ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Στα 750.711 ευρώ η αποζημίωση που υποχρεώνεται να καταβάλει το Δημόσιο για ακίνητο της Μεσαιωνικής Πόλης της Ρόδου

Δαμιανός Αθανασίου 4 λεπτά ανάγνωση
ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ
✦ Σύνοψη ⌄
  • Η δικα­στική απόφαση του Πολυ­με­λούς Πρω­το­δι­κείου Ρόδου υπο­χρε­ώ­νει το Ελλη­νικό Δημόσιο να κατα­βά­λει 750.711,11 ευρώ σε ιδιο­κτήτη ακι­νή­του που είχε απαλ­λο­τριω­θεί για αρχαιο­λο­γι­κούς σκοπούς.
  • Η υπόθεση ανα­δει­κνύει τη σύγκρουση μεταξύ προ­στα­σίας της πολι­τι­στι­κής κλη­ρο­νο­μιάς και του δικαιώ­μα­τος απο­ζη­μί­ω­σης των ιδιο­κτη­τών.
  • Η απαλ­λο­τρί­ωση του ακι­νή­του, που περι­λαμ­βά­νει σπου­δαία αρχαιο­λο­γικά ευρή­ματα, είχε ξεκι­νή­σει το 1995, αλλά η απο­ζη­μί­ωση για τον ενά­γο­ντα καθυ­στέ­ρησε.
  • Ο ενάγων είχε προ­σφύ­γει στη δικαιο­σύνη ζητώ­ντας απο­ζη­μί­ωση και για τη στέρηση της χρήσης του ακι­νή­του του, με συνο­λικό ποσό που ξεπερνά τις 750.000 ευρώ.

Μια υπόθεση που τρα­βούσε σε μάκρος για περισ­σό­τερα από τριάντα χρόνια, με αφε­τη­ρία μια απαλ­λο­τρί­ωση του 1995 για την προ­στα­σία σπου­δαίων αρχαιο­τή­των στην καρδιά της παλιάς πόλης, έφτασε στο τέλος της με δικα­στική κρίση που γέρνει σαφώς υπέρ του ιδιο­κτήτη. Το Πολυ­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου, με την υπ’ αριθμ. 67/2026 απόφασή του, υπο­χρέ­ωσε το Ελλη­νικό Δημόσιο και τον Οργα­νι­σμό Δια­χεί­ρι­σης και Ανά­πτυ­ξης Πολι­τι­στι­κών Πόρων να κατα­βά­λουν, εις ολό­κλη­ρον, ποσό 750.711,11 ευρώ σε ημεδαπό συνι­διο­κτήτη ακι­νή­του που είχε δεσμευ­θεί για αρχαιο­λο­γι­κούς σκοπούς.

Πρό­κει­ται για μία από τις περι­πτώ­σεις όπου η σύγκρουση ανάμεσα στην προ­στα­σία της πολι­τι­στι­κής κλη­ρο­νο­μιάς και στο δικαί­ωμα της πλήρους απο­ζη­μί­ω­σης του ιδιο­κτήτη δοκι­μά­στηκε ευθέως στο ακρο­α­τή­ριο.

Το ακίνητο και η μακρά δια­δρομή της απαλ­λο­τρί­ω­σης

Στο επί­κε­ντρο βρί­σκε­ται ένα ακίνητο επι­φα­νείας 508 τετρα­γω­νι­κών μέτρων στη Μεσαιω­νική Πόλη της Ρόδου, σε καίριο σημείο όπου έχουν απο­κα­λυ­φθεί λείψανα παλαιο­χρι­στια­νι­κής βασι­λι­κής, βυζα­ντινή οχύρωση και τοι­χο­γρα­φη­μέ­νος ναός. Ακριβώς για να προ­στα­τευ­θούν και να ανα­δει­χθούν αυτά τα ευρή­ματα, το ακίνητο απαλ­λο­τριώ­θηκε ανα­γκα­στικά το 1995, υπέρ του Δημο­σίου και με δαπάνες του αρμό­διου φορέα.

Ο ενάγων κατέχει επί του ακι­νή­του ποσοστό 304/576, ήτοι 52,78% εξ αδιαι­ρέ­του, το οποίο περι­ήλθε σε αυτόν κλη­ρο­νο­μικά από τον πατέρα του που απε­βί­ωσε το 2012. Για το υπό­λοιπο ποσοστό 272/576 άλλων ιδιο­κτη­τών, η απαλ­λο­τρί­ωση είχε ήδη συντε­λε­στεί και η ανα­λο­γούσα απο­ζη­μί­ωση είχε κατα­βλη­θεί από το 2014.

Το μερίδιο όμως του ενά­γο­ντος ακο­λού­θησε δια­φο­ρε­τική πορεία. Καθώς η απο­ζη­μί­ωση δεν κατα­βλή­θηκε εμπρό­θε­σμα, η απαλ­λο­τρί­ωση ήρθη αυτο­δί­καια ως προς το δικό του ποσοστό, με βάση κοινή υπουρ­γική απόφαση του 2007, και το ακίνητο επα­να­κη­ρύ­χθηκε απαλ­λο­τριω­τέο με απόφαση της Υπουρ­γού Πολι­τι­σμού και Αθλη­τι­σμού το 2020.

Η αξία προ­έ­κυψε από δύο δια­δο­χι­κές κρίσεις των δικα­στη­ρίων της Δωδε­κα­νή­σου.

Με την υπ’ αριθμ. 5/2023 απόφαση του Μονο­με­λούς Εφε­τείου καθο­ρί­στηκε προ­σω­ρινή τιμή μονάδας 2.800 ευρώ ανά τετρα­γω­νικό μέτρο και ανα­γνω­ρί­στηκε ο ενάγων ως δικαιού­χος για το ποσοστό του, ενώ με την υπ’ αριθμ. 256/2023 απόφαση του Τρι­με­λούς Εφε­τείου, στις 4 Ιουλίου 2023, η ίδια τιμή κρίθηκε ορι­στική. Από τον υπο­λο­γι­σμό 508 επί 2.800 επί 304/576 προ­κύ­πτει το ποσό των 750.711,11 ευρώ, το οποίο, όπως δια­πι­στώ­θηκε, ουδέ­ποτε κατα­βλή­θηκε στον δικαιούχο ούτε παρα­κα­τα­τέ­θηκε στο Ταμείο Παρα­κα­τα­θη­κών και Δανείων.

Η αγωγή και τα αιτή­ματα

Μη έχοντας λάβει το ποσό παρά τις οχλή­σεις του, ο ενάγων προ­σέ­φυγε στη δικαιο­σύνη με αγωγή που κατα­τέ­θηκε στις 27 Δεκεμ­βρίου 2024. Ζητούσε να υπο­χρε­ω­θούν οι ενα­γό­με­νοι στην κατα­βολή της απο­ζη­μί­ω­σης των 750.711,11 ευρώ, πλέον ποσού 450 ευρώ που του είχε επι­δι­κα­στεί ως δικα­στική δαπάνη, καθώς και ποσού 40.964,10 ευρώ για τη στέρηση της κατά προ­ο­ρι­σμό χρήσης του ακι­νή­του του κατά το διά­στημα από τον Αύγου­στο του 2016 έως τον Αύγου­στο του 2021. Το τελευ­ταίο αυτό ποσό είχε εγκρι­θεί με διοι­κη­τική απόφαση του 2022, χωρίς ωστόσο να απο­δο­θεί ποτέ.

Τον ενά­γο­ντα εκπρο­σώ­πησε ο πλη­ρε­ξού­σιος δικη­γό­ρος, ο κ. Στέργος Λεβέ­ντης.

Οι ισχυ­ρι­σμοί των ενα­γο­μέ­νων και η απόρ­ριψή τους

Η πλευρά του Δημο­σίου και του Οργα­νι­σμού αρνή­θηκε την αγωγή και ζήτησε την απόρ­ριψή της, επι­κα­λού­μενη ότι η απαλ­λο­τρί­ωση είχε αρθεί αυτο­δι­καίως λόγω παρόδου της δεκα­ο­κτά­μη­νης προ­θε­σμίας από τον προ­σω­ρινό προσ­διο­ρι­σμό της απο­ζη­μί­ω­σης.

Το δικα­στή­ριο έκρινε τον ισχυ­ρι­σμό μη νόμιμο, με το σκε­πτικό ότι την αυτο­δί­καιη ανά­κληση της απαλ­λο­τρί­ω­σης μπορεί να επι­κα­λε­στεί απο­κλει­στικά ο ιδιο­κτή­της προς υπε­ρά­σπιση των δικών του συμ­φε­ρό­ντων, και όχι ο φορέας υπέρ του οποίου έγινε η απαλ­λο­τρί­ωση.

Οι ενα­γό­με­νοι πρό­βα­λαν, επίσης, ένσταση κατα­χρη­στι­κής άσκησης δικαιώ­μα­τος. Υπο­στή­ρι­ξαν ότι ο ενάγων είχε ενη­με­ρω­θεί, με έγγραφο της 4ης Δεκεμ­βρίου 2024, για τη δυνα­τό­τητα να υπο­βά­λει δήλωση δια­τή­ρη­σης της απαλ­λο­τρί­ω­σης, κάτι που έπραξε στις 8 Ιανουα­ρίου 2025, δηλαδή μετά την άσκηση της αγωγής. Το δικα­στή­ριο απέρ­ριψε και αυτόν τον ισχυ­ρι­σμό ως μη νόμιμο, κρί­νο­ντας ότι η υποβολή τέτοιας δήλωσης δεν συνιστά συμπε­ρι­φορά ασυμ­βί­βα­στη με τη διεκ­δί­κηση της απο­ζη­μί­ω­σης και δεν μπορεί να εκλη­φθεί ούτε ως παραί­τηση από τις γεν­νη­μέ­νες αξιώ­σεις του ούτε ως στοι­χείο που δημιουρ­γεί δικαιο­λο­γη­μένη πεποί­θηση ότι δεν θα τις ασκούσε.

Τι έγινε δεκτό και τι απορ­ρί­φθηκε

Το δικα­στή­ριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Υπο­χρέ­ωσε τους ενα­γο­μέ­νους να κατα­βά­λουν, εις ολό­κλη­ρον, το ποσό των 750.711,11 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξό­φληση, ενώ κήρυξε την απόφαση προ­σω­ρινά εκτε­λε­στή για ποσό 100.000 ευρώ.

Τα δικα­στικά έξοδα συμ­ψη­φί­στη­καν μεταξύ των δια­δί­κων, λόγω της εν μέρει νίκης του ενά­γο­ντος έναντι του Δημο­σίου.

Δεν έγιναν, ωστόσο, δεκτά όλα τα αιτή­ματα. Το αίτημα για τόκους από την επομένη της ορι­στι­κής τιμής μονάδας απορ­ρί­φθηκε ως μη νόμιμο, καθώς, κατά πάγια νομο­λο­γία, οι τόκοι οφεί­λο­νται από την επίδοση της αγωγής. Το ποσό των 450 ευρώ που είχε ήδη επι­δι­κα­στεί ως δικα­στική δαπάνη απορ­ρί­φθηκε λόγω έλλει­ψης εννόμου συμ­φέ­ρο­ντος, αφού ο ενάγων διέθετε ήδη εκτε­λε­στό τίτλο για την είσπραξή του.

Ιδιαί­τερη σημασία έχει η κρίση του δικα­στη­ρίου για το ποσό των 40.964,10 ευρώ που αφο­ρούσε τη στέρηση χρήσης. Εδώ το Πολυ­με­λές Πρω­το­δι­κείο έκρινε εαυτό αναρ­μό­διο, δια­πι­στώ­νο­ντας ότι η συγκε­κρι­μένη αξίωση πηγάζει από την άσκηση δημό­σιας εξου­σίας και συνιστά διοι­κη­τική διαφορά ουσίας, η οποία υπά­γε­ται στη δικαιο­δο­σία των τακτι­κών διοι­κη­τι­κών δικα­στη­ρίων.

Για τον λόγο αυτό, το σχετικό σκέλος της αγωγής απορ­ρί­φθηκε αυτε­παγ­γέλ­τως ως απα­ρά­δε­κτο.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.