Υπόθεση χωρίς προηγούμενο • Παραπέμφθηκε στο Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ζήτησε προθεσμία και η ίδια εξήγησε πως η σιωπή της απέβλεπε στην προστασία του παιδιού από νέα τραυματική εμπειρία
Μια υπόθεση με αρκετές ιδιαιτερότητες, που ξεκίνησε από μια αυτοπρόσωπη επίσκεψη στην Εισαγγελία και κατέληξε σε σύλληψη μέσα στον εργασιακό χώρο της κατηγορουμένης, έφτασε ενώπιον της Δικαιοσύνης στη Ρόδο.
Πρόκειται για μία ημεδαπή ηλικίας 41 ετών, κοινωνική λειτουργό στο επάγγελμα, η οποία συνελήφθη το βράδυ της 7ης Μαΐου 2026. Η απευθείας κλήση στο ακροατήριο του Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου ορίστηκε για την 8 Μαΐου 2026 και η κατηγορούμενη ζήτησε προθεσμία.
Η αρχική επίσκεψη στην Εισαγγελία και το αίτημα που δεν διατυπώθηκε ποτέ
Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», η αλληλουχία των γεγονότων ξεκίνησε την Τρίτη, 5 Μαΐου 2026. Εκείνη την ημέρα, η κοινωνική λειτουργός εμφανίστηκε από μόνη της στο γραφείο της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ρόδου, με σκοπό, όπως υποστηρίζει η ίδια στην απολογία της, να ενημερώσει τη δικαστική αρχή για ένα περιστατικό κακοποίησης ανηλίκου και ειδικότερα για υποψία σεξουαλικής κακοποίησης ενός παιδιού μικρής ηλικίας, εντός του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος.
Η ίδια διατείνεται ότι ο πραγματικός λόγος της επίσκεψής της δεν ήταν απλώς η καταγγελία, αλλά η υποβολή ενός πολύ συγκεκριμένου αιτήματος, το οποίο, όπως ισχυρίζεται, τελικά δεν πρόλαβε να διατυπώσει.
Γνώριζε ειδικότερα από την επαγγελματική της εμπειρία ότι η ιατροδικαστική εξέταση σε παιδιά τέτοιας ηλικίας δεν πραγματοποιείται υπό νάρκωση, παρά μόνο κατόπιν εισαγγελικής εντολής, καθώς η αναισθησία θεωρείται χειρουργική πράξη. Ο φόβος της ήταν ότι η εξέταση χωρίς νάρκωση θα συνιστούσε για το παιδί μια νέα, βίαιη και τραυματική εμπειρία.
Η επίκληση του απορρήτου και τα όσα ακολούθησαν
Κατά τη συνάντηση εκείνη, η Εισαγγελέας ζήτησε από την κοινωνική λειτουργό τα στοιχεία του ανηλίκου. Η ίδια αρνήθηκε, επικαλούμενη το επαγγελματικό απόρρητο, και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 3500/2006. Όπως υποστηρίζει, αποχώρησε από την Εισαγγελία αναστατωμένη και προβληματισμένη, αναζητώντας τις επόμενες ημέρες τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να προβεί στην καταγγελία χωρίς να εκθέσει το παιδί σε νέα ψυχικά τραύματα.
Η εισαγγελική παραγγελία, ωστόσο, είχε ήδη δρομολογηθεί. Στις 6 Μαΐου 2026 εκδόθηκε η σχετική παραγγελία προκαταρκτικής εξέτασης, με την οποία ζητείτο από την Αστυνομία να λάβει ένορκη κατάθεση από την κοινωνική λειτουργό, ώστε να καταθέσει στοιχεία, πρόσωπα και περιστάσεις για το συμβάν που είχε αναφέρει προφορικά. Η παραγγελία προέβλεπε ρητά πως, σε περίπτωση εκ νέου άρνησης, οι αστυνομικοί θα ενεργούσαν κατά την αυτόφωρη διαδικασία.
Η σύλληψη στον εργασιακό χώρο και το χρονικό της προανάκρισης
Το απόγευμα της Πέμπτης, 7 Μαΐου 2026, αστυνομικοί του Αστυνομικού Τμήματος Ρόδου μετέβησαν στον εργασιακό χώρο της ημεδαπής. Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», η αποστολή είχε ως σκοπό τη λήψη κατάθεσης σχετικά με το περιστατικό που η ίδια είχε αναφέρει προφορικά δύο ημέρες νωρίτερα. Η κατηγορούμενη, κατά την προσέλευση των αρχών, αρνήθηκε εκ νέου να παράσχει τα στοιχεία που της ζητούνταν και ακολούθησε η σύλληψή της.
Η ίδια φέρεται να ανέφερε πως είχε επικοινωνήσει με νομικό σύμβουλο και με μέλη επαγγελματικού συλλόγου κοινωνικών λειτουργών, προκειμένου να ενημερωθεί για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κώδικα δεοντολογίας του επαγγέλματός της. Όπως κατέθεσε, αφού πληροφορήθηκε για το νομικό πλαίσιο που ισχύει, αποφάσισε τελικά να καταθέσει τα στοιχεία του παιδιού, παρακαλώντας ωστόσο τους αρμοδίους για τη διαφύλαξη της ψυχικής του υγείας σε ενδεχόμενη ιατροδικαστική εξέταση μέσω χορήγησης αναισθησίας.
Οι ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν
Η Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου άσκησε σε βάρος της ημεδαπής τρεις ποινικές διώξεις. Η πρώτη αφορά υπόθαλψη εγκληματία κατ’ εξακολούθηση, με χρόνο τέλεσης από τις 5 Μαΐου 2026 έως τις 7 Μαΐου 2026. Η δεύτερη αφορά ψευδή αναφορά στην αρχή δια της απόκρυψης κατ’ εξακολούθηση. Η τρίτη αφορά απείθεια με χρόνο τέλεσης την 7η Μαΐου 2026.
Η ημεδαπή εκπροσωπείται από τον δικηγόρο κ. Φώτη Ρωμαίο, ο οποίος χθες, ενώπιον του Αυτοφώρου, ζήτησε προθεσμία προκειμένου να μελετήσει επαρκώς τον φάκελο της δικογραφίας και να προετοιμάσει την υπεράσπιση.
Η ιδιόμορφη πτυχή της υπόθεσης
Η υπόθεση εμφανίζει στοιχεία που τη διαφοροποιούν από τη συνηθισμένη ροή των δικογραφιών που φτάνουν στο Αυτόφωρο. Η κατηγορούμενη, ως κοινωνική λειτουργός, υπάγεται κατά την άσκηση των καθηκόντων της σε κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας και απορρήτου, στοιχεία τα οποία επικαλέστηκε από την πρώτη στιγμή. Παράλληλα, η ίδια εμφανίζεται να ήταν εκείνη που πρώτη έθεσε υπόψη της δικαστικής αρχής το περιστατικό, χωρίς να της έχει ζητηθεί, αλλά χωρίς εν τέλει, όπως φέρεται, να ολοκληρώσει το αίτημα που είχε στο μυαλό της. Η αγωνία της, όπως αποτυπώνεται στην απολογία της, εστιάζει στο ίδιο το παιδί, στην ηλικία του και στη βαρύτητα μιας ιατροδικαστικής εξέτασης χωρίς νάρκωση, την οποία η ίδια θεωρούσε αδύνατο να αποδεχθεί χωρίς εξασφαλίσεις.
Στην δίκη αναμένεται να αποσαφηνιστεί το πλαίσιο των κατηγοριών και να φωτιστούν τα όρια ανάμεσα στο επαγγελματικό απόρρητο και στην υποχρέωση αναφοράς, σε μια υπόθεση όπου τα δικονομικά ζητήματα συναντούν την προσπάθεια διαφύλαξης ενός ανηλίκου από νέες, ενδεχομένως, τραυματικές εμπειρίες.


















