- Το δικαστήριο αποφάσισε την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την αποφυλάκιση του καταδικασθέντος με περιοριστικούς όρους.
- Ο καταδικασμένος, ο οποίος είχε κριθεί ένοχος για γενετήσια βία, θα πρέπει να εμφανίζεται μηνιαίως στο αστυνομικό τμήμα και του απαγορεύεται η έξοδος από τη χώρα.
- Η πρωτόδικη καταδίκη του σε 8 χρόνια κάθειρξης προήλθε από σοβαρές κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένης ανθρωποκτονίας και σωματικής βλάβης.
- Η υπόθεση θα επανεξεταστεί στον δεύτερο βαθμό, με την πλευρά του κατηγορουμένου να διεκδικεί την ανατροπή της προηγούμενης απόφασης.
• Το δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής και διέταξε την αποφυλάκισή του, επιβάλλοντάς του ως περιοριστικούς όρους την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και την υποχρέωση εμφάνισης μία φορά τον μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του
Νέα τροπή πήρε η πολύκροτη υπόθεση που είχε κλείσει πρωτοδίκως με βαριά καταδίκη. Ο ημεδαπός που είχε κριθεί ένοχος για πράξεις γενετήσιας βίας και του είχε επιβληθεί ποινή κάθειρξης 8 ετών αφέθηκε ελεύθερος, καθώς το δικαστήριο που εξέτασε το σχετικό αίτημα έκρινε ότι η εκτέλεση της ποινής πρέπει να ανασταλεί έως ότου η υπόθεση επανεξεταστεί στην ουσία της στον δεύτερο βαθμό.
Το ζήτημα της αναστολής αποτελεί διακριτό δικονομικό στάδιο, που προηγείται της εκ νέου ουσιαστικής ακρόασης της υπόθεσης και επικεντρώνεται αποκλειστικά στο εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε ο καταδικασθείς να παραμείνει ελεύθερος μέχρι την έκδοση οριστικής και αμετάκλητης κρίσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων έκανε δεκτό το αίτημα της πλευράς του καταδικασθέντος, αναστέλλοντας την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής υπό όρους.
Συγκεκριμένα, του απαγορεύτηκε η έξοδος από τη χώρα, ενώ υποχρεούται να εμφανίζεται μία φορά τον μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου της κατοικίας του. Οι δύο αυτοί όροι λειτουργούν ως μέτρα ελέγχου που εξισορροπούν την προσωρινή του ελευθερία με την ανάγκη παρακολούθησης της πορείας του έως την οριστική κρίση.
Η πρωτόδικη καταδίκη
Η ποινή των 8 ετών είχε επιβληθεί από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, το οποίο τον είχε κρίνει ένοχο για τις πράξεις γενετήσιας βίας που φέρεται να τέλεσε. Η απόφαση εκείνη είχε σφραγίσει έναν πολυετή κύκλο δικαστικών ενεργειών, με εκτενές αποδεικτικό υλικό και σύνθετο δικονομικό υπόβαθρο. Με την άσκηση του ένδικου μέσου, ο καταδικασθείς διεκδικεί πλέον την ανατροπή της κρίσης αυτής ενώπιον του Εφετείου.
Οπως είχε προκύψει κατά τη διαδικασία, η εγκαλούσα είχε καταγγείλει ότι διατηρούσε ερωτική σχέση με τον κατηγορούμενο από το 2012. Κατά τα όσα η ίδια ανέφερε, η σχέση αυτή διακόπηκε όταν, στις 26 Μαΐου 2015, εκείνος φέρεται να τέλεσε ανθρωποκτονία σε βάρος του αδελφού της, πράξη για την οποία είχε καταδικαστεί. Έκτοτε, υποστήριξε, διέκοψε κάθε ερωτική επαφή μαζί του.
Στην αναφορά της περιέγραψε τη συμβίωση από τον Δεκέμβριο 2016 και έπειτα ως αφόρητη, κάνοντας λόγο για καθημερινές ύβρεις, προπηλακισμούς, απειλές και ξυλοδαρμούς, περιστατικά τα οποία διατείνεται ότι κατήγγελλε αμέσως στις αρμόδιες αρχές. Ισχυρίστηκε ότι απευθυνόταν επανειλημμένα στις αστυνομικές υπηρεσίες υποβάλλοντας εγκλήσεις και μηνύσεις, ενώ ανέφερε ότι είχαν ήδη σχηματιστεί σε βάρος του κατηγορουμένου τουλάχιστον 8 ποινικές δικογραφίες. Σημειώνεται ακόμη ότι ο ίδιος φέρεται να είχε καταδικαστεί και για απόπειρα βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης σε βάρος της εγκαλούσας.
Κατά τα καταγγελλόμενα, τον Μάιο 2017 ο κατηγορούμενος, απειλώντας ότι θα τη σκοτώσει, την υποχρέωσε να φορέσει ενδυμασία της επιλογής του και προέβη σε παρά φύσιν συνουσία. Η εγκαλούσα υποστήριξε ότι δεν προχώρησε τότε σε καταγγελία, κατόπιν υπόδειξης δικηγόρου, η οποία φέρεται να την ενημέρωσε πως, ελλείψει τραυματισμών, ο βιασμός δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί.
Σε μεταγενέστερο περιστατικό, την 26 Ιουλίου 2018 και ειδικότερα περί ώρα 01:30 της 27 Ιουλίου 2018, ο κατηγορούμενος φέρεται να την ακινητοποίησε και να ασέλγησε με βάναυσο τρόπο στο σώμα της, προκαλώντας, κατά τα καταγγελλόμενα, ακατάσχετη αιμορραγία. Η ίδια ανέφερε ότι μετέβη στις αρχές, όπου, όπως διατείνεται, της ειπώθηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να ασχολούνται διαρκώς με την ίδια υπόθεση, και κατόπιν προσήλθε σε νοσοκομειακή δομή για πρώτες βοήθειες, με παραπομπή σε ιδιώτη γυναικολόγο την επομένη. Από την ιατρική γνωμάτευση της 26 Ιουλίου 2018 προέκυψε ότι η εξέταση είχε γίνει έπειτα από αναφορά για ξυλοδαρμό και όχι για βιασμό, στοιχείο που τέθηκε στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης.
Η γραμμή της υπεράσπισης
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος αρνείται διαρκώς τις αποδιδόμενες πράξεις. Υποστηρίζει ότι οι αστυνομικοί δεν υιοθέτησαν τους ισχυρισμούς της εγκαλούσας λόγω των αλλεπάλληλων εμφανίσεών της στις αρχές, ενώ διατείνεται ότι δεν υποβλήθηκαν τότε καταγγελίες για τους φερόμενους βιασμούς για τον απλό λόγο ότι, κατά τον ίδιο, ουδέποτε συνέβησαν. Επικαλείται επιπλέον ότι τις ίδιες ημέρες κατά τις οποίες τοποθετούνται οι πράξεις που του αποδίδονται, η εγκαλούσα κατέθετε ως μάρτυρας ενώπιον των ίδιων αστυνομικών για άλλα αδικήματα.
Στο πλαίσιο της υπεράσπισής του, ο ίδιος απέδωσε στην εγκαλούσα οικονομικά κίνητρα, υποστηρίζοντας ότι επιδίωκε πρόσβαση στην περιουσία του, και ισχυρίστηκε ότι εκείνη δεν του επέτρεπε να αποχωρήσει από την κοινή οικία, παρά τη δική του βούληση.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)















