- Η υπόθεση της 41χρονης κοινωνικής λειτουργού συνεχίζεται με την έφεση της Εισαγγελίας κατά της αθωωτικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
- Η Εισαγγελία ζητά την κήρυξη της κατηγορουμένης ως ένοχης για τρεις ποινικές πράξεις, επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση των στοιχείων από το δικαστήριο.
- Η κατηγορούμενη είχε αθωωθεί για την πράξη της υπόθαλψης εγκληματία, ενώ οι άλλες δύο κατηγορίες προτάθηκαν για καταδίκη από την Εισαγγελία.
- Ο δικηγόρος της κατηγορούμενης υποστήριξε ότι η αθώωση δικαιώνει την πρόθεση της πελάτισσάς του να προστατεύσει το ανήλικο θύμα από ψυχικό τραυματισμό.
• Ζητά την κήρυξη της κατηγορουμένης ως ένοχης για τρεις ποινικές πράξεις
Η υπόθεση της 41χρονης ημεδαπής κοινωνικής λειτουργού που αθωώθηκε ομοφώνως από το Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου δεν έκλεισε με την έκδοση της αθωωτικής απόφασης.
Στις 19 Μαΐου 2026, η προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου κατέθεσε έφεση ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Ρόδου, προσβάλλοντας την από 11 Μαΐου 2026 απόφαση. Η υπόθεση παραπέμπεται πλέον ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, άλλη Εισαγγελέας της έδρας είχε εισηγηθεί διαχωρισμό των κατηγοριών. Συγκεκριμένα, εκτίμησε ότι η κατηγορούμενη έπρεπε να αθωωθεί αποκλειστικά για την πράξη της υπόθαλψης εγκληματία, ενώ για τις υπόλοιπες 2 κατηγορίες, ήτοι την ψευδή αναφορά δια απόκρυψης κατ’ εξακολούθηση και την απείθεια, εισηγήθηκε καταδίκη.
Το δικαστήριο δεν υιοθέτησε την άποψη αυτή. Με ομόφωνη απόφασή του απάλλαξε την κατηγορούμενη από το σύνολο των αποδιδόμενων πράξεων, ακολουθώντας διαφορετική αξιολόγηση τόσο ως προς τα πραγματικά περιστατικά όσο και ως προς το νομικό πλαίσιο που διέπει τις υποχρεώσεις των κοινωνικών λειτουργών.
Την κατηγορούμενη εκπροσώπησε ο δικηγόρος κ. Φώτης Ρωμαίος, του οποίου η γραμμή υπεράσπισης εστίασε στον συνδυασμό του επαγγελματικού απορρήτου με την αποδεδειγμένη πρόθεση της πελάτισσάς του να προστατεύσει το ανήλικο θύμα από πρόσθετο ψυχικό τραυματισμό. Η ομόφωνη αθώωση αποτέλεσε πλήρη δικαίωση αυτής της γραμμής.
Η έφεση και τα επιχειρήματα της Εισαγγελίας
Με την έκθεση εφέσεως, η Εισαγγελέας ζητά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την κήρυξη της κατηγορουμένης ως ένοχης για το σύνολο των αποδιδόμενων πράξεων, επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κατά την Εισαγγελία, από τη συνολική αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη ενήργησε με δόλο, αποκρύπτοντας επί μακρόν τόσο την ταυτότητα του φερόμενου δράστη όσο και τα στοιχεία του ανήλικου θύματος, παρακάμπτοντας συνειδητά τις υποχρεώσεις που της επέβαλλε ο νόμος.
Τα επιχειρήματα για κάθε κατηγορία
Ως προς την υπόθαλψη εγκληματία, η Εισαγγελία υποστηρίζει ότι η κατηγορούμενη γνώριζε το περιστατικό ήδη από το καλοκαίρι του 2025 και ότι η εκ προθέσεως απόκρυψη των στοιχείων για διάστημα άνω του ενός έτους παρεμπόδισε τις διωκτικές αρχές να ασκήσουν δίωξη για κακούργημα. Η έφεση επισημαίνει ότι για το αξιόποινο της πράξης δεν έχει σημασία αν η αποκάλυψη ήρθε τελικά σε μεταγενέστερο χρόνο, ούτε τα κίνητρα της παράλειψης αίρουν την ποινική ευθύνη.
Για την ψευδή αναφορά δια απόκρυψης, η Εισαγγελία επικαλείται κεντρικά τη δήλωση που η κατηγορούμενη έδωσε κατά την απολογία της, σύμφωνα με την οποία πίστευε ότι «η καταστολή δεν είναι πάντα η θεραπεία» και ότι ήθελε χρόνο για να ενδυναμώσει τη μητέρα του παιδιού. Η Εισαγγελία εκτιμά ότι η δήλωση αυτή αποδεικνύει πως η κατηγορούμενη γνώριζε πλήρως την υποχρέωσή της αλλά επέλεξε συνειδητά να μην τη τηρήσει, αναλαμβάνοντας η ίδια την πρωτοβουλία διαχείρισης της υπόθεσης παρακάμπτοντας τις αρμόδιες αρχές.
Ως προς την επίκληση επαγγελματικού απορρήτου η Εισαγγελία την απορρίπτει ρητά, υποστηρίζοντας ότι η διάταξη αυτή ουδέποτε θέσπισε τέτοιο απόρρητο αλλά αντιθέτως επιβάλλει υποχρέωση γνωστοποίησης στον αρμόδιο εισαγγελέα. Προσθέτει δε ότι ακόμη κι αν υπήρχε αρχικά νομική πλάνη, αυτή έπαψε να υφίσταται από τη στιγμή που η Εισαγγελέας υπέμνησε επανειλημμένως στην κατηγορούμενη την υποχρέωσή της, ενώ η ίδια συνέχισε να αρνείται και δύο ημέρες αργότερα ενώπιον των αστυνομικών. Για την απείθεια τέλος, η Εισαγγελία επισημαίνει ότι η κατηγορούμενη αρνήθηκε να συμμορφωθεί με νόμιμη εισαγγελική παραγγελία στις 7 Μαΐου 2026, παρά τη ρητή υπόμνηση που της έγινε επί τόπου.
Το βάρος που μεταφέρεται στο Εφετείο
Η υπόθεση φτάνει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου με ένα δυσεπίλυτο ερώτημα στο επίκεντρο: σε ποιο βαθμό ο επαγγελματίας που παρακολουθεί ιδιωτικά ένα κακοποιημένο ανήλικο μπορεί να εξαρτήσει από όρους ή να αναβάλει την αποκάλυψη στοιχείων στις αρχές, σε μια υπόθεση που αφορά φερόμενο κακούργημα σε βάρος παιδιού.
Η αθωωτική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η εισαγγελική εισήγηση μερικής ενοχής κατά τη διαδικασία εκείνη και η πλήρης έφεση που κατατέθηκε στις 19 Μαΐου 2026 αντικατοπτρίζουν την πολυπλοκότητα ενός νομικού ζητήματος που θέτει σε αντιπαράθεση θεμελιώδεις αρχές: την υποχρέωση προστασίας ανηλίκων θυμάτων, την επαγγελματική κρίση του ειδικού και τα όρια που ο νόμος θέτει στην αυτόνομη διαχείριση τέτοιων υποθέσεων.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε





.gif)












