Στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου αναμένεται να εκδικαστεί την 4η Μαΐου 2026, σε δεύτερο βαθμό, η υπόθεση που είχε προκαλέσει έντονη αίσθηση στη Ρόδο και είχε οδηγήσει σε βαριά καταδίκη φορέα του ιού HIV για μια σειρά από φρικιαστικά σεξουαλικά εγκλήματα εις βάρος ανήλικης. Πρόκειται για μια υπόθεση με ιδιαίτερο βάρος, τόσο λόγω της φύσης των αποδιδόμενων πράξεων όσο και λόγω του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικαστεί και για δεύτερη, εξίσου σοβαρή υπόθεση που αφορά στην πρώην σύντροφό του.
Η πρωτόδικη απόφαση και το βάρος των κατηγοριών
Σε πρώτο βαθμό, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Κω είχε επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή κάθειρξης 23 ετών και έξι μηνών, με εκτιτέα τα 20 έτη. Ο ημεδαπός κρίθηκε ομόφωνα ένοχος για βιασμό κατ’ εξακολούθηση, για κατάχρηση ανηλίκου που δεν είχε συμπληρώσει τα 12 έτη κατ’ εξακολούθηση, καθώς και για σωματική βλάβη αδύναμων ατόμων κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση. Τα αδικήματα φέρεται ότι τελέστηκαν στη Ρόδο από το 2018 έως και τον Φεβρουάριο του 2020. Το δικαστήριο, με απόφαση κατά πλειοψηφία, δεν αναγνώρισε στον κατηγορούμενο κανένα ελαφρυντικό, ενώ την ενοχή του είχε προτείνει και η Εισαγγελέας της έδρας.
Η πορεία της υπόθεσης μέσα στην οικογένεια
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, η μηνύτρια έχει αποκτήσει δύο παιδιά από τον πρώτο της γάμο και άλλα τρία παιδιά από τον μετέπειτα σύντροφό της. Με τον κατηγορούμενο φέρεται να γνωρίστηκε γύρω στο 2013, ενώ το 2014 ο ίδιος βάφτισε τα δίδυμα μικρότερα τέκνα της. Στην αρχή ο κατηγορούμενος διέμενε εκτός Ρόδου και έστελνε δώρα στα παιδιά ταχυδρομικώς, ενώ τα επισκεπτόταν κατά διαστήματα. Μετά τον χωρισμό της μηνύτριας από τον πρώην σύντροφό της, ο κατηγορούμενος της πρότεινε να φιλοξενήσει την ίδια και τα παιδιά της στην οικία του, όπου και μετακόμισαν.
Αργότερα, μετακόμισαν σε άλλη περιοχή και στη συνέχεια παντρεύτηκαν, ενώ ο κατηγορούμενος, με πράξη εκούσιας αναγνώρισης τέκνων και με τη συναίνεση της μητέρας, αναγνώρισε ως γνήσια φυσικά του τέκνα τα δίδυμα, τα οποία είχε προηγουμένως βαφτίσει.

Οι πρώτες καταγγελίες και η σιωπή που κράτησε χρόνια
Από το 2018, σύμφωνα με τα στοιχεία, υπήρξαν καταγγελίες σε βάρος του κατηγορουμένου για ενδοοικογενειακή βία. Η Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου παρήγγειλε τη διενέργεια κοινωνικής έρευνας για τις συνθήκες διαβίωσης των ανήλικων τέκνων. Η μητέρα, ωστόσο, αρνήθηκε στην κοινωνική λειτουργό ότι ο κατηγορούμενος ήταν κακοποιητικός, μιλώντας αντιθέτως για σχέσεις στοργής και αγάπης ανάμεσα σε εκείνον και τα παιδιά.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και οι μαρτυρίες των εκπαιδευτικών. Η δασκάλα των διδύμων αλλά και ο δάσκαλος του τρίτου παιδιού διαβεβαίωσαν ότι δεν είχαν εντοπίσει ενδείξεις κακοποίησης. Τα παιδιά εμφανίζονταν στο σχολείο φροντισμένα, διαβασμένα και καθαρά. Από την προσωπική επαφή της κοινωνικής λειτουργού με τα τρία παιδιά, αυτά εμφανίστηκαν φυσιολογικά, καθαρά και ομιλητικά.
Η αποκάλυψη που άλλαξε την εικόνα της υπόθεσης
Η εικόνα ανατράπηκε μετά από έκθεση δύο παιδοψυχολόγων και κοινωνικής λειτουργού, που συντάχθηκε κατόπιν παραγγελίας της Εισαγγελίας. Στην πρώτη συνεδρία η μητέρα κατήγγειλε ότι δεχόταν απειλές από τον πρώην σύντροφό της και βιολογικό πατέρα των τριών παιδιών της, ο οποίος, όπως υποστήριξε, προσπαθούσε να επέμβει στη ζωή της παρουσιάζοντας στρεβλή εικόνα της ίδιας με σκοπό να τη βλάψει.
Στην πορεία, ωστόσο, ενώπιον των ειδικών, η μηνύτρια κατήγγειλε ότι κακοποιείτο σωματικά τόσο η ίδια όσο και τα παιδιά της, αρχικά από τον πρώτο σύζυγό της και στη συνέχεια από τον κατηγορούμενο. Όπως αποκαλύφθηκε, η εικόνα της ιδανικής οικογένειας ήταν, σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, αποκύημα της προσπάθειάς της να μην απωλέσει την επιμέλεια των παιδιών. Οι καταθέσεις των ανήλικων τέκνων αλλά και του ενήλικου μεγαλύτερου γιου φέρονται να επιβεβαίωσαν ότι ο κατηγορούμενος ήταν κακοποιητικός εξαρχής, τόσο απέναντι στη σύζυγό του όσο και προς τα τρία μικρότερα παιδιά.
Η μήνυση που οδήγησε στο εδώλιο
Είκοσι ημέρες μετά τη διάσπαση της συμβίωσης, τη 16η Μαρτίου 2020, η μητέρα μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα Ιαλυσού και κατήγγειλε ότι η μικρή της κόρη της είχε εκμυστηρευθεί πως είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από τον κατηγορούμενο. Παράλληλα, ανέφερε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβίωσής τους, από το 2017 έως το 2020, ο κατηγορούμενος συμπεριφερόταν βάναυσα και εξακολουθητικά τόσο σε εκείνη όσο και στα παιδιά της.
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά τα όσα του αποδίδονται και διατείνεται ότι πρόκειται για αποκυήματα της φαντασίας της πρώην συντρόφου του, η οποία επιδιώκει, όπως ισχυρίζεται, να τον εκδικηθεί. Προσκόμισε επίσης στοιχεία από τα οποία, όπως υποστηρίζει, προκύπτει ότι την επίμαχη περίοδο του 2018 η σύντροφός του παρακολουθείτο από την Πρόνοια, χωρίς να έχει προκύψει κάτι σχετικό με τα αποδιδόμενα στις σχετικές εκθέσεις που συντάχθηκαν.
Η δεύτερη καταδίκη για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη της πρώην συντρόφου του
Πέρα από την υπόθεση που θα απασχολήσει το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου, ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικαστεί και σε δεύτερη υπόθεση. Συγκεκριμένα, κατόπιν ποινικής διαπραγμάτευσης και επικύρωσης από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Κω, του είχε επιβληθεί ποινή κάθειρξης έξι ετών για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη πρώην συντρόφου του, ηλικίας 50 ετών. Κατά τον χρόνο της απόφασης ο ημεδαπός ήταν 41 ετών και κρατούνταν προσωρινά στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, στο χρονικό διάστημα από τα τέλη Ιουλίου 2020 έως τον Ιούλιο του 2022, και ενώ συμβίωνε με τη σύντροφό του, ο κατηγορούμενος φέρεται να της προκάλεσε σκοπίμως βαριά σωματική βλάβη, συγκεκριμένα βαριά και μακροχρόνια αρρώστια που προκαλεί αναπηρία και εμποδίζει σημαντικά και για μεγάλο διάστημα τον άνθρωπο να χρησιμοποιεί το σώμα του. Όπως αναφέρεται, γνώριζε ότι ήταν φορέας του ρετροϊού HIV και έπασχε από το σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας, ωστόσο, με σκοπό να μεταδώσει τον ιό στη μόνιμη σύντροφό του, φέρεται να ερχόταν σχεδόν καθημερινά σε απροφύλακτη σεξουαλική επαφή μαζί της, τόσο κατά φύση όσο και παρά φύση, αν και γνώριζε ότι θα της μετέδιδε μετά βεβαιότητας τον ιό, κάτι που, σύμφωνα με την κατηγορία, πέτυχε.
Ο ίδιος ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι είχε ενημερώσει την πρώην σύντροφό του για το πρόβλημα της υγείας του από την πρώτη στιγμή, ενώ εκείνη υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε τίποτα. Σημειώνεται ότι ο ημεδαπός φέρεται να έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για πανομοιότυπη υπόθεση, στοιχείο που, σύμφωνα με δικαστικές πηγές, βάρυνε στη συνολική εικόνα της δικογραφίας.

















