ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Το Εφετείο «πάγωσε» τον πλειστηριασμό της κατοικίας ανάπηρης οφειλέτιδας λίγο πριν τη δημοπρασία

Δαμιανός Αθανασίου 4 λεπτά ανάγνωση
πλειστηριασμοί
✦ Σύνοψη ⌄
  • Το Μονο­με­λές Εφετείο ανέ­στειλε την εκποί­ηση της πρώτης κατοι­κίας μιας οφει­λέ­τι­δος, κρί­νο­ντας ότι η δια­δι­κα­σία θα μπο­ρούσε να προ­κα­λέ­σει μη ανα­στρέ­ψι­μες συνέ­πειες.
  • Η απόφαση ελήφθη λόγω του κιν­δύ­νου να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί ο πλει­στη­ρια­σμός πριν ολο­κλη­ρω­θεί η εκκρε­μής δικα­στική δια­δι­κα­σία σχετικά με την κατοι­κία.
  • Το δικα­στή­ριο επι­σή­μανε την πιθα­νό­τητα κατά­χρη­σης δικαιώ­μα­τος από την πλευρά των πιστω­τών, εφόσον η εκτέ­λεση επι­σπεύ­δε­ται πριν από την τελε­σί­δικη απόφαση.
  • Η κατά­σταση της υγείας της οφει­λέ­τι­δος, που είναι ανάπηρη σε ποσοστό 80%, επη­ρε­άσε καθο­ρι­στικά την απόφαση για την ανα­στολή της δια­δι­κα­σίας.

Λίγες μόλις ημέρες πριν ανοίξει η ηλε­κτρο­νική πλατ­φόρμα του πλει­στη­ρια­σμού, το Μονο­με­λές Εφετείο έβαλε φρένο στην εκποί­ηση της πρώτης κατοι­κίας μιας ημε­δα­πής, κρί­νο­ντας πως η συνέ­χιση της δια­δι­κα­σίας θα μπο­ρούσε να δημιουρ­γή­σει μια κατά­σταση μη ανα­στρέ­ψιμη. Με την υπ’ αριθμόν 135/2026 απόφασή του, το δικα­στή­ριο διέταξε την ανα­στολή της δημο­πρα­σίας που επρό­κειτο να διε­νερ­γη­θεί ηλε­κτρο­νικά στις 24 Ιουνίου 2026 και αφο­ρούσε δια­μέ­ρι­σμα που χρη­σι­μο­ποιεί ως κύρια κατοι­κία της η οφει­λέ­τις.

Η κρίση του δικα­στη­ρίου για τον κίνδυνο που ελλό­χευε

Το σκε­πτικό της από­φα­σης κινή­θηκε γύρω από μία βασική δια­πί­στωση. Στην παρούσα δικο­νο­μική συγκυ­ρία, όπως έκρινε το δικα­στή­ριο, υπήρχε ορατός ο κίν­δυ­νος να βγει το ακίνητο στο σφυρί στις 24 Ιουνίου και, λίγο αργό­τερα, να γίνει δεκτή η έφεση της οφει­λέ­τι­δος, να δια­τα­χθεί η εξαί­ρεση της κύριας κατοι­κίας της από την εκποί­ηση και να απο­δει­χθεί ότι ο πλει­στη­ρια­σμός είχε ήδη συντε­λε­στεί επί ενός ακι­νή­του που θα έπρεπε να είχε προ­στα­τευ­θεί. Με άλλα λόγια, το δικα­στή­ριο εκτί­μησε ότι ασφα­λέ­στερη οδός ήταν να ολο­κλη­ρω­θεί πρώτα η εκκρε­μής δικα­στική δια­δι­κα­σία και να απο­σα­φη­νι­στεί η τύχη του ακι­νή­του, προτού επι­τρα­πεί οποια­δή­ποτε ορι­στική μετα­βολή στην κυριό­τητά του.

Όπως απο­τυ­πώ­θηκε στην απόφαση, η έκβαση της έφεσης θα κρίνει και την ουσία. Είτε θα δικαιώ­σει την οφει­λέ­τιδα, εξαι­ρώ­ντας την κατοι­κία της και προσ­διο­ρί­ζο­ντας ενδε­χο­μέ­νως ένα ποσό που θα πρέπει να κατα­βλη­θεί για τη διάσωσή της, είτε θα δικαιώ­σει την πλευρά των πιστω­τών, οπότε και η εξα­κο­λού­θηση της ανα­γκα­στι­κής εκτέ­λε­σης θα απο­κτούσε νόημα. Σε κάθε περί­πτωση, το δικα­στή­ριο θεώρησε ότι η απά­ντηση πρέπει να δοθεί πρώτα και ο πλει­στη­ρια­σμός να ακο­λου­θή­σει μόνο εφόσον δικαιο­λο­γεί­ται.

Η επί­σπευση της εκτέ­λε­σης «στο όριο» του δικαιώ­μα­τος

Κομβικό σημείο της κρίσης υπήρξε η στάση της πιστώ­τριας πλευράς. Το δικα­στή­ριο επι­σή­μανε ότι η επιλογή να επι­σπευ­σθεί η εκτέ­λεση πριν κριθεί τελε­σί­δικα η υπόθεση κινεί­ται στο όριο της ενά­σκη­σης του δικαιώ­μα­τος, όπως αυτό προ­δια­γρά­φε­ται από τις δια­τά­ξεις περί κατά­χρη­σης. Με βάση αυτή τη συλ­λο­γι­στική, πιθα­νο­λο­γή­θηκε ότι ο σχε­τι­κός λόγος της έφεσης θα γίνει δεκτός ως βάσιμος, στοι­χείο που απο­τέ­λεσε και μία από τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για να ανα­στα­λεί η δια­δι­κα­σία.

Παράλ­ληλα, το δικα­στή­ριο στάθηκε στο στοι­χείο της ανε­πα­νόρ­θω­της βλάβης. Πέρα από το γεγονός ότι το επίμαχο ακίνητο απο­τε­λεί την κύρια κατοι­κία της οφει­λέ­τι­δος, βάρυνε καθο­ρι­στικά και η κατά­σταση της υγείας της. Σύμφωνα με όσα τέθηκαν υπόψη του δικα­στη­ρίου, η ημεδαπή αντι­με­τω­πί­ζει σοβαρά προ­βλή­ματα υγείας εδώ και χρόνια και έχει κριθεί ανάπηρη σε ποσοστό 80% για συγκε­κρι­μένο χρονικό διά­στημα. Η συν­δρομή αυτών των παρα­γό­ντων οδήγησε στο συμπέ­ρα­σμα ότι η απώλεια της κατοι­κίας θα προ­κα­λούσε βλάβη που δύσκολα θα μπο­ρούσε να απο­κα­τα­στα­θεί.

Το ιστο­ρικό της οφειλής και της δικα­στι­κής δια­μά­χης

Η υπόθεση έχει μακρά δια­δρομή πίσω της. Η οφειλή προ­έρ­χε­ται από στε­γα­στικό δάνειο, για το οποίο είχε εκδοθεί ήδη από το 2013 διαταγή πλη­ρω­μής που αφο­ρούσε ποσό 134.187,37 ευρώ. Με μετα­γε­νέ­στερη επιταγή προς πληρωμή, το συνο­λικό ποσό που ανα­ζη­τή­θηκε, προ­σαυ­ξη­μένο με δικα­στικά έξοδα και λοιπές δαπάνες, ανήλθε σε 137.002,37 ευρώ. Η σχετική απαί­τηση τελεί υπό τη δια­χεί­ριση εται­ρείας δια­χεί­ρι­σης απαι­τή­σεων από δάνεια και πιστώ­σεις, η οποία ενεργεί για λογα­ρια­σμό αλλο­δα­πής εται­ρείας που εδρεύει στο εξω­τε­ρικό.

Καθο­ρι­στικό ρόλο στην εξέλιξη έπαιξε μία ακόμη εκκρε­μής δια­δι­κα­σία. Η οφει­λέ­τις είχε ζητήσει την υπαγωγή της στις ευνοϊ­κές ρυθ­μί­σεις για τα υπερ­χρε­ω­μένα νοι­κο­κυ­ριά, αιτού­μενη την εξαί­ρεση της κατοι­κίας της από την εκποί­ηση. Η αίτηση αυτή απορ­ρί­φθηκε πρω­το­δί­κως, με το αρμόδιο δικα­στή­ριο να δια­γι­γνώ­σκει δόλο, ωστόσο εκκρε­μεί προς εκδί­καση η έφεση που άσκησε, η οποία έχει προσ­διο­ρι­στεί να συζη­τη­θεί στις 24 Σεπτεμ­βρίου 2026. Η πιστώ­τρια πλευρά προ­χώ­ρησε στην επίδοση της επι­τα­γής προς πληρωμή και στην επιβολή κατά­σχε­σης τον Νοέμ­βριο του 2025, την ώρα που ο εκτε­λε­στός τίτλος είχε εκδοθεί περίπου δώδεκα χρόνια νωρί­τερα.

Στην απόφαση κατα­γρά­φηκε ότι η καθυ­στέ­ρηση βάρυνε και τις δύο πλευρές. Από τη μία, η οφει­λέ­τις δεν φρό­ντισε να προσ­διο­ρί­σει εγκαί­ρως την έφεσή της, παρά μόνο μετά την επί­σπευση της εκτέ­λε­σης, αφή­νο­ντας να παρέλ­θει διά­στημα μεγα­λύ­τερο των τριών ετών. Από την άλλη, η πιστώ­τρια δεν επε­δί­ωξε τον έγκαιρο προσ­διο­ρι­σμό προς τελε­σί­δικη διευ­θέ­τηση της δια­φο­ράς, προτού προ­χω­ρή­σει στην κατά­σχεση του ίδιου ακριβώς ακι­νή­του που απο­τε­λούσε αντι­κεί­μενο της αίτησης για την προ­στα­σία της πρώτης κατοι­κίας. Το πρω­το­βάθ­μιο δικα­στή­ριο είχε απορ­ρί­ψει την ανακοπή της οφει­λέ­τι­δος, εστιά­ζο­ντας στη δική της κωλυ­σιερ­γία, κρίση που αντι­στρά­φηκε στο επίπεδο της ανα­στο­λής με τη συνε­κτί­μηση και της στάσης της πιστώ­τριας.

Με βάση το σύνολο αυτών των δεδο­μέ­νων, το δικα­στή­ριο δέχθηκε την αίτηση και διέταξε την ανα­στολή του πλει­στη­ρια­σμού μέχρι την έκδοση από­φα­σης επί της έφεσης κατά της πρω­τό­δι­κης απόρ­ρι­ψης της ανα­κο­πής. Παράλ­ληλα, καθώς στις συγκε­κρι­μέ­νες δίκες τα δικα­στικά έξοδα βαρύ­νουν πάντα τον αιτού­ντα, η οφει­λέ­τις κατα­δι­κά­στηκε στην κατα­βολή 300 ευρώ για τα έξοδα της αντί­δι­κης πλευράς.

Την υπόθεση χει­ρί­στη­καν οι δικη­γό­ροι ο κ. Μιχαήλ Διάκος και η κ. Τσα­μπίκα Ψαρά.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.