- Το Δικαστήριο απέρριψε τις αξιώσεις αναδόχου εταιρίας για αποζημίωση τόκων υπερημερίας σε έργο που εκτελέστηκε πριν από τριάντα χρόνια.
- Η υπόθεση αφορά σύμβαση κατασκευής λιμενικού έργου στη Ρόδο, με σημαντικές νομικές αντιπαραθέσεις που ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του 1990.
- Η ανάδοχος κηρύχθηκε έκπτωτη το 1999 και υπήρξαν διαδοχικές δικαστικές αποφάσεις που αφορούσαν τη νομιμότητα των χρεωστικών λογαριασμών και της τελικής επιμέτρησης.
- Τελικά, η απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου κλείνει μια μακροχρόνια νομική διαμάχη, με την ανάδοχο να διεκδικεί ποσά που δεν της αναγνωρίστηκαν.
• Το Δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό τους τις αξιώσεις αναδόχου εταιρίας που διεκδικούσε αποζημίωση για τόκους υπερημερίας σε έργο που εκτελέστηκε πριν από τριάντα χρόνια, κλείνοντας μια ιστορία δικαστικών αντιπαραθέσεων που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1990
Η απόφαση εκδόθηκε από το Τμήμα Η’ Τριμελές του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με μεταβατική έδρα στη Ρόδο, και αφορά υπόθεση που αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυπλοκότητας των διαφορών από δημόσιες συμβάσεις κατασκευής έργων.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται σύμβαση που συνήφθη τον Δεκέμβριο του 1995 για την κατασκευή λιμενικού έργου στη Ρόδο, συνολικής αξίας άνω του 1,8 δισεκατομμυρίου δραχμών. Το τεχνικό αντικείμενο περιελάμβανε κατασκευή νέων κρηπιδωμάτων, εκτεταμένες εκσκαφές της λιμενολεκάνης, ανωδομές και επιστρώσεις. Τον Απρίλιο του 1998 συνήφθη και 1η συμπληρωματική σύμβαση, αξίας άνω των 535 εκατομμυρίων δραχμών, για επιπλέον εργασίες.
Η εξέλιξη του έργου γρήγορα έλαβε δραματική τροπή. Τον Απρίλιο του 1999 η ανάδοχος εταιρία κηρύχθηκε έκπτωτη από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία, η οποία προχώρησε μονομερώς στη σύνταξη τελικής επιμέτρησης και εξέδωσε χρεωστικούς εκκαθαριστικούς λογαριασμούς σε βάρος της. Βεβαιώθηκαν κατά της αναδόχου ποσά ύψους 763.991 ευρώ και 901.341 ευρώ αντίστοιχα, από τα οποία τελικώς εισπράχθηκαν ποσά ύψους 157.335 ευρώ και 180.268 ευρώ ως κεφάλαιο, μαζί με προσαυξήσεις.
Την ανάδοχο εκπροσώπησαν οι δικηγόροι Ευανθία Μπόνη και Βασίλειος Παπαγεωργίου, το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε από τον δικαστικό πληρεξούσιο του ΝΣΚ Δημήτριο Λιακόπουλο, ενώ την Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου εκπροσώπησε ο δικηγόρος Γεώργιος Μαυρομμάτης.
Η ανατροπή της έκπτωσης και η έναρξη της νομικής οδύσσειας
Το δικαστήριο αποτέλεσε πεδίο αντιπαραθέσεων για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Το 2002, το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά έκρινε ότι η έκπτωση της αναδόχου τεκμαίρεται ως ματαιωθείσα. Η απόφαση αυτή άνοιξε τον δρόμο για μια σειρά από νομικές εξελίξεις που ακολούθησαν, καθώς με νεότερες αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου κρίθηκε ότι δεν ήταν νόμιμη ούτε η μονομερής σύνταξη της τελικής επιμέτρησης ούτε η σύνταξη των χρεωστικών εκκαθαριστικών λογαριασμών. Το Συμβούλιο της Επικρατείας επικύρωσε την αρχική απόφαση το 2008.
Σε μεταγενέστερη φάση, το 2012, το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά αντιμετώπισε νέα πτυχή της υπόθεσης. Με απόφασή του έκρινε ότι, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, οι εγγυήσεις αποδίδονται στον ανάδοχο μερικώς μετά την προσωρινή παραλαβή και στο σύνολό τους μετά την οριστική παραλαβή, άρα ο κύριος του έργου δεν καθίσταται υπερήμερος ως προς την απόδοσή τους πριν από αυτές τις παραλαβές. Την απόφαση αυτή επικύρωσε το Ανώτατο Ακυρωτικό το 2018.
Οι λογαριασμοί που απορρίφθηκαν και τα
ποσά που διεκδικήθηκαν
Τον Ιούνιο του 2017 η ανάδοχος εταιρία υπέβαλε τον 35ο εκκαθαριστικό λογαριασμό της εργολαβίας, συνολικού ποσού άνω του 1,5 εκατομμυρίου ευρώ, ζητώντας παράλληλα να αναγνωριστεί ότι η παραλαβή του έργου είχε ήδη αυτοδικαίως συντελεστεί. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία επέστρεψε τους λογαριασμούς χωρίς να τους εξετάσει, επικαλούμενη την εκκρεμότητα αιτήσεων αναίρεσης. Η κίνηση αυτή κρίθηκε μη νόμιμη με απόφαση του 2019, η οποία με τη σειρά της επικυρώθηκε από το ΣτΕ το 2024.
Τον Ιανουάριο του 2019 η εταιρία επανυπέβαλε τον 35ο λογαριασμό, ζητώντας μεταξύ άλλων τόκους υπερημερίας από καταπτώσεις εγγυητικών επιστολών ύψους 578.082 ευρώ, τόκους από παράνομους καταλογισμούς ύψους 923.382 ευρώ και τόκους καθυστερημένης εξόφλησης ύψους 149.217 ευρώ. Η υπηρεσία επέφερε σημαντικές περικοπές, απορρίπτοντας αθροιστικά ποσά άνω του 1 εκατομμυρίου ευρώ. Τον Μάρτιο του 2022 η ανάδοχος υπέβαλε τον 36ο λογαριασμό, αυτή τη φορά με ακόμα υψηλότερες αξιώσεις, συμπεριλαμβάνοντας τόκους υπερημερίας για τη διαδρομή από το 2017 έως και το 2022.
Παράλληλα, με την προσφυγή του 2022, η εταιρία διεκδίκησε και ποσά για έξοδα δανείου ύψους 11.424 ευρώ καθώς και 265.219 ευρώ για τόκους και έξοδα δανειακής σύμβασης ύψους 750.000 ευρώ που ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να συνάψει το 2007 λόγω της οικονομικής δυσχέρειας στην οποία είχε περιέλθει εξαιτίας της όλης εξέλιξης.
Τι έκρινε τελικώς το δικαστήριο
Το Εφετείο απέρριψε τις προσφυγές στο σύνολό τους. Για ορισμένα κεφάλαια, η απόρριψη ήταν τυπική, καθώς το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εταιρία δεν είχε τηρήσει την υποχρεωτική ενδικοφανή διαδικασία, επιχειρώντας να προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου αιτήματα που δεν είχαν περιληφθεί στις ενστάσεις της. Στα αιτήματα αυτά περιλαμβάνονταν ποσά αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ.
Για τα υπόλοιπα κεφάλαια, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ανάδοχος εταιρία είχε ήδη εισπράξει, βάσει υπουργικών αποφάσεων, ποσά που υπερκαλύπτουν αυτά που θα της αναλογούσαν ακόμα και αν γίνονταν δεκτοί οι ισχυρισμοί της. Ειδικότερα, για τις εγγυητικές επιστολές, το δικαστήριο υπολόγισε τους δικαιούμενους τόκους στο συνολικό ποσό των 82.746 ευρώ, ενώ η εταιρία είχε ήδη εισπράξει 182.983 ευρώ. Αντίστοιχα, για τους παράνομους καταλογισμούς, ο υπολογισμός οδήγησε σε τόκους ύψους 215.251 ευρώ, ενώ το εισπραχθέν ποσό ανερχόταν σε 486.086 ευρώ.
Το ζήτημα του εφαρμοστέου επιτοκίου
Ένα από τα κεντρικά νομικά ζητήματα της υπόθεσης ήταν το ποιος νόμος διέπει τον υπολογισμό των τόκων υπερημερίας. Η ανάδοχος εταιρία υποστήριζε ότι έπρεπε να εφαρμοστεί ο νόμος 4152/2013, που προβλέπει ευνοϊκότερο γι’ αυτήν επιτόκιο, ενώ τόσο η Διευθύνουσα Υπηρεσία όσο και στη συνέχεια το δικαστήριο έκριναν ότι εφαρμόζεται ο παλαιότερος νόμος 1418/1984, δεδομένου ότι οι συμβάσεις είχαν συναφθεί το 1995 και το 1998. Η κρίση αυτή είχε ήδη παγιωθεί από το ΣτΕ με απόφασή του το 2024, γεγονός που κατέστησε τον σχετικό ισχυρισμό αβάσιμο εκ νόμου.
Η υπόθεση αποτελεί ένα από τα εκτενέστερα αρχεία δικαστικής αντιπαράθεσης σε διαφορά από δημόσια σύμβαση κατασκευής έργου που έχουν εκδικαστεί από τα διοικητικά δικαστήρια της χώρας. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Δημοκρατικής», η κατάληξη της υπόθεσης σηματοδοτεί την οριστική εκκαθάριση μιας εργολαβίας που εκτελέστηκε πριν από τριάντα χρόνια και παρέμενε ανοιχτή λόγω της αλληλουχίας ενστάσεων, αιτήσεων αναίρεσης και δικαστικών αμφισβητήσεων. Τα παράβολα των προσφυγών διατάχθηκε να καταπέσουν υπέρ του Δημοσίου, η δε ανάδοχος απαλλάχθηκε από τα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)















