- Δύο ιδιοκτήτες στην Ρόδο προσέφυγαν στο Διοικητικό Πρωτοδικείο ζητώντας αποζημίωση σχεδόν 900.000 ευρώ για αποθετική ζημία και ηθική βλάβη λόγω αδυναμίας χρήσης του οικοπέδου τους από το 2020 έως το 2025.
- Η αγωγή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Ρόδου, καθώς το οικόπεδο έχει καταληφθεί από αυθαίρετο καταυλισμό Ρομά, παρά την κανονική τους κυριότητα και την καταβολή φόρων.
- Οι ιδιοκτήτες διεκδικούν 346.500 ευρώ ως αποζημίωση για διαφυγόντα μισθώματα και επιπλέον 100.000 ευρώ για ηθική βλάβη, συνολικά 893.000 ευρώ, συν τόκους.
- Η αγωγή στηρίζεται σε αδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, υποστηρίζοντας ότι η κατάληψη τους έχει στερήσει σημαντικά έσοδα από την αξιοποίηση του ακινήτου.
• Δύο ημεδαποί ιδιοκτήτες προσφεύγουν για πρώτη φορά στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου και ζητούν συνολικά ποσό που πλησιάζει τις 900.000 ευρώ για την αποθετική ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστησαν την περίοδο 2020 έως 2025, διάστημα κατά το οποίο, όπως υποστηρίζουν, δεν μπόρεσαν να κάνουν χρήση του οικοπέδου τους
Ενα ζήτημα που ταλανίζει τη Ρόδο για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια πέρασε πλέον και επίσημα στις δικαστικές αίθουσες.
Δύο ημεδαποί, συγκύριοι ενός οικοπέδου στην ευρύτερη περιοχή του Νέου Καρνάγιου και του Κορακόνερου, κατέθεσαν αγωγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου, στρεφόμενοι κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Ρόδου.
Πρόκειται για την πρώτη αγωγή που ασκείται από ιδιοκτήτες που αναζητούν δικαστικά αποζημίωση για την παρατεταμένη αδυναμία τους να αξιοποιήσουν την περιουσία τους.
Τι ζητούν οι ιδιοκτήτες
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ένα άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο το οποίο εμπίπτει εντός του σχεδίου πόλεως και βρίσκεται στο όριο του ρυμοτομικού ιστού, κοντά στην Νέα Μαρίνα, στον νέο οδικό άξονα εισόδου της πόλης και στις λοιπές υποδομές που έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή.
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι, αν και κατέχουν τίτλους κυριότητας και καταβάλλουν ανελλιπώς όλους τους προβλεπόμενους φόρους και τέλη, μεταξύ αυτών ΕΝΦΙΑ, ΤΑΠ και δημοτικά τέλη, αδυνατούν επί σειρά ετών να απολαύσουν το ακίνητό τους, καθώς αυτό έχει καταληφθεί από τον αυθαίρετο καταυλισμό των Ρομά.
Με την αγωγή τους ζητούν να υποχρεωθούν, εις ολόκληρο, το Δημόσιο και ο Δήμος να καταβάλουν σε καθέναν από τους δύο το ποσό των 346.500 ευρώ ως αποθετική ζημία, δηλαδή ως διαφυγόντα μισθώματα για τα έτη 2020 έως 2025, και επικουρικά, αν κριθεί ότι το οικόπεδο δεν θα είχε ανοικοδομηθεί, το ποσό των 147.840 ευρώ. Επιπλέον, διεκδικούν 100.000 ευρώ ο καθένας για την ηθική βλάβη που, όπως αναφέρουν, υπέστησαν από τη συμπεριφορά των αρμόδιων αρχών.
Συνολικά, με βάση το κύριο αίτημα, η απαίτηση των δύο ιδιοκτητών αγγίζει τις 893.000 ευρώ, πλέον των νόμιμων τόκων.

Πώς θεμελιώνεται η αγωγή
Ο υπολογισμός της αποθετικής ζημίας στηρίζεται στο σκεπτικό ότι, χωρίς την κατάληψη, οι ιδιοκτήτες θα μπορούσαν να ανεγείρουν διώροφο κτίριο με υπόγειο, συνολικού εμβαδού 770 τ.μ., αξιοποιώντας τη μέθοδο της αντιπαροχής. Από αυτό, οι κτισμένοι χώροι που θα τους αναλογούσαν θα μπορούσαν, κατά τους ισχυρισμούς τους, να αποφέρουν μηνιαίο μίσθωμα της τάξης των 9.625 ευρώ, ποσό που στη διάρκεια της εξαετίας μεταφράζεται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ απολεσθέντων εσόδων.
Οι ενάγοντες σημειώνουν ότι η συγκεκριμένη θέση προσδίδει στο ακίνητο ξεχωριστή εμπορική αξία, παραπέμποντας στις τιμές πώλησης και ενοικίασης που, όπως αναφέρουν, καταγράφονται στην ευρύτερη περιοχή.
Από νομικής πλευράς, η αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης του Δημοσίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, και συγκεκριμένα στα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και επόμενα και το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα για την ηθική βλάβη. Παράλληλα γίνεται επίκληση του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διατάξεων που κατοχυρώνουν την προστασία της ιδιοκτησίας. Η πλευρά των εναγόντων επικαλείται ακόμη το νομοθετικό πλαίσιο για την προσωρινή μετεγκατάσταση ειδικών κοινωνικών ομάδων, ιδίως το άρθρο 159 του νόμου 4483/2017 και τη σχετική κοινή υπουργική απόφαση του 2018.
Η επιχειρηματολογία αναπτύσσεται γύρω από τέσσερις βασικούς άξονες.
Πρώτον, την υποχρέωση των αρχών να προστατεύσουν την ιδιοκτησία των πολιτών, ιδίως όταν αυτοί αντικειμενικά αδυνατούν να το πράξουν μόνοι τους.
Δεύτερον, την παράλειψη απομάκρυνσης των καταληψιών.
Τρίτον, την παράλειψη κατεδάφισης των αυθαίρετων κατασκευών που έχουν ανεγερθεί στα ακίνητα, υποχρέωση που, όπως τονίζεται, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από το ζήτημα της μετεγκατάστασης.
Και τέταρτον, την παράλειψη ολοκλήρωσης της προβλεπόμενης διαδικασίας μετεγκατάστασης του καταυλισμού.
Οι ενάγοντες αναφέρουν ότι κάθε προσπάθεια ατομικής δικαστικής δράσης κατά των καταληψιών είναι πρακτικά ανέφικτη, καθώς πρόκειται για άτομα αγνώστων στοιχείων που εναλλάσσονται, με αποτέλεσμα, ακόμη και αν εκδιδόταν απόφαση αποβολής, η εκτέλεσή της να προσκρούει σε αντικειμενικά εμπόδια.
Όπως υποστηρίζουν, οι αρμόδιες αρχές, παρότι έχουν οχληθεί επανειλημμένα, όχι μόνο δεν έλυσαν το πρόβλημα αλλά, με αποσπασματικές ενέργειες, διευκόλυναν τη διαιώνισή του.
Μια υπόθεση δεκαπέντε ετών
Το ιστορικό που παρατίθεται στην αγωγή ξετυλίγεται σε βάθος χρόνου. Όπως αναφέρεται, ο καταυλισμός άρχισε να σχηματίζεται γύρω στο 2009 σε όμορα δημόσια ακίνητα, ενώ το οικόπεδο των εναγόντων φέρεται να καταλήφθηκε προς το τέλος του 2013. Ήδη από το 2010 εκδίδονταν εκθέσεις αυτοψίας για τα παραπήγματα, και το 2011 η Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου είχε απευθυνθεί στις αρμόδιες αρχές επισημαίνοντας τη μόλυνση του υπεδάφους και της ατμόσφαιρας από την καύση στερεών αποβλήτων. Ακολούθησαν, το 2012, παρέμβαση του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου και, το 2014, συλλογή υπογραφών και μηνυτήρια αναφορά από κατοίκους και επιχειρηματίες της περιοχής.
Στην αγωγή καταγράφεται μια μακρά σειρά εξαγγελιών που, όπως υποστηρίζεται, ουδέποτε ευοδώθηκαν. Το 2015 δόθηκαν διαβεβαιώσεις για άμεση λύση και εκπονήθηκαν σχέδια μεταστέγασης, ωστόσο ναυάγησαν το ένα μετά το άλλο, ενώ ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί σε βάρος υπηρεσιακού παράγοντα κατέληξε σε αθώωση. Το 2016 αρμόδια επιτροπή γνωμοδότησε υπέρ της καταλληλότητας της θέσης «Ασγούρου» ως χώρου μετεγκατάστασης και το 2017 υπεγράφη σχετικό συμφωνητικό μίσθωσης. Το 2019 ο Δήμος κατέθεσε αίτηση χρηματοδότησης για τη μεταστέγαση 22 νοικοκυριών, την ίδια χρονιά που ξέσπασε πυρκαγιά στον καταυλισμό με ορατό σε όλη σχεδόν την πόλη μαύρο καπνό.
Το 2020 η μετεγκατάσταση φερόταν να βρίσκεται στην τελική ευθεία, με τον φάκελο έτοιμο και ευρωπαϊκούς πόρους ύψους 2.400.000 ευρώ να έχουν εγκριθεί, χωρίς όμως να υπογραφεί η απαιτούμενη απόφαση.
Αντί για λύση, τον Φεβρουάριο του 2021 εκδηλώθηκε νέα πυρκαγιά, τον Απρίλιο πραγματοποιήθηκε αστυνομική επιχείρηση με επίκεντρο το Καρακόνερο και τον Ιούλιο ο Δήμος απέσυρε την αίτηση χρηματοδότησης, επικαλούμενος κίνδυνο νέας γκετοποίησης. Στα τέλη του 2022 σημειώθηκαν επεισόδια και αποκλεισμοί δρόμων ύστερα από τον θάνατο νεαρού Ρομά που είχε δεχθεί πυροβολισμό από αστυνομικό.
Η ένταση συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια. Τον Ιανουάριο του 2023 ο τότε Δήμαρχος Ρόδου απηύθυνε επιστολή με σκληρή γλώσσα, χαρακτηρίζοντας τον καταυλισμό «άβατο για την ελληνική πολιτεία», ενώ τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους πυρκαγιά κατέστρεψε ολοσχερώς 14 με 15 παράγκες. Τον Αύγουστο του 2024 ο νέος Δήμαρχος χαρακτήρισε «τραγικές» τις συνθήκες κατά τη διάρκεια αυτοψίας, δεσμευόμενος για επίλυση του ζητήματος. Τον Μάιο του 2025, κατά τη διάρκεια κατάσβεσης πυρκαγιάς, δυνάμεις της Πυροσβεστικής φέρεται να δέχθηκαν επίθεση και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν προσωρινά για λόγους ασφαλείας, ενώ τον Ιούλιο σημειώθηκε εκ νέου φωτιά από καύση σκουπιδιών και ελαστικών.
Η πιο πρόσφατη εξέλιξη τοποθετείται τον Φεβρουάριο του 2026, οπότε ξεκίνησε μεγάλης κλίμακας επιχείρηση καθαρισμού με μηχανήματα και ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, ενώ το Τοπικό Σχέδιο Δράσης ψηφίστηκε ομόφωνα στο Δημοτικό Συμβούλιο. Λίγο αργότερα, το σενάριο μετεγκατάστασης στη θέση «Ασγούρου» επανήλθε ως το πλέον ρεαλιστικό, κουβαλώντας, όπως σημειώνεται, το βάρος ετών στασιμότητας.

Το διακύβευμα για την περιοχή
Στην αγωγή αποτυπώνεται και η σημασία της ευρύτερης ζώνης για το νησί. Πρόκειται για περιοχή όπου έχει σχεδιαστεί η νέα ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, λειτουργεί η νέα μαρίνα, βρίσκεται αθλητικό κέντρο και διέρχεται ο νέος οδικός άξονας που αποτελεί μία από τις εισόδους της πόλης.
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η κατάληψη όχι μόνο εμποδίζει την αξιοποίηση των ιδιοκτησιών αλλά έχει οδηγήσει και σε σοβαρή περιβαλλοντική υποβάθμιση, με ρύπανση από απορρίμματα και από την καύση καλωδίων, ηχορύπανση και έντονη, κατά τους ισχυρισμούς τους, εγκληματική δραστηριότητα.
Στο πλαίσιο της προδικαστικής τους κίνησης, οι δύο ιδιοκτήτες επικαλούνται και εξώδικη όχληση που είχαν κοινοποιήσει στις 23 Απριλίου 2021 προς πλήθος αρμόδιων φορέων, χωρίς, όπως αναφέρουν, να λάβουν απάντηση.
Υποστηρίζουν ότι η παρατεταμένη αδράνεια τους έχει στερήσει όχι μόνο τη χρήση και εκμετάλλευση της περιουσίας τους αλλά και την ψυχική τους ηρεμία, εκφράζοντας την αίσθηση ότι αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Την υπόθεση χειρίζονται οι πληρεξούσιοι δικηγόροι κ.κ. Δημήτριος Σπυρόπουλος και Γιώργος Μαυρομμάτης.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














