- Η υπόθεση του ατυχήματος επανήλθε στο προσκήνιο με την άσκηση εισαγγελικής έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης σε πρώτο βαθμό.
- Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε ομόφωνα την αθώωση του κατηγορούμενου, μη στοιχειοθετώντας ποινική ευθύνη για την οργάνωση της παράκαμψης.
- Η εισαγγελική έφεση εστίασε στην επάρκεια της σήμανσης και της προειδοποίησης στους οδηγούς, ειδικά σε ώρες μειωμένης ορατότητας.
- Το ατύχημα συνέβη το 2019 σε σημείο με ελλιπή σήμανση και χωρίς φωτισμό, οδηγώντας σε σοβαρό τραυματισμό του οδηγού.
Η υπόθεση του ατυχήματος που είχε σημειωθεί σε υποχρεωτική παράκαμψη επανήλθε χθες στο προσκήνιο, ύστερα από την άσκηση εισαγγελικής έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης που είχε εκδοθεί σε πρώτο βαθμό. Η νέα ακροαματική διαδικασία λειτούργησε ως μια δεύτερη, ενδελεχής αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδιδόμενων ευθυνών, με το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με την προηγούμενη κρίση.
Η ομόφωνη αθωωτική κρίση στον δεύτερο βαθμό
Μετά την εξέταση του συνόλου των στοιχείων και την ανάπτυξη των θέσεων κατηγορίας και υπεράσπισης, το δικαστήριο έκρινε εκ νέου αθώο τον κατηγορούμενο, αυτή τη φορά με ομόφωνη απόφαση. Η κρίση αυτή σημαίνει, στην πράξη, ότι το δικαστήριο δεν στοιχειοθέτησε ποινική ευθύνη του συγκεκριμένου στελέχους για τον τρόπο με τον οποίο είχε οργανωθεί και σηματοδοτηθεί η παράκαμψη κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Η εισαγγελική έφεση είχε επιχειρήσει να επαναφέρει προς συζήτηση το ζήτημα της επάρκειας της σήμανσης και της προειδοποίησης των οδηγών, ιδίως σε ώρες μειωμένης ορατότητας και σε τμήμα χωρίς φωτισμό. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ωστόσο, δεν προχώρησε σε ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν αποδείχθηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην αποδιδόμενη παράλειψη και το αποτέλεσμα, με τον τρόπο που απαιτείται για την καταδίκη.
Στο πλευρό του κατηγορούμενου, ως συνήγορος υπεράσπισης, βρισκόταν ο κ. Γιώργος Μαυρομμάτης.
Το σημείο μηδέν του ατυχήματος
Το περιστατικό ανάγεται στις 14 Νοεμβρίου 2019, σε μια περίοδο κατά την οποία είχε τεθεί σε εφαρμογή υποχρεωτική παράκαμψη λόγω προβλημάτων σε γέφυρα του οδικού δικτύου. Είχε προηγηθεί, στις 13 Νοεμβρίου 2019, απόφαση απαγόρευσης της κυκλοφορίας παντός οχήματος στο επίμαχο τμήμα, καθώς είχαν διαπιστωθεί ευρήματα ακαταλληλότητας και επικινδυνότητας για την ασφαλή διέλευση οχημάτων και πεζών.
Η κυκλοφορία, σύμφωνα με όσα είχαν αποφασιστεί, έπρεπε εφεξής να διεξάγεται μέσω της υποχρεωτικής παράκαμψης στον ποταμό Μάκκαρη. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και ο πυρήνας της υπόθεσης, δηλαδή στις συνθήκες υπό τις οποίες οργανώθηκε, σηματοδοτήθηκε και υποδείχθηκε η παράκαμψη στους οδηγούς, σε ένα σημείο που τις νυχτερινές ώρες παρέμενε χωρίς φωτισμό.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», ο οδηγός κινήθηκε στο σημείο γύρω στις 04.45 τα ξημερώματα. Στη συμβολή της επαρχιακής με την παλαιά εθνική οδό φέρεται ότι υπήρχε ελλιπής ή ακατάλληλη σήμανση, σε συνδυασμό με την απουσία φωτισμού. Το αποτέλεσμα, όπως περιγράφηκε, ήταν ο οδηγός να ακολουθήσει την κατεύθυνση που υποδείκνυαν δύο κίτρινες πινακίδες με τις ενδείξεις «Παράκαμψη» προς τα δεξιά, να στρίψει δεξιά και να καταλήξει με το όχημά του σε κενό ύψους 2.5 μέτρων. Από την πτώση υπέστη κάταγμα αυχενικού σπονδύλου.
Η κατηγορία και το βάρος της ιδιότητας του υπόχρεου
Ο κατηγορούμενος είναι επιτελικό στέλεχος των τεχνικών υπηρεσιών περιφερειακής αρχής, με ιδιότητα προϊσταμένου τμήματος μελετών. Η κατηγορία που του είχε αποδοθεί έλαβε τη μορφή σωματικής βλάβης από αμέλεια υπόχρεου δια παραλείψεως, μια διατύπωση που δείχνει πως το κατηγορητήριο δεν στηρίχθηκε σε ενεργητική πράξη, αλλά στην αποδιδόμενη παράλειψη εκπλήρωσης ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης.
Το κατηγορητήριο εστίαζε στο ό,τι, λόγω της υπηρεσιακής του θέσης και των αρμοδιοτήτων για τη συντήρηση της επαρχιακής οδού, στις οποίες περιλαμβανόταν και η οριζόντια και κατακόρυφη σήμανση, φέρεται να μην είχε μεριμνήσει για την τοποθέτηση κατάλληλης σήμανσης και σηματοδότησης σε δρόμο υπαγόμενο στην αρμοδιότητα της υπηρεσίας. Η κρίσιμη παράμετρος, όπως είχε αποτυπωθεί, ήταν η ανάγκη προειδοποιητικών φωτεινών σημάνσεων στη συγκεκριμένη συμβολή, καθώς και πινακίδων που να υποδεικνύουν με σαφήνεια ότι η επιτρεπόμενη στροφή ήταν αριστερά.
Σε υποθέσεις αυτού του τύπου, το δικαστήριο καλείται να εξετάσει αν υπήρχε συγκεκριμένη υπηρεσιακή ευθύνη για τη σήμανση στο σημείο, αν η σχετική υποχρέωση ήταν σαφής και ενεργή εκείνη τη στιγμή, αν υπήρχε δυνατότητα επέμβασης στο πεδίο, καθώς και αν η όποια παράλειψη συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια, το ερώτημα δεν ήταν μόνο αν έλειπε κάτι από τον δρόμο, αλλά και αν αυτό όφειλε να το είχε τοποθετήσει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, στο συγκεκριμένο πλαίσιο αρμοδιότητας και χρόνου.
Η πρώτη αθώωση και ο δρόμος προς την έφεση
Στην πρωτόδικη δίκη, ο κατηγορούμενος είχε ήδη κριθεί αθώος. Η τότε απόφαση είχε καταλήξει ότι ενήργησε ορθώς στο πλαίσιο των καθηκόντων του και ότι δεν φέρει ευθύνη για το ατύχημα. Η διατύπωση αυτή παρέπεμπε σε μια αξιολόγηση που είτε αποσύνδεσε την προσωπική του ευθύνη από την επιχειρησιακή διαχείριση της παράκαμψης, είτε έκρινε ότι τα βήματα που είχαν γίνει από πλευράς υπηρεσίας ήταν επαρκή με βάση τις πραγματικές δυνατότητες και τα δεδομένα εκείνων των ημερών.
Η εισαγγελική έφεση επανέφερε την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, ζητώντας ουσιαστικά νέο έλεγχο των πραγματικών περιστατικών και των συμπερασμάτων γύρω από την ευθύνη του κατηγορούμενου, σε ένα πλαίσιο αυξημένων υποχρεώσεων οδικής ασφάλειας. Με τη χθεσινή ομόφωνη απόφαση, ωστόσο, η δικαστική κρίση συγκλίνει πλέον και στους δύο βαθμούς, κλείνοντας τον κύκλο της αμφισβήτησης που είχε ανοίξει η άσκηση του ένδικου μέσου.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)













