ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Δεν υπάρχει αγρότης αυτή τη στιγμή που να μην είναι χρεωμένος»!

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση
Τάσος Καρελλάκης

Ο Τάσος Καρελ­λά­κης, είναι νέος αγρότης, παρα­γω­γός στη λαϊκή αγορά με… προ­ϋ­πη­ρε­σία από την παιδική του ηλικία, αφού πήγαινε από πιτσι­ρι­κάς με τους γονείς του στα χωράφια.

Στη συνέ­ντευξή του σήμερα στην «δημο­κρα­τική», ανα­φέ­ρε­ται στις δυσκο­λίες του επαγ­γέλ­μα­τος, στα νέα δεδο­μένα που έχουν προ­κύ­ψει από την οικο­νο­μική κρίση, στην αλλαγή της συμπε­ρι­φο­ράς του κατα­να­λωτή αλλά και στο αβέβαιο μέλλον όσων ασχο­λού­νται με τη γη. Λέει πως όλο και περισ­σό­τε­ροι συμπο­λί­τες μας ψάχνουν ανάμεσα στα σάπια προ­ϊ­ό­ντα να βρουν τροφή για «τα που­λά­κια που έχουν στο σπίτι» κι ας φαί­νε­ται ξεκά­θαρα πως είναι για τους ίδιους και δηλώνει πως δεν θα ήθελε το παιδί του να ακο­λου­θή­σει τα βήματά του γιατί δεν θα δει άσπρη μέρα ποτέ, όπως δεν βλέπει και ο ίδιος.

• Πότε ξεκί­νη­σες να ασχο­λεί­σαι με την γη;

Από πιτσι­ρι­κάς. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είμαι στο χωράφι.

• Λόγω της οικο­γέ­νειας;

Ναι. Ασχο­λιό­ταν ο πατέρας μου και η μητέρα μου κι ανα­γκα­στικά ασχο­λή­θηκα κι εγώ.

• Κάποτε ήταν επι­κερ­δής η ενα­σχό­ληση με την γη.

Ηταν κάποτε επι­κερ­δής.

• Σήμερα είναι;

Όχι. Σήμερα είναι παθη­τική ενα­σχό­ληση. Η φορο­λο­γία, το αυξη­μένο κόστος παρα­γω­γής, και οι χαμηλές τιμές που πουλάμε, την έχουν κατα­στή­σει μη επι­κερδή. Ακόμα κι αν σε ένα είδος πιάσεις καλή τιμή, δεν καλύ­πτεις τις ζημιές των υπο­λοί­πων.

• Επειδή υπάρχει μια τάση στα χρόνια της κρίσης να ασχο­λεί­ται όλο και περισ­σό­τε­ρος κόσμος με την γη, ποια είναι η δική σου άποψη που αυτό είναι το κύριό σου επάγ­γελμα;

Εδώ στα νησιά η γη είναι περιο­ρι­σμένη, για να ασχο­λη­θεί κάποιος θα πρέπει η οικο­γέ­νειά του, να έχει ήδη κάνει προ­ερ­γα­σία. Να έχει δηλαδή γεώ­τρηση, πηγάδι, νερό έτοιμο, να έχει τις γραμμές του, θερ­μο­κή­πια…

Αν κάνει το λάθος κάποιος να ξεκι­νή­σει από την αρχή, είναι τελειω­μέ­νος. Όταν εγώ ξεκί­νησα, είχε κάνει την προ­ερ­γα­σία ο πατέρας μου, και ήδη την επόμενη ημέρα έβγαζα προ­ϊ­ό­ντα. Αν ξεκι­νούσα σήμερα δεν υπήρχε περί­πτωση να τα κατα­φέρω… Ούτε με τις επι­δο­τή­σεις που δίνουν βγαί­νεις ούτε υπάρχει τέτοια προ­ο­πτική. Αν ξεκι­νή­σεις σήμερα είσαι κατε­στραμ­μέ­νος από χέρι.

• Στον καιρό της κρίσης, πόσο έχει μειωθεί η δουλειά;

Ο κόσμος ψωνίζει σαφώς λιγό­τερα. Κάποτε παρα­τη­ρού­σαμε τους ξένους που ψώνιζαν λίγα πράγ­ματα και μετρη­μένα και τους κοροϊ­δεύ­αμε, σήμερα έχει ο Ελληνας έχει φτάσει ακριβώς σε αυτό το σημείο, ίσως και χει­ρό­τερο. Ψωνί­ζουν λίγα γιατί δεν έχουν λεφτά. Μου έχει τύχει να ζυγίσω 15 λεπτά πιπε­ριές… Δύο πιπε­ριές ήταν όλες κι όλες, δεν αξίζει ούτε να τις βάλω στη ζυγαριά.

• Βλέπεις ανθρώ­πους που κάποτε ψώνιζαν με τα καρό­τσια, σήμερα να μην μπορούν να το κάνουν αυτό;

Αν ρίξεις μια ματιά θα δεις ότι τα καρό­τσια που κυκλο­φο­ρούν στην λαϊκή είναι μετρη­μένα. Οι περισ­σό­τε­ροι ό,τι πάρουν το κρατούν στα χέρια. Τα απο­λύ­τως απα­ραί­τητα και φεύγουν. Και πάλι… Δεν έχει λεφτά ο κόσμος γι αυτό ψωνίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Κι εμείς το ίδιο, αλλιώς καλ­λιερ­γού­σαμε κάποτε κι αλλιώς καλ­λιερ­γούμε σήμερα.

• Δια­θέ­τεις δηλαδή κι εσύ λιγό­τερα προ­ϊ­ό­ντα προς πώληση πια;

Ναι βέβαια γιατί έχει αυξηθεί πολύ η φορο­λο­γία. Η φορο­λο­γία μπορεί να φτάσει μέχρι και το 45%, δηλαδή μισά μισά με το κράτος. Δεν αξίζει. Τρέχεις μέρα νύχτα, χειμώνα καλο­καίρι, καθη­με­ρι­νές και αργίες, για να βάλεις συνέ­ταιρο το κράτος στην τσέπη σου και στον κόπο σου.

• Είναι και μια δουλειά που δεν έχει ωράριο.

Ούτε γιορτές, ούτε ωράριο, ούτε Κυρια­κές… Προχθές δούλευα από τα ξημε­ρώ­ματα μέχρι τα μεσά­νυ­χτα και στις 3 το πρωί ήρθα στη λαϊκή για να προλάβω να βγάλω πέρα τη δουλειά.

• Ουσια­στικά τρέχεις για το μερο­κά­ματο πλέον, πάνε οι καλές εποχές που η γη άφηνε χρήματα.

Δεν υπάρχει πλέον περι­θώ­ριο να αφήσεις χρήματα. Προ­σπα­θείς να βγάλεις τα έξοδά σου, δηλαδή να καλύ­ψεις τα έξοδα του σπιτιού σου και τα έξοδα της δου­λειάς σου. Αν κατα­φέ­ρεις να τα καλύ­ψεις αυτά χωρίς να χρε­ω­θείς, τότε πρέπει να είσαι ευχα­ρι­στη­μέ­νος. Όμως, δεν υπάρχει αγρότης αυτή τη στιγμή που να μην είναι χρε­ω­μέ­νος.

• Οι αγρότες που είναι στα νησιά, σε σχέση με τους αγρότες της ηπει­ρω­τι­κής Ελλάδας, είναι σε μειο­νε­κτι­κό­τερη θέση;

Σίγουρα. Κάποιος που έχει 300 στρέμ­ματα παίρνει και γερή επι­δό­τηση. Εμείς εδώ καλ­λιερ­γούμε 10, 15, 20 μέχρι και 30 στρέμ­ματα οι περισ­σό­τε­ροι, και τα πιο πολλά χωράφια δεν είναι δικά μας, τα ενοι­κιά­ζουμε. Αρα, κατα­λα­βαί­νεις ότι είμαστε σε μειο­νε­κτι­κό­τερη θέση. Εξάλλου και το λει­τουρ­γικό κόστος το δικό μας είναι υψη­λό­τερο. Απαι­τού­νται πολλά χρήματα για λιπά­σματα, φάρμακα συν την υψηλή φορο­λο­γία.

Ξεκινάς μια καλ­λιέρ­γεια με 2.500-3.000 ευρώ και μπορεί να μην κόψεις τίποτα να που­λή­σεις και να μπεις μέσα. Και μετά να περι­μέ­νεις από μια δεύτερη να σου βγάλει την ζημιά της πρώτης καλ­λιέρ­γειας. Αν κάτι δεν πάει καλά, μέσα σε μια χρονιά μπορείς να βρεθείς χρε­ω­μέ­νος με 10.000 και 15.000 ευρώ.

• Που εξαρ­τά­ται από τι;

Και­ρι­κές συν­θή­κες, αρρώ­στιες… Ειδικά η ντομάτα πλέον είναι παθη­τική ως προϊόν, λόγω της αρρώ­στιας που υπάρχει τώρα, την λεγό­μενη «τούτα».

• Εχεις πάθει εσύ τέτοιες ζημιές;

Αμέ. Και από καιρό και από αρρώ­στια. Εμένα με έχει κατα­στρέ­ψει το μυρ­μή­γκι για παρά­δειγμα. Εσπειρα κρεμ­μύδι, και μου μάζεψε τους σπόρους το μυρ­μή­γκι. Και σκέψου ότι ο σπόρος του κρεμ­μυ­διού κοστί­ζει 250 ευρώ το κιλό. Άλλη φορά μπήκε μέσα ο λαγός και να μου έφαγε το φυτό του κρεμ­μυ­διού. Πέντε κιλά σπόρου κρεμ­μυ­διού πήγε χαμένος, όπως και ο κόπος μου.

• Εσύ, που είσαι νέος αγρότης, από το κράτος τι βοήθεια περι­μέ­νεις;

Να βοη­θή­σει να μειωθεί η φορο­λο­γία, ναι μεν να πλη­ρώ­σουμε αλλά πάνω στο καθαρό μας κέρδος. Εμείς δεν λέμε να μην πλη­ρώ­νουμε αλλά θέλουμε δίκαιο φορο­λο­γικό σύστημα. Τότε δεν θα προ­σπα­θή­σεις να φορο­δια­φύ­γεις. Όταν όμως φτάνει η φορο­λό­γηση στο 45% κι εγώ τρέχω όλη μέρα κάτω από τον ήλιο, ή μέσα στη βροχή, ή στο κρύο και έρχεται το κράτος να μπει συνέ­ται­ρος στην τσέπη μου, ε δεν θα τρέξω. Να τρέχω για να καλύπτω το κράτος; Δεν γίνεται. Αν υπήρχε πιο χαμηλή φορο­λο­γία και ελά­φρυνση στις τιμές των πρώτων υλών, θα ήταν δια­φο­ρε­τικά τα πράγ­ματα για εμάς τους αγρότες. Προ­σπα­θούμε να που­λή­σουμε τα προ­ϊ­ό­ντα μας στην λαϊκή αγορά, δίνουμε και στην λαχα­να­γορά αλλά κι εκεί οι τιμές είναι πολύ χαμηλές. Είναι ελά­χι­στα πια τα περι­θώ­ρια κέρδους για εμάς. Λίγες φορές βρί­σκουμε τιμές που μας καλύ­πτουν.

• Με τις εισα­γω­γές τι γίνεται;

Εχουμε τερά­στιο πρό­βλημα. Ρίχνουν ακόμα περισ­σό­τερο τις ήδη χαμηλές τιμές και δεν μπο­ρούμε να τους αντα­γω­νι­στούμε. Φέρνουν ντομάτα από Σκόπια, από Ολλαν­δία, από Τουρκία και όχι μόνο ντο­μά­τες, πολλά προ­ϊ­ό­ντα. Εμείς δεν μπο­ρούμε να τα αντα­γω­νι­στούμε αυτά. Πολλοί παρο­τρύ­νουν τους νέους να γίνουν αγρότες, τους ξεγε­λούν, μπαί­νουν στο λούκι και φεύγουν χρε­ω­μέ­νοι. Μετα­νιώ­νουν την ώρα και την στιγμή που ασχο­λή­θη­καν. Ειδικά όσοι δεν είχαν ξανά ασχο­λη­θεί. Οποιος δεν ξέρει την δουλειά, τις ιδιαι­τε­ρό­τη­τές της και τις παγίδες της, είναι μαθη­μα­τικά κατε­στραμ­μέ­νος.

• Ο κόσμος, παρα­πο­νιέ­ται για τις τιμές;

Το πριν και το μετά, έχει τερά­στια διαφορά. Πριν αγό­ρα­ζαν χωρίς να ρωτούν τιμές, γέμιζαν τσάντες για να πάρουν στο σπίτι τους, στα παιδιά τους… Σήμερα εκτός του ότι σου κάνουν παζάρι, παίρ­νουν ελά­χι­στα πράγ­ματα. Ισα να βολευ­τούν μια δύο ημέρες και πάλι, στην επόμενη λαϊκή ή θα πάνε στον μανάβη τους να πάρουν τα ελά­χι­στα για την ημέρα. Δεν έχει ο κόσμος λεφτά. Ζυγίζει μια μελι­τζάνα, δύο κρεμ­μύ­δια… Όταν βλέπεις να μετράει τα σεντς για να σε πλη­ρώ­σει ή σου λέει ζύγισέ μου μέχρι 30 ή 50 λεπτά γιατί δεν έχω άλλα λεφτά, κατα­λα­βαί­νεις ότι τα πράγ­ματα είναι δύσκολα…

• Φαντά­ζο­μαι είναι δύσκολο συναί­σθημα να αντι­λαμ­βά­νε­σαι ότι αυτός που έχεις απέ­να­ντί σου δεν έχει χρήματα για πάρει ούτε τα απα­ραί­τητα…

Είναι δύσκολο να βλέπεις την από­γνωση στα μάτια του άλλου που μετράει τα κέρματα. Πολλές φορές, έχω φτάσει σε σημείο να πω «πάρε τα πράγ­ματα και φύγε, κράτησε τα λεφτά σου». Πριν μερικές ημέρες πέρασε ένας παππούς και του πρό­σφερα να πάρει πράγ­ματα από τον πάγκο και έβαλε τα κλάματα… Μου είπε «παιδί μου, δεν έχω λεφτά να αγοράσω. Παλιά είχα λεφτά και ψώνιζα, τώρα δεν έχω, έρχομαι στη λαϊκή όπως έκανα όλα τα προη­γού­μενα χρόνια που γέμιζα τις τσάντες, όμως σήμερα περνάω μόνο για να δω. Κλαίω γιατί δεν έχει πια η τσέπη μου λεφτά». Εδωσα στον παππού απ όλα όσα είχα στον πάγκο αλλά η αξιο­πρέ­πειά του δεν του επέ­τρεπε να πάρει τα πράγ­ματα. Επέ­μεινα και του λέω «πάρε τα πράγ­ματα παππού γιατί κι εσύ πρέπει να αντέ­ξεις. Αύριο μεθαύ­ριο μπορεί τα πράγ­ματα να πάνε καλύ­τερα και τότε που η τσέπη σου θα έχει ξανά χρήματα, θα μπορείς να ψωνί­σεις ξανά και τότε θα μπο­ρέ­σεις κι εσύ να βοη­θή­σεις και να στη­ρί­ξεις κάποιον άλλον»… Βλέ­πουμε πολλά τέτοια περι­στα­τικά. Ο,τι μένει απού­λητο δεν το πετάω, τα δίνω σε οικο­γέ­νειες που έχουν πραγ­μα­τική ανάγκη. Ο κόσμος δυστυ­χεί… Βλέπεις να έρχο­νται το μεση­μέρι για να πάρουν τα χτυ­πη­μένα, τα σάπια… Ισχυ­ρί­ζο­νται ότι τα θέλουν για τα που­λά­κια που έχουν στο σπίτι αλλά, κατα­λα­βαί­νεις ότι πρό­κει­ται για τους ίδιους

• Ποιας ηλικίας είναι οι άνθρω­ποι αυτοί;

Και νέοι και ηλι­κιω­μέ­νοι… Πάντα επι­κα­λού­νται τα που­λά­κια που υπο­τί­θε­ται ότι έχουν στο σπίτι αλλά φαί­νε­ται ότι είναι για τους ίδιους.

• Το μέλλον πώς το βλέπεις;

Δεν βλέπω μέλλον… Ετσι όπως τα έχουν κάνει, πιστεύω ότι κάποια στιγμή το επάγ­γελμα θα εκλεί­ψει. Μπορεί και σκόπιμα. Για να μην σου το πούνε ευθέως, επι­βάλ­λουν μέτρα που θα σε ανα­γκά­σουν να τα παρα­τή­σεις κάποια στιγμή. Θα χρε­ω­θείς, μια, δύο χρονιές… Ως πότε θα χρε­ώ­νε­σαι; Κάποια στιγμή θα στα­μα­τή­σεις. Οσες φορές κι αν το σκέ­φτηκα σε αυτό το συμπέ­ρα­σμα κατα­λήγω, ότι γίνεται σκόπιμα για να μας εξο­ντώ­σουν.

• Τι γίνεται με τα εισα­γό­μενα προ­ϊ­ό­ντα που βαφτί­ζο­νται ντόπια; Πώς θα προ­στα­τευ­θεί ο κατα­να­λω­τής;

Υπάρ­χουν κι αυτά τα φαι­νό­μενα. Οι κατα­να­λω­τές που είναι ψαγ­μέ­νοι μπορεί να γλι­τώ­σουν τις κακο­το­πιές. Οι άλλοι θα φάνε πατάτα Αιγύ­πτου που είναι βαφτι­σμένη «ντόπια». Χρειά­ζο­νται παρα­πάνω έλεγχοι και επιβολή προ­στί­μων.

• Αν το παιδί σου, σου έλεγε ότι θέλει να ασχο­λη­θεί με αυτό το επάγ­γελμα, τι θα του έλεγες;

Μόνο που το είπες ανα­τρί­χιασα! Ουτε καν! Εγώ είχα μάθει την τέχνη της μαγει­ρι­κής, έπειτα από παρό­τρυνση των γονιών μου για να μην ασχο­ληθώ με τη γη, και μετα­νιώνω την ώρα και την στιγμή που δεν ασχο­λή­θηκα. Δεν θα ήθελα να ασχο­λη­θεί το παιδί μου, θα είναι πάντα χρε­ω­μένο. Δεν θα έχει ζωή, θα είναι πάντα έξω στα χωράφια και δεν θα δει ποτέ άσπρη μέρα όπως δεν βλέπω κι εγώ και κανένας από όσους ασχο­λού­νται με την γη.

• Η οικο­γέ­νειά σου σε στε­ρεί­ται;

Βέβαια, η κόρη μου με βλέπει μια ή δύο φορές την εβδο­μάδα και οι ώρες είναι μετρη­μέ­νες. Εχει φορές που λαχτα­ράς το παιδί σου, που περνάνε οι ημέρες και λες πότε θα το δω, πότε θα παίξω μαζί του, πότε θα κοι­μη­θούμε αγκαλιά. Πάω σπίτι λίγο πριν να κοι­μη­θεί και φεύγω πριν ξυπνή­σει. Πότε θα δεις το παιδί σου… Το παιδί μεγα­λώ­νει κι εσύ λείπεις, χάνεις τις στιγμές μαζί του, τις στιγμές με την οικο­γέ­νειά σου. Κι αυτό δεν πλη­ρώ­νε­ται… Αλλά δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς… Είσαι εγκλω­βι­σμέ­νος.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου 1 σχόλιο

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.