανός οργανισμός εξυπηρέτησης, με καθημερινή ροή πολιτών, με ηλικιωμένους που το ξέρουν ως σταθερό σημείο, με επαγγελματίες που βασίζονται στις υπηρεσίες του, με επισκέπτες που το φωτογραφίζουν σαν μέρος της εμπειρίας τους στο νησί.
Η ανησυχία, όμως, δεν περιορίζεται στη λειτουργία. Στη Ρόδο έχει περάσει πια η ιδέα ότι όταν φεύγει μια δημόσια υπηρεσία από ένα εμβληματικό κτήριο, σπανίως επιστρέφει. Το κενό που αφήνει πίσω της γεμίζει γρήγορα, όχι πάντα με τρόπο συμβατό με τον χαρακτήρα του χώρου. Και γι’ αυτό, για πολλούς, η εξέλιξη αυτή δεν είναι απλώς άλλη μια διοικητική μεταβολή. Είναι καμπανάκι ότι ο κύκλος «φεύγουν τα ΕΛΤΑ, αλλάζει χρήση το κτήριο» μπορεί να ξεκινήσει.
Η διοίκηση των ΕΛΤΑ, όπως έχει αναφερθεί, βρισκόταν σε διαβουλεύσεις με την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, στην κυριότητα της οποίας ανήκει το ακίνητο, επιδιώκοντας μείωση του υπέρογκου μισθώματος που ανέρχεται στα 10.500 ευρώ μηνιαίως.
Με δεδομένη τη μείωση των εσόδων στα ταχυδρομεία και τις προσαυξήσεις που προβλέπονται και αναμένεται να επιβαρύνουν περαιτέρω τον προϋπολογισμό των ΕΛΤΑ, η λύση της εγκατάλειψης του ιστορικού κτηρίου και της μετεγκατάστασης σε νέο ακίνητο ήταν εδώ και καιρό μονόδρομος.
Η μίσθωση 12ετίας σε ιδιώτη και το ερώτημα της επόμενης μέρας
Η μίσθωση του κτηρίου για 12 χρόνια από ιδιώτη επιχειρηματία δεν αντιμετωπίζεται στη Ρόδο ως ουδέτερη εξέλιξη. Αντιθέτως, πολλοί την βλέπουν ως κομμάτι μιας μεγαλύτερης εικόνας, όπου το κτήριο απομακρύνεται σταδιακά από την παραδοσιακή του χρήση.
Για την τοπική κοινωνία, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος μίσθωσε. Είναι τι σκοπεύει να κάνει. Και αυτό το «τι» είναι που έχει ανοίξει την πιο επικίνδυνη συζήτηση. Το ενδεχόμενο μετατροπής σε κέντρο διασκέδασης, όπως λέγεται ότι φοβούνται παράγοντες του νησιού, δεν είναι μια λεπτομέρεια. Είναι αλλαγή χαρακτήρα. Είναι μετατόπιση από δημόσια λειτουργία σε εμπορική, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για ένα διατηρητέο, ιστορικό και αρχιτεκτονικά φορτισμένο ακίνητο.

Το προηγούμενο του 2018 και η διαχρονική σκιά της μετακίνησης
Η αγωνία δεν είναι σημερινή. Υπενθυμίζεται ότι τον Μάιο του 2018 τα ΕΛΤΑ είχαν προκηρύξει διαγωνισμό για 12ετή μίσθωση άλλου ακινήτου στο κέντρο της πόλης. Αναζητούσαν ισόγειο ακίνητο ή ισόγειο με πατάρι, συνολικού εμβαδού 180 έως 250 m2. Το γεγονός αυτό λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η συζήτηση για εναλλακτική στέγη δεν είναι ξένο σενάριο, ούτε επινόηση της στιγμής.
Εκείνη την περίοδο είχε πραγματοποιηθεί και συνάντηση μεταξύ των επικεφαλής της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου και των ΕΛΤΑ. Είχαν μεταφερθεί οι αγωνίες των Ροδιτών για την τύχη του εμβληματικού κτηρίου και η αντίθεσή τους στην εγκατάλειψή του από τα ΕΛΤΑ λόγω του πολύ ακριβού μισθώματος. Είχε επίσης διατυπωθεί με σαφήνεια ότι η μόνη αποδεκτή λύση για την κοινωνία της Ρόδου είναι η παραμονή των ΕΛΤΑ στο κτήριο.
Σήμερα, η νέα μίσθωση και τα σενάρια αλλαγής χρήσης κάνουν πολλούς να αισθάνονται ότι εκείνη η θέση, που είχε διατυπωθεί ως κοινωνική απαίτηση, δοκιμάζεται ξανά με πιο οξύ τρόπο.
Ένα αρχιτεκτονικό τοπόσημο που δεν αντέχει πρόχειρες απαντήσεις
Το κτήριο του ταχυδρομείου της Ρόδου δεν είναι απλώς παλιό. Είναι αρχιτεκτονικά συγκεκριμένο, ιστορικά αναγνωρίσιμο και βαθιά δεμένο με την περίοδο της Ιταλοκρατίας στο νησί. Χτίστηκε στα πρώτα χρόνια της Ιταλοκρατίας, γύρω στο 1926, από τον αρχιτέκτονα Florestano di Fausto, και αποτέλεσε το Palazzo delle Poste. Περιγράφεται ως δείγμα αναγεννησιακού εκλεκτισμού και κανναβικής τεχνολογίας, με πρόσοψη πλούσια σε μορφολογικά στοιχεία από τοπικό πωρόλιθο, επιβλητική κεντρική είσοδο και συμμετρικά ανοίγματα.
Στα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τέτοιου τύπου αρχιτεκτονήματα αναφέρονται τα τριγωνικά ή κοίλα αετώματα, τα κυκλικά ανοίγματα, τα γείσα και οι ανάγλυφες διακοσμήσεις, με αναφορές στην αναγεννησιακή και μπαρόκ παράδοση της Βόρειας Ιταλίας και της Βενετίας. Η περιγραφή αυτή δεν υπάρχει για να στολίζει κείμενα. Υπάρχει για να θυμίζει ότι το κτήριο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν άδειο κέλυφος που θα δεχθεί οποιαδήποτε χρήση χωρίς συνέπειες.
Και εδώ επιστρέφει το κρίσιμο σημείο της ανησυχίας: αν πράγματι προχωρήσει αλλαγή χρήσης, τι σημαίνει αυτό για έναν χώρο που αποτελεί ιστορικό αξιοθέατο του νησιού; Πώς συμβιβάζεται μια τέτοια αλλαγή με τον διατηρητέο χαρακτήρα; Ποιος και με ποια κριτήρια θα κρίνει τη συμβατότητα; Αυτά είναι ερωτήματα που δεν σβήνουν με γενικές διαβεβαιώσεις.
Ιδιαίτερο βάρος στη συζήτηση έχει και η μνήμη της προηγούμενης εγκατάλειψης. Σημειώνεται ότι η ΚΕΔ, που απαιτούσε υπέρογκα μισθώματα, είχε ουσιαστικά εγκαταλείψει το ακίνητο στη φθορά, με αποτέλεσμα να κριθεί «ετοιμόρροπο» από τη Διεύθυνση Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Ρόδου. Χρειάστηκε παρέμβαση της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου για την εξωτερική αποκατάσταση, ενώ η διοίκηση των ΕΛΤΑ έχει δαπανήσει τεράστια ποσά για την εσωτερική διαμόρφωση και τη διατήρηση των ιστορικών στοιχείων.
Επιπλέον, η Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων είχε ενημερώσει από τον Ιούνιο του 2005 για την επικινδυνότητα του κτηρίου και την ανάγκη άμεσης αποκατάστασης, ενώ το 2008 επανήλθε με νέο έγγραφο. Αυτή η διαδρομή, από την επικινδυνότητα στη διάσωση, κάνει την κοινωνία ακόμη πιο νευρική απέναντι σε κάθε συζήτηση για νέα χρήση. Διότι υπάρχει η αίσθηση ότι το κτήριο σώθηκε με κόπο, με χρήματα και με παρεμβάσεις, και τώρα κινδυνεύει να χαθεί με άλλον τρόπο, όχι από κατάρρευση, αλλά από αλλοίωση του χαρακτήρα του.
Σε μια Ρόδο όπου πολλά αρχιτεκτονικά αριστουργήματα της Ιταλοκρατίας έχουν αφεθεί στη μοίρα τους και υπάρχει φόβος ότι θα καταρρεύσουν αν δεν αλλάξει κάτι, το κεντρικό Ταχυδρομείο αντιμετωπίζεται ως περίπτωση που δεν επιτρέπεται να ξαναμπεί σε κύκλο υποβάθμισης, είτε υλικής είτε συμβολικής.













