ΑΠΟΨΕΙΣ

Η υποκρισία της επιλεκτικής ευαισθησίας και ο κίνδυνος του νέου ολοκληρωτισμού

Ρένα  Παυλάκη
3 λεπτά ανάγνωση

Τις τελευ­ταίες ημέρες, παρα­κο­λου­θούμε με ανη­συ­χία οργα­νω­μέ­νες συγκε­ντρώ­σεις δια­μαρ­τυ­ρίας σε ελλη­νικά νησιά, με στόχο την παρε­μπό­διση απο­βί­βα­σης του­ρι­στών από κρουα­ζιε­ρό­πλοιο που μετα­φέ­ρει ισραη­λι­νούς επι­βά­τες. Οι εικόνες αυτές, όπου ομάδες «ακτι­βι­στών» υψώνουν φωνή και φραγ­μούς κατά ανθρώ­πων που ταξι­δεύ­ουν, πλη­ρώ­νουν και στη­ρί­ζουν την τοπική οικο­νο­μία, δεν πλήτ­τουν μόνο τον του­ρι­σμό. Πλήτ­τουν την ίδια τη δημο­κρα­τική μας συνεί­δηση.

Η οικο­νο­μική διά­σταση είναι προ­φα­νής: τα νησιά μας ζουν από τον του­ρι­σμό. Κάθε απόφαση που πλήττει αυτόν τον κλάδο πρέπει να σταθ­μί­ζε­ται με σοβα­ρό­τητα και υπευ­θυ­νό­τητα. Όμως εδώ δεν πρό­κει­ται μόνο για οικο­νο­μική ζημιά. Πρό­κει­ται για μια επι­κίν­δυνη μετάλ­λαξη του δημο­σίου λόγου και της συλ­λο­γι­κής συμπε­ρι­φο­ράς, που οδηγεί προς τον αυταρ­χι­σμό και υπο­νο­μεύει την ίδια τη Δημο­κρα­τία.

Η παρε­μπό­διση ανθρώ­πων να απο­βι­βα­στούν σε έναν προ­ο­ρι­σμό απλώς και μόνο λόγω της εθνι­κό­τη­τάς τους ή της πολι­τι­κής του κράτους τους, απο­τε­λεί μορφή συλ­λο­γι­κής τιμω­ρίας. Και η συλ­λο­γική τιμωρία, είτε στρέ­φε­ται ενα­ντίον Ισραη­λι­νών, είτε ενα­ντίον οποιασ­δή­ποτε άλλης εθνό­τη­τας, είναι βαθύ­τατα αντι­δη­μο­κρα­τική. Αν δεχτούμε αυτή τη λογική, τότε γιατί  δεν απα­γο­ρεύ­ουμε την είσοδο στους Αμε­ρι­κα­νούς λόγω πολέμων; Στους Τούρ­κους λόγω Κύπρου; Στους Γερ­μα­νούς λόγω του Ολο­καυ­τώ­μα­τος; Στους Άγγλους λόγω αποι­κιο­κρα­τίας;

Αυτή είναι η λογική της επι­λε­κτι­κής ευαι­σθη­σίας, της ιδε­ο­λο­γι­κής μονο­μέ­ρειας και τελικά της υπο­κρι­σίας. Γιατί όταν δια­δη­λώ­νεις επι­λε­κτικά ενάντια στο έγκλημα στη Γάζα —και δικαίως το καταγ­γέλ­λεις— μιλάς από κομ­μα­τικό ή ιδε­ο­λο­γικό πρίσμα, επι­λέ­γο­ντας ποιον  σε συμ­φέ­ρει να καταγ­γεί­λεις και ποιον όχι.

Και το φαι­νό­μενο αυτό δεν περιο­ρί­ζε­ται μόνο σε όσα συμ­βαί­νουν στο εξω­τε­ρικό. Το έχουμε ζήσει και ως ελλη­νική κοι­νω­νία. Δύο πρό­σφα­τες τρα­γω­δίες που σημά­δε­ψαν τη σύγ­χρονη Ελλάδα το απο­δει­κνύ­ουν. Στα Τέμπη, όπου η οργή ξεχεί­λισε και δικαίως ξεσή­κωσε ολό­κληρη τη χώρα, η κοι­νω­νία ενώθηκε — ή του­λά­χι­στον έτσι φάνηκε. Αντί­θετα, στο Μάτι, οι συγ­γε­νείς των θυμάτων βίωσαν και βιώνουν τον πόνο τους σχεδόν μόνοι, σύρ­θη­καν στα δικα­στή­ρια χωρίς πραγ­μα­τική κοι­νω­νική στήριξη, χωρίς ένα μαζικό κύμα αλλη­λεγ­γύης. Γιατί; Η διαφορά δεν ήταν στον αριθμό των θυμάτων ή στο μέγεθος της τρα­γω­δίας, αλλά στη «χρήσιμη» ή «άβολη»  κατά περί­πτωση, πολι­τική τους φόρτιση και την κατά περί­πτωση εργα­λειο­ποί­ηση και εκμε­τάλ­λευση.  Αυτή ακριβώς είναι η πεμ­πτου­σία της επι­λε­κτι­κής ευαι­σθη­σίας και είναι τοξική. Και ανήθικη.

Το ακόμα πιο ανη­συ­χη­τικό, όμως, είναι πως πίσω από τέτοιες πρα­κτι­κές και λογικές καλ­λιερ­γεί­ται στα­διακά ένας επι­κίν­δυ­νος ολο­κλη­ρω­τι­σμός, ένας νέος φασι­σμός. Όταν αρχί­ζουμε να κατη­γο­ριο­ποιούμε τους ανθρώ­πους με βάση τη θρη­σκεία τους, την εθνι­κό­τητά τους, το χρώμα του δέρ­μα­τός τους, το φύλο ή τη σεξουα­λική τους ταυ­τό­τητα, δια­πράτ­τουμε την ίδια ακριβώς αδικία που υπο­τί­θε­ται πως θέλουμε να πολε­μή­σουμε. Αυτό που ο δυτικός κόσμος κατέ­κτησε με αγώνες —η καθο­λι­κό­τητα των ανθρω­πί­νων δικαιω­μά­των, η ανοχή στη δια­φο­ρε­τι­κό­τητα, η προ­στα­σία των μειο­νο­τή­των,  η ισότητα και η ισο­νο­μία —  αυτό που θεω­ρούμε κεκτη­μένο, σήμερα αμφι­σβη­τεί­ται από τους ίδιους τους ανθρώ­πους που ισχυ­ρί­ζο­νται πως αγω­νί­ζο­νται για την πρόοδο.

Η ουσία, λοιπόν, είναι απλή και τρο­μα­κτική: η δημο­κρα­τία κιν­δυ­νεύει. Και όχι από εξω­τε­ρι­κούς εχθρούς ή μεγάλες δυνά­μεις, αλλά από εμάς τους ίδιους. Κιν­δυ­νεύει από τη δική μας αδρά­νεια, από την ευκολία με την οποία κατα­πί­νουμε τον φανα­τι­σμό όταν μας σερ­βί­ρε­ται ως “αγα­νά­κτηση” και “ευαι­σθη­σία”.  Κιν­δυ­νεύει από τη σιωπηρή ανοχή μας στη στο­χο­ποί­ηση και τον απο­κλει­σμό. Η προ­ά­σπιση της δημο­κρα­τίας δεν είναι ζήτημα μόνο της Πολι­τείας ή των θεσμών της. Είναι, πρω­τί­στως, δική μας ευθύνη. Αν εμείς δεν σηκώ­σουμε ανά­στημα απέ­να­ντι στον και­νούρ­γιο φανα­τι­σμό, τότε καμιά κυβέρ­νηση και κανένας νόμος δεν θα μπορεί να την προ­στα­τεύ­σει.

Αν πράγ­ματι μας ενδια­φέ­ρει η ειρήνη, η δικαιο­σύνη και η ανθρώ­πινη αξιο­πρέ­πεια, ας ξεκι­νή­σουμε από τα αυτο­νό­ητα: ότι δεν κατα­δι­κά­ζουμε ανθρώ­πους συλ­λή­βδην, ότι δεν απο­κλεί­ουμε του­ρί­στες από ελλη­νικά νησιά επειδή δια­φω­νούμε με τις κυβερ­νή­σεις τους (μπορεί να δια­φω­νούν και εκείνοι με την κυβέρ­νησή τους)  και ότι η δημο­κρα­τία μας δεν έχει χώρο για επι­λε­κτι­κούς υπε­ρα­σπι­στές της ανθρω­πιάς.

Γιατί όταν η ευαι­σθη­σία γίνεται εργα­λείο στο­χευ­μέ­νου απο­κλει­σμού,  τότε παύει να είναι αρετή. Τότε μετα­τρέ­πε­ται σε  απειλή.

Πηγή: realvoice995.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.