- Τα Δωδεκάνησα γιόρταζαν την 28η Οκτωβρίου 1940 υπό ιταλική κυριαρχία, την οποία είχαν βιώσει επί 28 χρόνια, και η απελευθέρωσή τους ολοκληρώθηκε μόλις στις 7 Μαρτίου 1948.
- Παρά την ιταλική υπηκοότητα που τους είχε επιβληθεί, χιλιάδες Δωδεκανήσιοι, κυρίως από τις παροικίες της Αθήνας, ζήτησαν να καταταγούν και να πολεμήσουν στο πλευρό της Ελλάδας.
- Η ιταλική κατοχή άρχισε το 1912 και αναγνωρίστηκε διεθνώς το 1923· αργότερα εντάθηκε η προσπάθεια εξιταλισμού, με περιορισμό της ελληνικής γλώσσας στην εκπαίδευση.
- Ο πόλεμος είχε φτάσει στο Αιγαίο πριν από το τελεσίγραφο: το ιταλικό υποβρύχιο «Ντελφίνο», που είχε αποπλεύσει από τη Λέρο, τορπίλισε το καταδρομικό «Έλλη» στην Τήνο τον Αύγουστο του 1940.
• 86 χρόνια μετά, τα νησιά τιμούν μια επέτειο με διπλό βάρος. Το 1940 βρίσκονταν ήδη 28 χρόνια υπό ιταλική κυριαρχία και η δική τους απελευθέρωση ολοκληρώθηκε μόλις στις 7 Μαρτίου 1948. Παρά την ιταλική ιθαγένεια που τους είχε επιβληθεί, χιλιάδες Δωδεκανήσιοι ζήτησαν να πολεμήσουν στο πλευρό της Ελλάδας
Κάθε χρόνο, στα τέλη Οκτωβρίου, οι σημαίες ανεβαίνουν στα μπαλκόνια και η χώρα στρέφει το βλέμμα της στο 1940. Η Ρόδος και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα γιορτάζουν όπως κάθε ελληνική περιοχή. Η μνήμη τους, ωστόσο, κουβαλά κάτι που δεν έχει κανένα άλλο κομμάτι της Ελλάδας.
Όταν, στις 28 Οκτωβρίου 1940, η κυβέρνηση της Αθήνας απέρριπτε το ιταλικό τελεσίγραφο, τα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου δεν ανήκαν στο ελληνικό κράτος. Ήταν ιταλική κτήση εδώ και 28 χρόνια. Ο αντίπαλος που ο ελληνικός στρατός θα αντιμετώπιζε λίγες ώρες αργότερα στα βουνά της Ηπείρου ήταν ο ίδιος που διοικούσε τις πόλεις τους, έλεγχε τα λιμάνια τους και αποφάσιζε τι θα διδάσκεται στα σχολεία τους.
Οι Δωδεκανήσιοι έμαθαν τα νέα του πολέμου κρυφά. Πολλοί από όσους ζούσαν μακριά από τα νησιά, κυρίως στην Αθήνα, δεν έμειναν θεατές και ζήτησαν να καταταγούν, παρότι τα έγγραφά τους τους κατέγραφαν ως Ιταλούς υπηκόους. Γι’ αυτό η επέτειος εδώ διαβάζεται διαφορετικά. Τιμά το έπος του 1940 και του 1941, που ανήκει σε όλους τους Έλληνες, και ταυτόχρονα θυμίζει τον δικό τους, πολύ μακρύτερο δρόμο προς την ελευθερία.
Από την απόβαση του 1912 στα χρόνια του εξιταλισμού
Η ιστορία ξεκινά την άνοιξη του 1912. Στη διάρκεια του Ιταλοτουρκικού πολέμου για τη Λιβύη, η Ιταλία έστειλε στρατεύματα στα Δωδεκάνησα, που μέχρι τότε βρίσκονταν υπό οθωμανική κυριαρχία. Στη Ρόδο η απόβαση έγινε στις αρχές Μαΐου. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού είδε την ιταλική παρουσία ως προσωρινό σταθμό προς την ένωση με την Ελλάδα, και λίγες εβδομάδες αργότερα αντιπρόσωποι των νησιών συγκεντρώθηκαν στην Πάτμο και διακήρυξαν αυτή τη βούληση.
Η ιταλική αποχώρηση δεν έγινε ποτέ. Συμφωνίες που συζητήθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έμειναν στα χαρτιά και το 1923, με τη Συνθήκη της Λωζάνης, η ιταλική κυριαρχία αναγνωρίστηκε διεθνώς. Η Ρόδος απέκτησε δημόσια κτήρια, δρόμους και λιμενικά έργα, ενώ στη Λέρο αναπτύχθηκε σημαντική ναυτική βάση. Πίσω από τα έργα, όμως, η πίεση στην ελληνική ταυτότητα μεγάλωνε. Από το 1936, με διοικητή τον Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι, η ιταλική γλώσσα επιβλήθηκε στην εκπαίδευση και η διδασκαλία της Ελληνικής περιορίστηκε δραστικά. Χιλιάδες νησιώτες είχαν ήδη μεταναστεύσει, σχηματίζοντας ισχυρές παροικίες, με σημαντικότερη εκείνη της Αθήνας.

Από την «Έλλη» στη νύχτα του τελεσιγράφου
Ο πόλεμος είχε φτάσει στο Αιγαίο πριν από το τελεσίγραφο. Στις 15 Αυγούστου 1940, ανήμερα της γιορτής της Παναγίας, το καταδρομικό «Έλλη» τορπιλίστηκε και βυθίστηκε στο λιμάνι της Τήνου. Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, το ιταλικό υποβρύχιο «Ντελφίνο» είχε αποπλεύσει από τη βάση της Λέρου. Η Αθήνα απέφυγε τότε να κατονομάσει δημόσια τον δράστη, όμως το επεισόδιο έδειξε ότι τα Δωδεκάνησα είχαν μετατραπεί σε ορμητήριο εναντίον της Ελλάδας.
Λιγότερο από 3 μήνες αργότερα, στις 3 τα ξημερώματα, στις 28 Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε τελεσίγραφο στον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του στην Κηφισιά.
Η Ιταλία ζητούσε να περάσουν ελεύθερα τα στρατεύματά της και να καταλάβουν «στρατηγικά σημεία» της χώρας. Η απάντηση ήταν άρνηση. Λίγες ώρες αργότερα ο ιταλικός στρατός πέρασε τα σύνορα από την Αλβανία και ο κόσμος βγήκε στους δρόμους με μια λέξη, το ΟΧΙ.
Ο χειμώνας που ανέτρεψε τις προβλέψεις
Στην Πίνδο, τον Νοέμβριο του 1940, ανακόπηκε η προέλαση της ιταλικής μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια». Η ελληνική αντεπίθεση μετέφερε τις μάχες σε αλβανικό έδαφος. Στις 22 Νοεμβρίου ο ελληνικός στρατός μπήκε στην Κορυτσά και στις αρχές Δεκεμβρίου ακολούθησαν οι Άγιοι Σαράντα και το Αργυρόκαστρο.
Η ιταλική «Εαρινή Επίθεση» του Μαρτίου 1941 απέτυχε, παρά την παρουσία του ίδιου του Μουσολίνι στο μέτωπο. Χρειάστηκε η γερμανική εισβολή, στις 6 Απριλίου 1941, για να καμφθεί η Ελλάδα. Το έπος του ‘40 καταγράφηκε ως η πρώτη νίκη των Συμμάχων απέναντι στον Άξονα και έδωσε ελπίδα σε μια Ευρώπη που ως τότε μετρούσε μόνο ήττες.
Στα Δωδεκάνησα η εικόνα ήταν διαφορετική. Τα νησιά αποτελούσαν τμήμα του ιταλικού πολεμικού μηχανισμού και οι πληροφορίες για το μέτωπο κυκλοφορούσαν κρυφά. Σε άλλες περιοχές της χώρας το ΟΧΙ φωνάχτηκε στους δρόμους. Εδώ, για πολλούς, έμεινε για χρόνια κάτι που μπορούσε να ειπωθεί μόνο μέσα στο σπίτι.
Η νυχτερινή επιδρομή στο Αγαθονήσι
Μόνο μία φορά εκείνο τον χειμώνα ο ελληνικός πόλεμος άγγιξε δωδεκανησιακό έδαφος. Τη νύχτα από τις 17 προς τις 18 Νοεμβρίου 1940, ένας 60χρονος χειρουργός από την Κάρπαθο, ο Βάσος Βεργής, ξεκίνησε με καΐκι από τη Σάμο μαζί με 18 εθελοντές, κυρίως Σαμιώτες και Καρπάθιους. Επιτέθηκαν στο ιταλικό φυλάκιο του Αγαθονησίου και επέστρεψαν με αιχμαλώτους και οπλισμό.
Οι Ιταλοί απάντησαν βομβαρδίζοντας το Αγαθονήσι και το Βαθύ της Σάμου. Ο Μεταξάς παρασημοφόρησε τον Βεργή και τους συντρόφους του, ενώ το αμερικανικό περιοδικό TIME έγραψε για την επιδρομή στις 2 Δεκεμβρίου 1940.
Εθελοντές με ιταλικό διαβατήριο
Το 1940 οι Δωδεκανήσιοι είχαν τυπικά ιταλική ιθαγένεια. Αυτό δεν εμπόδισε χιλιάδες από αυτούς να ζητήσουν να πολεμήσουν απέναντι στον ιταλικό στρατό. Από την ίδια την ημέρα της εισβολής, η δωδεκανησιακή παροικία της Αθήνας, με επικεφαλής την οργάνωση της Δωδεκανησιακής Νεολαίας, οργάνωσε συλλαλητήρια και πίεσε την κυβέρνηση να δεχθεί εθελοντές. Στις 13 Νοεμβρίου 1940 το Γενικό Στρατηγείο διέταξε τη συγκρότηση του Συντάγματος Δωδεκανησίων.
Παρουσιάστηκαν περισσότεροι από 2.000 εθελοντές κάθε ηλικίας και επαγγέλματος και κρίθηκαν ικανοί οι 1.586. Το Σύνταγμα παρέλαβε τη σημαία του στις 12 Ιανουαρίου 1941 και έγινε ο πυρήνας της νέας Εικοστής Μεραρχίας, με διοικητή τον έφεδρο αντισυνταγματάρχη Ιωάννη Νικολάου. Οι εθελοντές ήλπιζαν να πολεμήσουν για την απελευθέρωση των νησιών τους, όμως το Στρατηγείο ξεκαθάρισε ότι μια τέτοια επιχείρηση δεν ήταν εφικτή.
Στο στενό της Κλειδής, απέναντι στους Γερμανούς
Οι εθελοντές βρέθηκαν τελικά απέναντι στους Γερμανούς. Στο στενό της Κλειδής, κοντά στη Βεύη, από τις 10 έως τις 12 Απριλίου 1941, απέκρουσαν τις πρώτες επιθέσεις της γερμανικής μονάδας «Λάιμπσταντάρτε». Μετά τη διαταγή σύμπτυξης ακολούθησε μια εξαντλητική πορεία κάτω από βροχή, χωρίς τροφή, με πολλούς άνδρες ξυπόλυτους. Το Σύνταγμα διαλύθηκε με την κατάρρευση του μετώπου, στα τέλη Απριλίου 1941.
Η ιστορία του έμεινε για χρόνια στο περιθώριο της μεγάλης αφήγησης του ‘40. Για τα Δωδεκάνησα, ωστόσο, αποτελεί την πιο καθαρή απόδειξη ότι οι νησιώτες δεν παρακολούθησαν απλώς τον πόλεμο. Συμμετείχαν σε αυτόν, σε μια εποχή που επίσημα δεν ήταν καν Έλληνες πολίτες.
Από τη γερμανική κατοχή στην ενσωμάτωση του 1948
Το τέλος του ελληνοϊταλικού πολέμου δεν έφερε την ελευθερία στα νησιά. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, τον Σεπτέμβριο του 1943, τα Δωδεκάνησα πέρασαν σε γερμανικά χέρια, ύστερα από σκληρές μάχες στην Κω και στη Λέρο. Τον Ιούλιο του 1944 οι εβραϊκές κοινότητες της Ρόδου και της Κω εκτοπίστηκαν στο Άουσβιτς, απ’ όπου ελάχιστοι επέστρεψαν. Στους τελευταίους μήνες του πολέμου η πείνα έπληξε σκληρά τον άμαχο πληθυσμό.
Η παράδοση των γερμανικών δυνάμεων υπογράφηκε στη Σύμη, στις 8 Μαΐου 1945, και τα νησιά πέρασαν υπό βρετανική στρατιωτική διοίκηση. Με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων, στις 10 Φεβρουαρίου 1947, η Ιταλία παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα. Η επίσημη ενσωμάτωση πραγματοποιήθηκε στη Ρόδο, στις 7 Μαρτίου 1948, 36 χρόνια μετά την ιταλική απόβαση και σχεδόν 8 χρόνια μετά το ΟΧΙ.
Μια γιορτή με δωδεκανησιακή μνήμη
Όπως κάθε χρόνο, ο εορτασμός στη Ρόδο και στα υπόλοιπα νησιά περιλαμβάνει δοξολογίες, καταθέσεις στεφάνων, σχολικές εκδηλώσεις και παρελάσεις. Η μορφή της γιορτής είναι ίδια με όλη την Ελλάδα, το περιεχόμενό της όμως έχει εδώ μια επιπλέον διάσταση. Οι μαθητές που παρελαύνουν σήμερα βαδίζουν σε τόπους που το 1940 βρίσκονταν στην αντίπαλη πλευρά των συνόρων. Πολλοί από τους προπαππούδες τους έμαθαν ιταλικά στο σχολείο και περίμεναν ακόμη 8 χρόνια για να δουν την ελληνική σημαία να υψώνεται επίσημα στα νησιά τους.
Στα Δωδεκάνησα, η 28η Οκτωβρίου και η 7η Μαρτίου λειτουργούν ως 2 κεφάλαια της ίδιας ιστορίας. 86 χρόνια μετά, η Ρόδος και τα νησιά της τιμούν το ΟΧΙ ως μέρος της κοινής ελληνικής ιστορίας, αλλά και ως την αρχή μιας δικής τους διαδρομής προς την ελευθερία, που ξεκίνησε όταν βρίσκονταν ακόμη στην άλλη πλευρά των συνόρων.
Πώς συγκροτήθηκε το Σύνταγμα Δωδεκανησίων που πολέμησε κατά των Γερμανών

• Η κινητοποίηση των δωδεκανησιακών παροικιών της Αθήνας και του Πειραιά και η εθελοντική κατάταξη 1.586 ανδρών που είχαν ιταλική υπηκοότητα
• Από την εκπαίδευση στου Γουδή στις επιχειρήσεις του Απριλίου 1941, με την προσδοκία της απελευθέρωσης των ιταλοκρατούμενων νησιών της Δωδεκανήσου
Οταν άρχισε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, στις 28 Οκτωβρίου 1940, τα Δωδεκάνησα βρίσκονταν υπό ιταλική κυριαρχία. Στην Αθήνα και στον Πειραιά, Δωδεκανήσιοι που είχαν εγκατασταθεί μακριά από τα νησιά τους ζήτησαν να καταταγούν στον Ελληνικό Στρατό.
Η συμμετοχή στον πόλεμο συνδεόταν για πολλούς με την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους και να συμβάλουν στην απελευθέρωσή της.
Η κατάταξή τους απαιτούσε ειδική ρύθμιση. Ως Ιταλοί υπήκοοι, δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν την κανονική διαδικασία, ενώ για το ιταλικό κράτος η ένταξή τους στον στρατό της Ελλάδας αποτελούσε πράξη εσχάτης προδοσίας.
Οι δωδεκανησιακές οργανώσεις ανέλαβαν να προωθήσουν το αίτημα, με τη Δωδεκανησιακή Νεολαία Αθηνών να συμμετέχει στις κινητοποιήσεις. Στις συνεννοήσεις με την ελληνική κυβέρνηση παρενέβη και η Κεντρική Δωδεκανησιακή Επιτροπή, υπό τον Ιωάννη Καζούλλη.
Στις 13 Νοεμβρίου 1940 εκδόθηκε η διαταγή του Γενικού Στρατηγείου για τη συγκρότηση του Συντάγματος Δωδεκανησίων. Η κατάταξη άρχισε στις 20 Νοεμβρίου και συνεχίστηκε έως το τέλος του έτους.
Το Σύνταγμα Δωδεκανησίων συγκροτήθηκε ως τακτική πολεμική μονάδα στις 13 Νοεμβρίου 1940. Πρώτος διοικητής του ήταν ο συνταγματάρχης Πεζικού Αριστοτέλης Μπάρμπανος. Τον διαδέχθηκε ο λοχαγός Μάρκος Κλαδάκης και στις 24 Νοεμβρίου τη διοίκηση ανέλαβε ο έφεδρος αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Νικολάου. Η κατάταξη άρχισε στις 20 Νοεμβρίου και συνεχίστηκε έως το τέλος του έτους.
Παρουσιάστηκαν 1.924 εθελοντές, από τους οποίους αρχικά κρίθηκαν ικανοί οι 1.665. Με τις απολύσεις που ακολούθησαν για λόγους ηλικίας ή υγείας, ο αριθμός των Δωδεκανησίων εθελοντών διαμορφώθηκε στους 1.586
Οι αριθμοί αυτοί, που συχνά εμφανίζονται διαφορετικοί στις σχετικές αναφορές, αφορούν διαδοχικά στάδια της κατάταξης και της προετοιμασίας.

Οι εθελοντές συγκεντρώθηκαν στο στρατόπεδο στου Γουδή. Την εκπαίδευσή τους ανέλαβε ο λοχαγός Μάρκος Κλαδάκης από τη Σύμη, ο οποίος είχε κεντρικό ρόλο στην οργάνωση της μονάδας. Ο χρόνος ήταν περιορισμένος και η προετοιμασία απαιτητική, καθώς ο στρατός έπρεπε παράλληλα να καλύπτει τις ανάγκες των επιχειρήσεων που βρίσκονταν σε εξέλιξη.
Υπήρχαν ελλείψεις σε οπλισμό, ιματισμό και στελέχη. Για την κάλυψη των αναγκών διοίκησης χρησιμοποιήθηκαν και Ευέλπιδες της δεύτερης τάξης. Η δύναμη των Δωδεκανησίων δεν επαρκούσε για την πλήρη συγκρότηση συντάγματος και συμπληρώθηκε με στρατιώτες από άλλες περιοχές, κυρίως από τη Σάμο, τη Χίο, τη Λέσβο και τις Κυκλάδες.
Στο διάστημα της εκπαίδευσης, οι δωδεκανησιακοί σύλλογοι διατηρούσαν επαφή με τους άνδρες. Εκπρόσωποί τους επισκέπτονταν το στρατόπεδο τις Κυριακές, προσφέροντας γλυκίσματα, τσιγάρα και πλεκτά. Η προετοιμασία των εθελοντών αποτελούσε κοινή υπόθεση για τις παροικίες που είχαν υποστηρίξει την κατάταξή τους.
Η προσδοκία μιας αποστολής στα Δωδεκάνησα παρέμενε ισχυρή. Αποτυπωνόταν και στην ημερήσια διαταγή του Κλαδάκη, ο οποίος αναφερόταν στην απελευθέρωση των νησιών και στην επιστροφή των ανδρών στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Η αποστολή του Συντάγματος καθορίστηκε τελικά από τις ανάγκες του πολέμου στην ηπειρωτική Ελλάδα. Τον Φεβρουάριο του 1941 το Σύνταγμα αναχώρησε σιδηροδρομικώς από την Αθήνα και εντάχθηκε στην 20ή Μεραρχία Πεζικού. Διοικητής του ήταν ο αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Νικολάου, ενώ ο Κλαδάκης ανέλαβε τη διοίκηση του πρώτου τάγματος.
Η επικείμενη γερμανική εισβολή οδήγησε στην ανάπτυξη της μονάδας στη Μακεδονία. Στην περιοχή της Κέλλης, οι άνδρες της συμμετείχαν στην άμυνα απέναντι στις γερμανικές δυνάμεις. Στις 10 και 11 Απριλίου 1941 απέκρουσαν επιθέσεις και στις 12 Απριλίου έλαβαν διαταγή σύμπτυξης.
Ακολούθησε η υποχώρηση προς την Ήπειρο. Στις 22 Απριλίου το Σύνταγμα παρέδωσε τον οπλισμό του στους Λογγάδες Ιωαννίνων και στις 26 Απριλίου διαλύθηκε στο Μαλακάσι Τρικάλων. Είχαν περάσει λιγότεροι από έξι μήνες από την έκδοση της διαταγής συγκρότησής του.
Μετά την κατάρρευση του μετώπου, οι άνδρες ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές. Ορισμένοι κατάφεραν να φθάσουν στη Μέση Ανατολή και να ενταχθούν στις ελληνικές δυνάμεις που συνέχισαν τον πόλεμο, μεταξύ άλλων και στον Ιερό Λόχο. Στα νησιά, σύμφωνα με ιστορικό αφιέρωμα του Αθηναϊκού Πρακτορείου, οι ιταλικές αρχές άσκησαν πιέσεις σε οικογένειες εθελοντών και προχώρησαν σε διώξεις, έχοντας πληροφορηθεί τη συμμετοχή των συγγενών τους στον Ελληνικό Στρατό.
Από την καθημερινότητα των στρατιωτών σώζονται και επιστολές στο αρχείο του Λυκείου των Ελληνίδων. Σε μία από αυτές, επτά άνδρες του Συντάγματος θυμούνται τις εκδηλώσεις που είχαν παρακολουθήσει στην Αθήνα και ζητούν να αλληλογραφούν με μέλη του Λυκείου. Κάποιοι συνέχισαν να γράφουν και αργότερα. Ανάμεσα στις διαταγές, στις μετακινήσεις και στις επιχειρήσεις, τα γράμματα διατηρούν τις προσωπικές αναφορές των εθελοντών: τις γνωριμίες πριν από την αναχώρηση και την ανάγκη επικοινωνίας με τους ανθρώπους που είχαν αφήσει πίσω τους.
Απόσπασμα από την πρώτη ημερήσια διαταγή που εξέδωσε ο Μάρκος Κλαδάκης
«Δωδεκανήσιοι Στρατιώται, Φιλοδοξήσατε να εγγράψητε τα ονόματά σας εις τας δέλτους της Εθνικής μας Ιστορίας. Φιλοδοξήσατε να αναγράψητε την ιστορίαν του Συντάγματός μας με χρυσά γράμματα. Φιλοδοξήσατε να υπερβάλητε εις ορμήν, εις γενναιότητα, εις τόλμην, εις αυτοθυσίαν τους ελευθέρους αδελφούς Έλληνας, οίτινες αγωνιζόμενοι εις τας Ηπειρωτικάς φάραγγας τον αγώνα της Ελευθερίας, μαχόμενοι κατά του εσμού των μισητών τυράννων μας, προσθέτουσι νέας σελίδας δόξης εις την ιστορίαν του Έθνους μας.
Αποδείξατε εις τον κόσμον ολόκληρον, ότι η δωδεκανησιακή ψυχή δεν κατεβλήθη από την επί αιώνας δουλείαν, αλλά ζη. Ζη και πάλλεται από τα αυτά εκείνα αισθήματα, από τα οποία επάλλετο η ψυχή των Ελλήνων ηρώων των περιαγαγόντων νικηφόρως τας σημαίας μας εις τα αιματοβαφή πεδία της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Θράκης και της Μικρασίας.
Δωδεκανήσιοι Στρατιώται, Τιμήσατε τα όπλα μας, Λαμπρύνατε την Σημαίαν μας, Δοξάσατε το Σύνταγμά μας. Ο Διοικητής του Συντάγματος Δωδεκανησίων Μάρκος Π. Κλαδάκης Λοχαγός Πεζικού».
Ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεσε στον πόλεμο ήταν ο Αλέξανδρος Διάκος από τη Χάλκη
Λίγες ημέρες πριν από τη συγκρότηση του Συντάγματος Δωδεκανησίων είχε σκοτωθεί στην Πίνδο ο υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος. Γεννημένος στη Χάλκη το 1911, φοίτησε στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο της Ρόδου και έπαιξε ποδόσφαιρο στον Δωριέα. Ακολούθησε τη στρατιωτική σταδιοδρομία, αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1934 και υπηρετούσε ήδη στον Ελληνικό Στρατό όταν άρχισε ο πόλεμος.
Την 1η Νοεμβρίου 1940, στο ύψωμα Τσούκα της Πίνδου, ο λόχος του δέχθηκε επίθεση από υπέρτερες ιταλικές δυνάμεις. Σύμφωνα με την αναφορά του ταγματάρχη Καραβιά, ο Αλέξανδρος Διάκος ανασύνταξε τους άνδρες του και τέθηκε επικεφαλής αντεπίθεσης για την ανακατάληψη του υψώματος. Στη διάρκεια της εφόδου σκοτώθηκε από ριπή πολυβόλου, σε ηλικία 29 ετών.
Ήταν ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός του Στρατού Ξηράς που έπεσε μαχόμενος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ο θάνατός του προηγήθηκε κατά δώδεκα ημέρες της διαταγής συγκρότησης του Συντάγματος Δωδεκανησίων.





























Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.