- Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου ανέστειλε την εκτελεστική διαδικασία πλειστηριασμού ανώνυμης εταιρείας και δύο εγγυητών, λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία.
- Η υπόθεση προήλθε από σύμβαση πίστωσης του 2008 και η απαίτηση μεταβιβάστηκε το 2020 σε εταιρεία ειδικού σκοπού στο εξωτερικό.
- Με διαταγή πληρωμής του 2021, οι αιτούσες διατάχθηκαν να καταβάλουν 500.000 ευρώ, ποσό που αυξήθηκε σε 724.399,35 ευρώ μέχρι τον Οκτώβριο του 2025.
- Η ανακοπή κατά της επιταγής και της κατασχετήριας έκθεσης απορρίφθηκε πρωτοδίκως, αλλά το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και εξέτασε την ουσία της υπόθεσης.
Λίγα εικοσιτετράωρα πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού, το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου έβαλε φρένο στην εκτελεστική διαδικασία που είχε δρομολογηθεί σε βάρος ανώνυμης εταιρείας τουριστικών και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και 2 ημεδαπών, οι οποίες είχαν εγγυηθεί για τραπεζική πίστωση της επιχείρησης.
Η απόφαση, με αριθμό 169/2026, δημοσιεύθηκε στις 10 Ιουλίου 2026, μία μόλις ημέρα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, γεγονός που αποτυπώνει και τον πιεστικό χρόνο, καθώς ο πλειστηριασμός είχε προσδιοριστεί για τις 17 Ιουλίου 2026.
Τις αιτούσες εκπροσώπησε ο δικηγόρος κ. Νικόλαος Σκορδίλης.
Η διαδρομή της οφειλής
Η υπόθεση έχει τις ρίζες της σε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που είχε καταρτιστεί το 2008 μεταξύ ομόρρυθμης εταιρείας, την οποία στη συνέχεια απορρόφησε η αιτούσα ανώνυμη εταιρεία, και συστημικής τράπεζας. Η σχετική απαίτηση μεταβιβάστηκε το 2020 σε εταιρεία ειδικού σκοπού με έδρα το εξωτερικό, στο πλαίσιο τιτλοποίησης, και η διαχείρισή της ανατέθηκε σε αδειοδοτημένη από την Τράπεζα της Ελλάδος εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις.
Με διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε το 2021 από Δικαστή του Πρωτοδικείου, οι 3 αιτούσες διατάχθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 500.000 ευρώ, εντόκως και με ανατοκισμό ανά εξάμηνο από τον Οκτώβριο του 2019. Στις 2 Οκτωβρίου 2025 τους επιδόθηκε επιταγή προς πληρωμή, με την οποία το συνολικό απαιτούμενο ποσό είχε πλέον διαμορφωθεί σε 724.399,35 ευρώ, εκ των οποίων 500.000 ευρώ αφορούσαν κεφάλαιο και 224.399,35 ευρώ τόκους, πλέον εξόδων.
Ακολούθησε, στις 31 Οκτωβρίου 2025, η επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης σε ακίνητο της εταιρείας και ο προσδιορισμός ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, αρχικά για τις 3 Ιουνίου 2026. Ο πρώτος εκείνος πλειστηριασμός απέβη άγονος, ελλείψει πλειοδοτών, και η επισπεύδουσα όρισε νέα ημερομηνία, τις 17 Ιουλίου 2026.
Η ανακοπή, η απόρριψη και η προσφυγή στο Εφετείο
Οι καθ’ ων η εκτέλεση είχαν ασκήσει από τις 4 Δεκεμβρίου 2025 ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή και της κατασχετήριας έκθεσης, κατά το άρθρο 933 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε πρωτοδίκως με την απόφαση 327/2026, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. Οι αιτούσες δεν έμειναν εκεί. Στις 30 Ιουνίου 2026 άσκησαν έφεση, η οποία κατατέθηκε την 1η Ιουλίου 2026 στη γραμματεία του δικαστηρίου που είχε εκδώσει την απορριπτική απόφαση, ενσωματώνοντας στο ίδιο δικόγραφο και αίτηση αναστολής της εκτέλεσης, όπως απαιτεί ο νόμος για τις περιπτώσεις πλειστηριασμού ακινήτων.
Το Εφετείο έκρινε ότι η αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά και εμπρόθεσμα, αφού κατατέθηκε τουλάχιστον 5 εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, και προχώρησε στην εξέταση της ουσίας.
Το κρίσιμο σημείο, η αοριστία του περιορισμού
Ο πυρήνας της δικαστικής κρίσης εντοπίζεται σε ένα φαινομενικά τεχνικό αλλά καθοριστικό ζήτημα. Ενώ με την επιταγή προς πληρωμή οι οφειλέτριες είχαν επιταχθεί να καταβάλουν 724.399,35 ευρώ, η κατάσχεση επιβλήθηκε τελικά για το μικρότερο ποσό των 400.000 ευρώ, με τη γενική μνεία ότι ο περιορισμός γινόταν «προς περιορισμό των εξόδων εκτελέσεως» και ότι η επισπεύδουσα επιφυλασσόταν για την είσπραξη του υπολοίπου.
Το δικαστήριο επισήμανε ότι ο περιορισμός της απαίτησης δεν είναι από μόνος του προβληματικός, αντιθέτως λειτουργεί κατά κανόνα υπέρ του οφειλέτη, καθώς μειώνει τα έξοδα που τον βαρύνουν. Προϋπόθεση όμως είναι ο περιορισμός να είναι ορισμένος, δηλαδή να προκύπτει με σαφήνεια σε ποια ακριβώς κονδύλια αναφέρεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχθηκε το Εφετείο, από την κατασχετήρια έκθεση δεν μπορούσε να συναχθεί αν το ποσό των 400.000 ευρώ αφορούσε μόνο μέρος του κεφαλαίου ή και τόκους και λοιπά έξοδα. Η ασάφεια αυτή, κατά την απόφαση, μετέτρεψε την απαίτηση σε ανεκκαθάριστη, στερώντας από την εκτέλεση μια θεμελιώδη προϋπόθεση εγκυρότητας.
Αξιοσημείωτο είναι ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση, στην εντολή προς εκτέλεση ο πληρεξούσιος δικηγόρος της επισπεύδουσας είχε προσδιορίσει επακριβώς τον περιορισμό, διευκρινίζοντας ότι το ποσό των 400.000 ευρώ αποτελούσε μέρος του επιδικασθέντος κεφαλαίου. Το δικαστήριο έκρινε ωστόσο ότι το στοιχείο αυτό δεν ασκεί επιρροή, διότι η κατάσχεση επιβάλλεται με την κατασχετήρια έκθεση και όχι με την εντολή, η δε δικαστική επιμελήτρια δεν αποτύπωσε στην έκθεση τον περιορισμό όπως τον είχε ορθά διατυπώσει ο εντολέας δικηγόρος.
Η κρίση για το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η απόφαση
Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όταν απέρριψε ως μη νόμιμο τον όγδοο λόγο της ανακοπής, τον οποίο έπρεπε να δεχθεί ως βάσιμο. Πιθανολόγησε, έτσι, ότι ο αντίστοιχος λόγος έφεσης θα γίνει δεκτός και ότι η έφεση θα ευδοκιμήσει. Παράλληλα, πιθανολόγησε ανεπανόρθωτη βλάβη των αιτουσών, η οποία συνίσταται στην αδυναμία τους να αμφισβητήσουν κονδύλια των οποίων το ύψος δεν γνωρίζουν, βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη ακυρότητας.
Με το σκεπτικό αυτό, το δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση και ανέστειλε τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της έφεσης, επιβάλλοντας παράλληλα στις αιτούσες τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης, τα οποία όρισε στο ποσό των 300 ευρώ.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε



.gif)













