Ρεπορτάζ

Τελεσίδικη ακύρωση πλειστηριασμού ακινήτου

πλειστηριασμοί
Σύνοψη
  • Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου ακύρωσε οριστικά την κατασχετήρια έκθεση του ακινήτου της οφειλέτιδας, δικαιώνοντάς την για δεύτερη φορά.
  • Η υπόθεση ξεκίνησε με ανακοπή της οφειλέτιδας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε τις πράξεις εκτέλεσης.
  • Η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, που είχε αναλάβει το χαρτοφυλάκιο δανείων, άσκησε έφεση, υποστηρίζοντας εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου από το Πρωτοδικείο.
  • Το Εφετείο έκρινε ότι η εταιρεία είχε επαρκή νομιμοποίηση και ότι το Πρωτοδικείο είχε εσφαλμένα εκτιμήσει τις αποδείξεις, οδηγώντας στην αποδοχή της έφεσης.

• Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου έκρινε ανεκκαθάριστη και αόριστη την απαίτηση για την οποία είχε επισπευσθεί η εκτέλεση, δικαιώνοντας για δεύτερη φορά την οφειλέτιδα και ακυρώνοντας οριστικά την κατασχετήρια έκθεση του ακινήτου της

Στο πλευρό της οφειλέτιδας τάχθηκε τελικά και ο δεύτερος βαθμός δικαιοδοσίας. Με την υπ’ αριθμόν 99/2026 απόφασή του, το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έκλεισε μια υπόθεση αναγκαστικής εκτέλεσης που είχε ξεκινήσει με την κατάσχεση ακινήτου και κατέληξε στην ακύρωση του πλειστηριασμού, καθώς και στην επιβάρυνση της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών. Η ημεδαπή οφειλέτιδα είδε για δεύτερη φορά την περιουσία της να μένει εκτός πλειστηριασμού, αυτή τη φορά οριστικά.

Πώς έφτασε η υπόθεση στο Εφετείο
Αφετηρία της δικαστικής διαμάχης υπήρξε ανακοπή που είχε ασκήσει η οφειλέτιδα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ζητώντας να ακυρωθούν η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της ακίνητης περιουσίας της και το σχετικό απόσπασμα που όριζε τον πλειστηριασμό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’ αριθμόν 336/2024 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε τις δύο πράξεις εκτέλεσης. Η ηττηθείσα εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, στην οποία είχε ανατεθεί η διαχείριση του χαρτοφυλακίου δανείων όπου εντασσόταν και η επίμαχη απαίτηση, άσκησε έφεση, επιδιώκοντας να ανατραπεί η πρωτόδικη κρίση και να απορριφθεί η ανακοπή στο σύνολό της.
Η εκκαλούσα προέβαλε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλά και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το Πρωτοδικείο. Υποστήριζε ότι λανθασμένα είχε γίνει δεκτή η ανακοπή με την αιτιολογία ότι δεν είχε αποδειχθεί η ενεργητική της νομιμοποίηση για την έναρξη της εκτέλεσης, καθώς δεν είχε συγκοινοποιηθεί, μαζί με την επιταγή προς εκτέλεση, το τμήμα του παραρτήματος της σύμβασης διαχείρισης στο οποίο εμφανιζόταν η συγκεκριμένη απαίτηση.
Το σημείο στο οποίο δικαιώθηκε η εταιρεία
Στο πρώτο και κρισιμότερο για τη νομιμοποίησή της ζήτημα, η εταιρεία βρήκε δίκιο. Το Εφετείο, μελετώντας τα έγγραφα που είχαν προσκομιστεί και στους δύο βαθμούς, έκρινε ότι από τη συνολική εικόνα προέκυπτε επαρκώς πως η εκκαλούσα είχε καταστεί διαχειρίστρια του χαρτοφυλακίου δανείων στο οποίο περιλαμβανόταν και η απαίτηση από το στεγαστικό δάνειο της οφειλέτιδας. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, με την επιταγή προς εκτέλεση είχαν συγκοινοποιηθεί τόσο η περίληψη της σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης όσο και τα έντυπα καταχώρισης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, από τα οποία τεκμηριωνόταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και ο διορισμός της εταιρείας ως διαχειρίστριας.
Με βάση τη συλλογιστική αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι το Πρωτοδικείο, αν και ορθά ερμήνευσε τον νόμο, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, αφού δεν αξιολόγησε σωστά το περιεχόμενο εγγράφων που το ίδιο μνημόνευε. Έτσι, η έφεση έγινε δεκτή ως προς τον λόγο αυτόν, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και η υπόθεση κρατήθηκε προς εκδίκαση από το ίδιο το Εφετείο.

πλειστηριασμοί
Το αόριστο ποσό που γκρέμισε την εκτέλεση
Η ανατροπή, ωστόσο, δεν σήμανε και νίκη για την επισπεύδουσα. Κρατώντας την υπόθεση, το δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση και των υπόλοιπων λόγων της ανακοπής που δεν είχαν κριθεί πρωτοδίκως. Εκεί εστιάστηκε στον πέμπτο λόγο, με τον οποίο η οφειλέτιδα είχε καταγγείλει ότι η κατασχετήρια έκθεση έπασχε ακυρότητας λόγω αοριστίας του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση.
Τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου ήταν αποκαλυπτικά. Με την επιταγή προς πληρωμή που είχε επιδοθεί στις 11 Ιανουαρίου 2024, κάτω από αντίγραφο του εκτελεστού απογράφου της διαταγής πληρωμής που είχε εκδοθεί το 2013, η οφειλέτιδα είχε επιταχθεί να καταβάλει 190.205,04 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, 1.902 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, 50 ευρώ για τη σύνταξη της επιταγής και άλλα 50 ευρώ για την επίδοση και την παραγγελία προς τον δικαστικό επιμελητή. Η απαίτηση, δηλαδή, συντίθετο από κεφάλαιο και έξοδα.
Η κατάσχεση, όμως, επιβλήθηκε με διαφορετική εικόνα. Στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγραφόταν αφενός «συνολικό χρηματικό ποσό 113.648,54 ευρώ» και αφετέρου, σε περίπτωση απουσίας, άρνησης ή αδυναμίας πληρωμής, νέος περιορισμός «στο ποσό των 100.000 ευρώ», χωρίς να διευκρινίζεται τι ακριβώς αντιπροσώπευε το ποσό αυτό, τι αφορούσε κεφάλαιο, τι τόκους και τι λοιπά έξοδα ή προσαυξήσεις. Όπως διαπίστωσε το δικαστήριο, στο ίδιο έγγραφο εμφανίζονταν δύο διαφορετικά ποσά χωρίς να καθίσταται σαφές για ποιο από τα δύο επιβαλλόταν η κατάσχεση, ενώ για κανένα από αυτά δεν προσδιοριζόταν αν αφορούσε τμήμα του επιτασσόμενου κεφαλαίου, των δικαστικών εξόδων ή των εξόδων εκτέλεσης.

Γιατί η απαίτηση κρίθηκε ανεκκαθάριστη
Η κρίση του Εφετείου πατά σε μια σταθερή αρχή της αναγκαστικής εκτέλεσης. Δεν μπορεί να γίνει εκτέλεση με βάση εκτελεστό τίτλο αν από αυτόν δεν προκύπτει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης, δηλαδή η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής. Ο περιορισμός της απαίτησης σε μικρότερο ποσό επιτρέπεται, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ορισμένος και δεν μετατρέπει την παροχή σε ανεκκαθάριστη. Όταν, όμως, στην έκθεση κατάσχεσης δεν προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται ο περιορισμός και ποια κονδύλια καλύπτει, η απαίτηση μεταπίπτει σε ανεκκαθάριστη και η έκθεση καθίσταται άκυρη.
Με αυτό το σκεπτικό, το δικαστήριο έκρινε καταφανώς αόριστο τον μερικό περιορισμό του οφειλόμενου ποσού και δέχθηκε τον σχετικό λόγο ανακοπής ως ουσιαστικά βάσιμο. Επειδή μάλιστα ο λόγος αυτός επείχε θέση αυτοτελούς βάσης και αρκούσε από μόνος του για την ακύρωση των πράξεων εκτέλεσης, η εξέταση των υπόλοιπων λόγων κρίθηκε περιττή.
Το παρασκήνιο της οφειλής
Πίσω από τη δικαστική διαμάχη βρίσκεται ένα στεγαστικό δάνειο που είχε χορηγηθεί στην οφειλέτιδα από τραπεζική εταιρεία τον Δεκέμβριο του 2007. Για την απαίτηση αυτή εκδόθηκε στη συνέχεια διαταγή πληρωμής το 2013, η οποία αποτέλεσε και τον εκτελεστό τίτλο της υπόθεσης. Στο μεσοδιάστημα, η απαίτηση εντάχθηκε σε χαρτοφυλάκιο που τιτλοποιήθηκε και μεταβιβάστηκε από την τράπεζα σε αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, ενώ η διαχείρισή του ανατέθηκε στην εταιρεία που επέσπευσε την εκτέλεση. Αυτή η αλυσίδα μεταβιβάσεων αποτελεί πλέον σύνηθες σκηνικό σε υποθέσεις κόκκινων δανείων, όπου ο αρχικός δανειστής αποσύρεται και τη σκυτάλη παίρνουν εταιρείες διαχείρισης.
Η πορεία της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου είχε και τις δικές της καθυστερήσεις. Η συζήτηση της έφεσης ορίστηκε αρχικά για τον Μάιο του 2025, αναβλήθηκε και τελικά διεξήχθη στις 16 Ιανουαρίου 2026, ενώ η απόφαση δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 6 Μαΐου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους.
Η κατάληξη
Με το διατακτικό της, η απόφαση δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ανακοπή, την έκανε δεκτή και ακύρωσε τόσο την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης όσο και το απόσπασμά της. Παράλληλα, διέταξε την επιστροφή του παραβόλου στην εκκαλούσα, η οποία ωστόσο καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα της οφειλέτιδας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ποσού 5.300 ευρώ. Το πρακτικό αποτέλεσμα ήταν διπλό. Όχι μόνο ματαιώθηκε ο πλειστηριασμός του ακινήτου, αλλά η πλευρά που επιχείρησε την εκτέλεση επιβαρύνθηκε και με τη δικαστική δαπάνη.
Την υπόθεση χειρίστηκε για λογαριασμό της οφειλέτιδας η δικηγόρος Ευαγγελία Αρνιθενού.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗

Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.