Η επανέναρξη ενός περιορισμένου αριθμού πτήσεων από το εξωτερικό προς όλα τα αεροδρόμια της χώρας, χθες Τετάρτη, έρχεται σε μια στιγμή που οι προσδοκίες για μια γρήγορη ανάκαμψη του ενδιαφέροντος για διακοπές στην Ελλάδα, μετά την επιτυχία της χώρας στη διαχείριση της πανδημίας, προσγειώνονται απότομα.

Μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα τόσο από τη νησιωτική όσο και από την ηπειρωτική χώρα, με τα οποία επικοινώνησε η «Κ», αναφέρουν πολύ περιορισμένο αριθμό κρατήσεων ενώ αυτός αφορά ως επί το πλείστον τον Αύγουστο και τους επόμενους μήνες, καθώς η διάθεση για ταξίδια μπορεί να υπάρχει, αλλά απέχει από το να μετουσιωθεί σε απόφαση.

Εξαίρεση αποτελούν οι κρατήσεις από Ελληνες, οι οποίες όμως ξεκινούν αργά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, ενώ είναι βέβαια πολύ λιγότερες από των προηγούμενων ετών. Σύμφωνα με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων, η πληρότητα των ξενοδοχείων στην τρέχουσα φάση είναι μόλις στο 20%. Αυτή η πληρότητα αφορά μόνο εκείνα τα ξενοδοχεία τα οποία έχουν επιλέξει να ανοίξουν τον Ιούλιο, που υπολογίζεται ότι είναι λιγότερα από τα μισά που διαθέτει η χώρα.

Με έναν πρόχειρο υπολογισμό αυτό σημαίνει ότι ο Ιούλιος τρέχει μόλις στο 10% της περασμένης χρονιάς και κυρίως με Ελληνες παραθεριστές, δηλαδή χωρίς εισροές κεφαλαίων στη χώρα. Με δεδομένο ότι ο Ιούλιος και ο Αύγουστος είναι οι δύο μήνες με τις υψηλότερες επισκεψιμότητες της χώρας, καθίσταται σαφές ότι τα σενάρια που μιλούσαν για δυνατότητα ανάκτησης του 30% ή έστω 20% των ξένων αφίξεων και δαπανών του 2019 φέτος μοιάζουν σχεδόν ουτοπικά: «Ο Ιούλιος μετατρέπεται σε έναν μήνα “δοκιμαστικό” για τη δυνατότητα κάποιων, όχι όλων και ίσως ούτε των μισών, ξενοδοχείων να λειτουργήσουν, και εφόσον όλα πάνε καλά, είναι πιθανόν ο Αύ
γουστος να κυλήσει καλύτερα», αναφέρουν οι αισιόδοξοι.

Οταν όμως οι ίδιοι άνθρωποι ερωτώνται εάν είναι σίγουρο πως θα ανοίξουν εκείνα τα ξενοδοχεία που έχουν ήδη ανακοινώσει ότι θα ανοίξουν αργότερα τον Ιούλιο, απαντούν με επιφύλαξη «θα δούμε» ή «θα εξαρτηθεί από τις κρατήσεις των επόμενων ημερών». Ακόμα και μεγάλα εμβληματικά συγκροτήματα που έχουν ανακοινώσει λειτουργία βρίσκονται σε καθεστώς αβεβαιότητας, αφού οι κρατήσεις που έχουν δεν προσδίδουν οικονομικό νόημα στη σεζόν. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρουν ολοένα και περισσότεροι ξενοδόχοι, «λειτουργούμε πλέον περισσότερο με ένστικτο παρά με επιβεβαιωμένα δεδομένα, ελπίζοντας το καλύτερο».

Οι ψυχραιμότεροι εξηγούν πως «είναι ακόμα πολύ νωρίς» και ότι «οι ημερομηνίες έναρξης δεν σημαίνουν τίποτα περισσότερο από την εκκίνηση μιας πολύ αργής και σταδιακής διαδικασίας για την επιστροφή στην ομαλότητα, που αναμένεται να χρειαστεί τουλάχιστον μία τριετία για να επανέλθει στα επίπεδα που βρισκόταν το 2019». «Για την ώρα, ο φόβος και η ανησυχία είναι κυρίαρχα στους δυνητικούς επισκέπτες της χώρας μας», προσθέτουν άλλες πηγές, που χαρακτηρίζουν κάθε στόχο έωλο. Ετσι, η αρχική αισιοδοξία που επικράτησε, μετά την επιτυχημένη διαχείριση του κορωνοϊού στην Ελλάδα και τις προσδοκίες πως αυτό θα προσδώσει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην χώρα έναντι των ανταγωνιστών της, έρχεται τώρα αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από μια στάση αναμονής των κρίσιμων αγορών για τον ελληνικό τουρισμό. Κάποιες από αυτές τις αγορές βρίσκονται τουλάχιστον προσώρας εκτός παιχνιδιού. Ηνωμένες Πολιτείες, Βρετανία, και Ρωσία φαίνεται ότι θα χρειαστεί να περιμένουν πολύ πριν επιτραπεί στους κατοίκους τους να περάσουν τα ευρωπαϊκά σύνορα, εάν και εφόσον βέβαια αυτοί αποφασίσουν να ταξιδέψουν μετά το σφοδρό χτύπημα της πανδημίας που έχει στοιχίσει δεκάδες χιλιάδες ζωές και προκαλεί εντονότατη αβεβαιότητα για το διαθέσιμο εισόδημα προς διακοπές.

Πολλοί ξενοδόχοι, που επέλεξαν να μην ανοίξουν καθόλου φέτος τις μονάδες τους, θεωρούν υπερβολικά μεγάλο το ρίσκο για τη φήμη του ελληνικού τουρισμού να διακινδυνεύσει την εκδήλωση ενός δεύτερου κύματος κρουσμάτων στην Ελλάδα με εκατοντάδες χιλιάδες ξένους τουρίστες παρόντες. Αντιμετωπίζουν δε τα αυστηρά και ενδελεχή μέτρα προστασίας αφενός ως υγειονομικά εργαλεία «ξένα προς το ίδιο το νόημα των διακοπών που σημαίνουν ανεμελιά», όπως χαρακτηριστικά θυμίζουν, και αφετέρου ως «ισχυρά αντικίνητρα για την προσέλκυση ξένων ταξιδιωτών».

Το 83% των Γερμανών δεν μπαίνει ακόμα σε αεροπλάνο

Oπως προκύπτει από έρευνα του Γερμανικού Συνδέσμου Αερομεταφορών (BDL), από το σύνολο των γερμανικών αεροδρομίων θα πραγματοποιηθεί τον Ιούλιο μόλις το 27% των πτήσεων που πραγματοποιήθηκαν τον αντίστοιχο μήνα πέρυσι. Πρόκειται μεν για αύξηση σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες (Απρίλιος 4%, Μάιος 6%, Ιούνιος 14%), αλλά σε χαμηλά επίπεδα. Για τον Αύγουστο ο BDL αναμένει μια «ελαφρά αύξηση» της εναέριας κυκλοφορίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι ρυθμοί εξάπλωσης του κορωνοϊού θα κυμανθούν στα σημερινά επίπεδα. Σύμφωνα με την έρευνα του BDL, το κέντρο βάρους των πτήσεων αφορά δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς των Γερμανών. Μετά την Ισπανία και την Τουρκία, τα περισσότερα αεροπορικά δρομολόγια από τη Γερμανία θα εξυπηρετούν τον Ιούλιο προορισμούς στην Ελλάδα. Ακολουθούν η Ιταλία και η Αυστρία.

Στην κορυφή του πίνακα των 20 δημοφιλέστερων προορισμών βρίσκεται, με 326 αφίξεις από τη Γερμανία, το ισπανικό νησί Μαγιόρκα, ακολουθεί με 221 αφίξεις η Κωνσταντινούπολη και με 167 η Βιέννη. Στη 10η θέση αυτού του πίνακα βρίσκεται το Ηράκλειο με συνολικά 94 αφίξεις από τη Γερμανία τον Ιούλιο, ακολουθούν στη 12η θέση η Θεσσαλονίκη με 69 αφίξεις, στη 13η θέση η Αθήνα με 64 αφίξεις και στην 20ή θέση η Ρόδος με 47 αφίξεις.

Πάντως, η συντριπτική πλειονότητα των Γερμανών δεν σκοπεύει να πετάξει φέτος κατά την περίοδο των διακοπών. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του ινστιτούτου Civery για το περιοδικό Spiegel, το 83,1% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι λόγω Covid-19 δεν πρόκειται να πετάξει τους επόμενους τρεις μήνες και μόλις το 13,4% σχεδιάζει να πετάξει είτε για επαγγελματικούς είτε για ιδιωτικούς λόγους. Ενα 60,8% διακατέχεται από τον φόβο να μολυνθεί μέσα στο αεροπλάνο.

Πηγή: kathimerini.gr

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ