Ειδήσεις

Ληξιπρόθεσμα χρέη: Η αγορά καθυστερεί πληρωμές και ζητά νέα ρύθμιση 120 δόσεων

Η ελληνική αγορά μετά από πολλές δοκιμασίες και ακόμα περισσότερες δυσκολίες έχει μάθει να κερδίζει χρόνο. Χρόνο από το κράτος μέσω ρυθμίσεων, χρόνο από τους προμηθευτές μέσω πίστωσης, χρόνο από τις τράπεζες μέσω επιμηκύνσεων. Όμως όταν ο χρόνος αρχίζει να εξαντλείται, το πρόβλημα αρχίζει να διογκώνεται στους πίνακες της ΑΑΔΕ και του ΚΕΑΟ.

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι, παρά την αυξημένη συμμετοχή σε ρυθμίσεις, η δεξαμενή των ληξιπρόθεσμων δεν συρρικνώνεται ουσιαστικά
Στα τέλη του 2025, τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία ξεπερνούσαν τα 107 δισ. ευρώ, με τα «νέα» χρέη να αυξάνονται κατά περίπου 1 δισ. ευρώ τον μήνα. Την ίδια στιγμή, εκατομμύρια οφειλέτες βρίσκονται ενταγμένοι σε ρυθμίσεις 12, 24, 72 ή 120 δόσεων, προσπαθώντας να διατηρήσουν μια ισορροπία ανάμεσα στην επιβίωση και τη συνέπεια. Το ερώτημα όμως δεν είναι πόσοι μπήκαν σε ρύθμιση, αλλά πόσοι καταφέρνουν να τη διατηρήσουν «ζωντανή».

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι, παρά την αυξημένη συμμετοχή σε ρυθμίσεις, η δεξαμενή των ληξιπρόθεσμων δεν συρρικνώνεται ουσιαστικά. Από τα συνολικά χρέη, ένα σημαντικό τμήμα, που ξεπερνά τα 25 δισ. ευρώ, θεωρείται δυνητικά εισπράξιμο, όμως η πραγματική εισπραξιμότητα εξαρτάται από τη συνέπεια των ρυθμίσεων. Στο μέτωπο των ασφαλιστικών οφειλών, τα στοιχεία του ΚΕΑΟ καταγράφουν συνολικό υπόλοιπο άνω των 45 δισ. ευρώ, με τις ενεργές ρυθμίσεις να καλύπτουν μόνο ένα περιορισμένο μέρος των οφειλετών. Η εικόνα δείχνει ότι οι ρυθμίσεις λειτουργούν ως μηχανισμός αποσυμπίεσης, αλλά δεν απορροφούν την πίεση όσο αυξάνονται τα νέα χρέη. Αν ο ρυθμός απώλειας των ρυθμίσεων επιταχύνεται, δηλαδή αν επιχειρήσεις αδυνατούν να καταβάλουν δύο ή τρεις συνεχόμενες δόσεις, τότε η πίεση επανέρχεται άμεσα, και μάλιστα με προσαυξήσεις.

Σε αυτό το περιβάλλον, η «κόπωση» των ρυθμίσεων αποκτά κεντρική σημασία. Η αγορά ζητά επαναφορά μιας νέας ρύθμισης 120 δόσεων, όμως τα ίδια τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι η απουσία εργαλείων, αλλά η αντοχή των ταμειακών ροών. Όταν μια μικρομεσαία επιχείρηση καλείται να εξυπηρετεί ταυτόχρονα τρέχοντα φορολογικά βάρη, ασφαλιστικές εισφορές, δόση ρύθμισης και δανειακές υποχρεώσεις, η παραμικρή καθυστέρηση στην είσπραξη τιμολογίων μπορεί να μετατρέψει τη ρύθμιση από «ανάσα» σε βαρίδι. Και όταν αυτό συμβεί μαζικά, το ζήτημα γίνεται δείκτης ευρύτερης επιβράδυνσης της οικονομίας.

Το μέγεθος της επιβάρυνσης

Αν εξεταστεί η σύνθεση των οφειλών, προκύπτει ότι περίπου 4 εκατομμύρια ΑΦΜ εμφανίζονται με ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς την εφορία, εκ των οποίων σημαντικό ποσοστό αφορά επαγγελματικές δραστηριότητες. Στο ΚΕΑΟ, οι οφειλέτες ασφαλιστικών ταμείων υπερβαίνουν το 1,5 εκατομμύριο, με τις ενεργές ρυθμίσεις να καλύπτουν λιγότερο από το μισό αυτών. Οι ρυθμίσεις των 72 και 120 δόσεων αποτέλεσαν βασικό εργαλείο σταθεροποίησης μετά την πανδημία, ωστόσο η διατήρησή τους προϋποθέτει σταθερή μηνιαία ρευστότητα.

Εδώ εντοπίζεται η μεταβολή, καθώς αν τα νέα ληξιπρόθεσμα συνεχίζουν να αυξάνονται κατά περίπου 1 δισ. ευρώ τον μήνα, τότε ακόμη και υψηλή συμμετοχή σε ρυθμίσεις δεν επαρκεί για να αντιστρέψει τη συνολική εικόνα. Με άλλα λόγια, η αγορά δεν μειώνει το χρέος της, απλά βρίσκει τρόπους να το διαχειρίζεται. Και όταν μια ρύθμιση χαθεί, το σύνολο της οφειλής επανέρχεται στο αρχικό της ύψος, επιβαρυμένο με προσαυξήσεις και μέτρα αναγκαστικής είσπραξης.

Ο χρόνος και το κόστος
Η εικόνα στην πραγματική οικονομία δείχνει επιμήκυνση των χρόνων πληρωμής μεταξύ επιχειρήσεων. Το χρονικό πλαίσιο πίστωσης που τυπικά είναι στις 30–60 ημέρες στην πράξη συχνά μετατρέπονται σε 75 ή 90 ημέρες. Αυτό σημαίνει ότι ο κύκλος επιμηκύνεται.

Η επίπτωση σε επιχείρηση με ετήσιο κύκλο εργασιών 1 εκατ. ευρώ, η αύξηση του μέσου χρόνου είσπραξης κατά 15 ημέρες συνεπάγεται περίπου 41.000 ευρώ επιπλέον κεφαλαίου κίνησης «παγωμένου» σε απαιτήσεις. Σε περιβάλλον όπου τα επιτόκια δανεισμού για μικρές επιχειρήσεις κυμαίνονται στο 4,5%-5%, η χρηματοδότηση αυτού του κενού έχει πραγματικό κόστος. Και όταν δεν υπάρχει πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό, το κενό καλύπτεται με καθυστέρηση πληρωμών προς τρίτους, απλά μεγαλώνοντας τον κύκλο.Η σύνδεση με τα δημόσια έσοδα είναι άμεση, απο την στιγμή που η εκτέλεση του προϋπολογισμού βασίζεται σε σταθερή ροή εισπράξεων ΦΠΑ, παρακρατούμενων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Αν όμως η αγορά λειτουργεί με μεγαλύτερες περιόδους πληρωμής και αυξανόμενο το ρυθμό απώλειας των ρυθμίσεων, η ασφάλεια για την επίτευξη του στόχου των εσόδων μειώνεται.

Σε αυτό το πλαίσιο, το αίτημα για νέα ρύθμιση 120 δόσεων αποκτά διαφορετική διάσταση. Δεν αποτελεί απλώς πολιτική πίεση, αλλά αντανακλά την ανάγκη σταθεροποίησης ταμειακών ροών σε μια περίοδο όπου ο χρόνος έχει γίνει βασικό εργαλείο χρηματοδότησης. Ωστόσο, αν οι προηγούμενες ρυθμίσεις παρουσιάζουν αυξημένες απώλειες, μια νέα ρύθμιση ενδέχεται να λειτουργήσει ως παράταση του ίδιου προβλήματος, όχι ως λύση.

Ένα τεστ αντοχής
Η εικόνα που διαμορφώνεται παραπέμπει σε δοκιμασία αντοχής, ειδικά αν οι απώλειες των ρυθμίσεων σταθεροποιηθούν και οι χρόνοι πληρωμής δεν επιμηκυνθούν περαιτέρω, η αγορά μπορεί να διατηρήσει την ισορροπία της. Αν όμως τα νέα ληξιπρόθεσμα συνεχίσουν να αυξάνονται και η πίστωση μεταξύ επιχειρήσεων συνεχίζει να αυξάνει το χρονικό περιθώριο εξόφλησης, τότε το πρόβλημα θα μεταφερθεί από τις ταμειακές ροές στις επενδύσεις και, τελικά, στην ανάπτυξη.

Πηγή: ot.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου