ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Το ΟΧΙ που η Ρόδος και τα Δωδεκάνησα άκουσαν κρυφά από την άλλη πλευρά των συνόρων

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
Untitled2
✦ Σύνοψη ⌄
  • Τα Δωδε­κά­νησα γιόρ­τα­ζαν την 28η Οκτω­βρίου 1940 υπό ιταλική κυριαρ­χία, την οποία είχαν βιώσει επί 28 χρόνια, και η απε­λευ­θέ­ρωσή τους ολο­κλη­ρώ­θηκε μόλις στις 7 Μαρτίου 1948.
  • Παρά την ιταλική υπη­κο­ό­τητα που τους είχε επι­βλη­θεί, χιλιά­δες Δωδε­κα­νή­σιοι, κυρίως από τις παροι­κίες της Αθήνας, ζήτησαν να κατα­τα­γούν και να πολε­μή­σουν στο πλευρό της Ελλάδας.
  • Η ιταλική κατοχή άρχισε το 1912 και ανα­γνω­ρί­στηκε διεθνώς το 1923· αργό­τερα εντά­θηκε η προ­σπά­θεια εξι­τα­λι­σμού, με περιο­ρι­σμό της ελλη­νι­κής γλώσσας στην εκπαί­δευση.
  • Ο πόλεμος είχε φτάσει στο Αιγαίο πριν από το τελε­σί­γραφο: το ιταλικό υπο­βρύ­χιο «Ντελ­φίνο», που είχε απο­πλεύ­σει από τη Λέρο, τορ­πί­λισε το κατα­δρο­μικό «Έλλη» στην Τήνο τον Αύγου­στο του 1940.

• 86 χρόνια μετά, τα νησιά τιμούν μια επέτειο με διπλό βάρος. Το 1940 βρί­σκο­νταν ήδη 28 χρόνια υπό ιταλική κυριαρ­χία και η δική τους απε­λευ­θέ­ρωση ολο­κλη­ρώ­θηκε μόλις στις 7 Μαρτίου 1948. Παρά την ιταλική ιθα­γέ­νεια που τους είχε επι­βλη­θεί, χιλιά­δες Δωδε­κα­νή­σιοι ζήτησαν να πολε­μή­σουν στο πλευρό της Ελλάδας

Κάθε χρόνο, στα τέλη Οκτω­βρίου, οι σημαίες ανε­βαί­νουν στα μπαλ­κό­νια και η χώρα στρέφει το βλέμμα της στο 1940. Η Ρόδος και τα υπό­λοιπα Δωδε­κά­νησα γιορ­τά­ζουν όπως κάθε ελλη­νική περιοχή. Η μνήμη τους, ωστόσο, κουβαλά κάτι που δεν έχει κανένα άλλο κομμάτι της Ελλάδας.

Όταν, στις 28 Οκτω­βρίου 1940, η κυβέρ­νηση της Αθήνας απέρ­ρι­πτε το ιταλικό τελε­σί­γραφο, τα νησιά του νοτιο­α­να­το­λι­κού Αιγαίου δεν ανήκαν στο ελλη­νικό κράτος. Ήταν ιταλική κτήση εδώ και 28 χρόνια. Ο αντί­πα­λος που ο ελλη­νι­κός στρατός θα αντι­με­τώ­πιζε λίγες ώρες αργό­τερα στα βουνά της Ηπείρου ήταν ο ίδιος που διοι­κούσε τις πόλεις τους, έλεγχε τα λιμάνια τους και απο­φά­σιζε τι θα διδά­σκε­ται στα σχολεία τους.

Οι Δωδε­κα­νή­σιοι έμαθαν τα νέα του πολέμου κρυφά. Πολλοί από όσους ζούσαν μακριά από τα νησιά, κυρίως στην Αθήνα, δεν έμειναν θεατές και ζήτησαν να κατα­τα­γούν, παρότι τα έγγραφά τους τους κατέ­γρα­φαν ως Ιταλούς υπη­κό­ους. Γι’ αυτό η επέ­τειος εδώ δια­βά­ζε­ται δια­φο­ρε­τικά. Τιμά το έπος του 1940 και του 1941, που ανήκει σε όλους τους Έλληνες, και ταυ­τό­χρονα θυμίζει τον δικό τους, πολύ μακρύ­τερο δρόμο προς την ελευ­θε­ρία.

Από την απόβαση του 1912 στα χρόνια  του εξι­τα­λι­σμού

Η ιστορία ξεκινά την άνοιξη του 1912. Στη διάρ­κεια του Ιτα­λο­τουρ­κι­κού πολέμου για τη Λιβύη, η Ιταλία έστειλε στρα­τεύ­ματα στα Δωδε­κά­νησα, που μέχρι τότε βρί­σκο­νταν υπό οθω­μα­νική κυριαρ­χία. Στη Ρόδο η απόβαση έγινε στις αρχές Μαΐου. Μεγάλο μέρος του πλη­θυ­σμού είδε την ιταλική παρου­σία ως προ­σω­ρινό σταθμό προς την ένωση με την Ελλάδα, και λίγες εβδο­μά­δες αργό­τερα αντι­πρό­σω­ποι των νησιών συγκε­ντρώ­θη­καν στην Πάτμο και δια­κή­ρυ­ξαν αυτή τη βούληση.

Η ιταλική απο­χώ­ρηση δεν έγινε ποτέ. Συμ­φω­νίες που συζη­τή­θη­καν μετά τον Πρώτο Παγκό­σμιο Πόλεμο έμειναν στα χαρτιά και το 1923, με τη Συνθήκη της Λωζάνης, η ιταλική κυριαρ­χία ανα­γνω­ρί­στηκε διεθνώς. Η Ρόδος απέ­κτησε δημόσια κτήρια, δρόμους και λιμε­νικά έργα, ενώ στη Λέρο ανα­πτύ­χθηκε σημα­ντική ναυτική βάση. Πίσω από τα έργα, όμως, η πίεση στην ελλη­νική ταυ­τό­τητα μεγά­λωνε. Από το 1936, με διοι­κητή τον Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι, η ιταλική γλώσσα επι­βλή­θηκε στην εκπαί­δευση και η διδα­σκα­λία της Ελλη­νι­κής περιο­ρί­στηκε δρα­στικά. Χιλιά­δες νησιώ­τες είχαν ήδη μετα­να­στεύ­σει, σχη­μα­τί­ζο­ντας ισχυρές παροι­κίες, με σημα­ντι­κό­τερη εκείνη της Αθήνας.

Από την «Έλλη» στη νύχτα του τελε­σι­γρά­φου

Ο πόλεμος είχε φτάσει στο Αιγαίο πριν από το τελε­σί­γραφο. Στις 15 Αυγού­στου 1940, ανήμερα της γιορτής της Πανα­γίας, το κατα­δρο­μικό «Έλλη» τορ­πι­λί­στηκε και βυθί­στηκε στο λιμάνι της Τήνου. Σύμφωνα με τα ιστο­ρικά στοι­χεία, το ιταλικό υπο­βρύ­χιο «Ντελ­φίνο» είχε απο­πλεύ­σει από τη βάση της Λέρου. Η Αθήνα απέφυγε τότε να κατο­νο­μά­σει δημόσια τον δράστη, όμως το επει­σό­διο έδειξε ότι τα Δωδε­κά­νησα είχαν μετα­τρα­πεί σε ορμη­τή­ριο ενα­ντίον της Ελλάδας.

Λιγό­τερο από 3 μήνες αργό­τερα, στις 3 τα ξημε­ρώ­ματα, στις 28 Οκτω­βρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης Εμα­νου­έλε Γκράτσι επέδωσε τελε­σί­γραφο στον πρω­θυ­πουργό Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του στην Κηφισιά.

Η Ιταλία ζητούσε να περά­σουν ελεύ­θερα τα στρα­τεύ­ματά της και να κατα­λά­βουν «στρα­τη­γικά σημεία» της χώρας. Η απά­ντηση ήταν άρνηση. Λίγες ώρες αργό­τερα ο ιτα­λι­κός στρατός πέρασε τα σύνορα από την Αλβανία και ο κόσμος βγήκε στους δρόμους με μια λέξη, το ΟΧΙ.

Ο χει­μώ­νας που ανέ­τρεψε τις προ­βλέ­ψεις

Στην Πίνδο, τον Νοέμ­βριο του 1940, ανα­κό­πηκε η προ­έ­λαση της ιτα­λι­κής μεραρ­χίας Αλπι­νι­στών «Τζούλια». Η ελλη­νική αντε­πί­θεση μετέ­φερε τις μάχες σε αλβα­νικό έδαφος. Στις 22 Νοεμ­βρίου ο ελλη­νι­κός στρατός μπήκε στην Κορυτσά και στις αρχές Δεκεμ­βρίου ακο­λού­θη­σαν οι Άγιοι Σαράντα και το Αργυ­ρό­κα­στρο.

Η ιταλική «Εαρινή Επίθεση» του Μαρτίου 1941 απέτυχε, παρά την παρου­σία του ίδιου του Μου­σο­λίνι στο μέτωπο. Χρειά­στηκε η γερ­μα­νική εισβολή, στις 6 Απρι­λίου 1941, για να καμφθεί η Ελλάδα. Το έπος του ‘40 κατα­γρά­φηκε ως η πρώτη νίκη των Συμ­μά­χων απέ­να­ντι στον Άξονα και έδωσε ελπίδα σε μια Ευρώπη που ως τότε μετρούσε μόνο ήττες.

Στα Δωδε­κά­νησα η εικόνα ήταν δια­φο­ρε­τική. Τα νησιά απο­τε­λού­σαν τμήμα του ιτα­λι­κού πολε­μι­κού μηχα­νι­σμού και οι πλη­ρο­φο­ρίες για το μέτωπο κυκλο­φο­ρού­σαν κρυφά. Σε άλλες περιο­χές της χώρας το ΟΧΙ φωνά­χτηκε στους δρόμους. Εδώ, για πολλούς, έμεινε για χρόνια κάτι που μπο­ρούσε να ειπωθεί μόνο μέσα στο σπίτι.

Η νυχτε­ρινή επι­δρομή στο Αγα­θο­νήσι

Μόνο μία φορά εκείνο τον χειμώνα ο ελλη­νι­κός πόλεμος άγγιξε δωδε­κα­νη­σιακό έδαφος. Τη νύχτα από τις 17 προς τις 18 Νοεμ­βρίου 1940, ένας 60χρονος χει­ρουρ­γός από την Κάρπαθο, ο Βάσος Βεργής, ξεκί­νησε με καΐκι από τη Σάμο μαζί με 18 εθε­λο­ντές, κυρίως Σαμιώ­τες και Καρ­πά­θιους. Επι­τέ­θη­καν στο ιταλικό φυλάκιο του Αγα­θο­νη­σίου και επέ­στρε­ψαν με αιχ­μα­λώ­τους και οπλισμό.

Οι Ιταλοί απά­ντη­σαν βομ­βαρ­δί­ζο­ντας το Αγα­θο­νήσι και το Βαθύ της Σάμου. Ο Μεταξάς παρα­ση­μο­φό­ρησε τον Βεργή και τους συντρό­φους του, ενώ το αμε­ρι­κα­νικό περιο­δικό TIME έγραψε για την επι­δρομή στις 2 Δεκεμ­βρίου 1940.

Εθε­λο­ντές με ιταλικό δια­βα­τή­ριο

Το 1940 οι Δωδε­κα­νή­σιοι είχαν τυπικά ιταλική ιθα­γέ­νεια. Αυτό δεν εμπό­δισε χιλιά­δες από αυτούς να ζητή­σουν να πολε­μή­σουν απέ­να­ντι στον ιταλικό στρατό. Από την ίδια την ημέρα της εισβο­λής, η δωδε­κα­νη­σιακή παροι­κία της Αθήνας, με επι­κε­φα­λής την οργά­νωση της Δωδε­κα­νη­σια­κής Νεο­λαίας, οργά­νωσε συλ­λα­λη­τή­ρια και πίεσε την κυβέρ­νηση να δεχθεί εθε­λο­ντές. Στις 13 Νοεμ­βρίου 1940 το Γενικό Στρα­τη­γείο διέταξε τη συγκρό­τηση του Συντάγ­μα­τος Δωδε­κα­νη­σίων.

Παρου­σιά­στη­καν περισ­σό­τε­ροι από 2.000 εθε­λο­ντές κάθε ηλικίας και επαγ­γέλ­μα­τος και κρί­θη­καν ικανοί οι 1.586. Το Σύνταγμα παρέ­λαβε τη σημαία του στις 12 Ιανουα­ρίου 1941 και έγινε ο πυρήνας της νέας Εικο­στής Μεραρ­χίας, με διοι­κητή τον έφεδρο αντι­συ­νταγ­μα­τάρχη Ιωάννη Νικο­λάου. Οι εθε­λο­ντές ήλπιζαν να πολε­μή­σουν για την απε­λευ­θέ­ρωση των νησιών τους, όμως το Στρα­τη­γείο ξεκα­θά­ρισε ότι μια τέτοια επι­χεί­ρηση δεν ήταν εφικτή.

Στο στενό της Κλειδής, απέ­να­ντι στους Γερ­μα­νούς

Οι εθε­λο­ντές βρέ­θη­καν τελικά απέ­να­ντι στους Γερ­μα­νούς. Στο στενό της Κλειδής, κοντά στη Βεύη, από τις 10 έως τις 12 Απρι­λίου 1941, απέ­κρου­σαν τις πρώτες επι­θέ­σεις της γερ­μα­νι­κής μονάδας «Λάι­μπ­στα­ντάρτε». Μετά τη διαταγή σύμ­πτυ­ξης ακο­λού­θησε μια εξα­ντλη­τική πορεία κάτω από βροχή, χωρίς τροφή, με πολλούς άνδρες ξυπό­λυ­τους. Το Σύνταγμα δια­λύ­θηκε με την κατάρ­ρευση του μετώπου, στα τέλη Απρι­λίου 1941.

Η ιστορία του έμεινε για χρόνια στο περι­θώ­ριο της μεγάλης αφή­γη­σης του ‘40. Για τα Δωδε­κά­νησα, ωστόσο, απο­τε­λεί την πιο καθαρή από­δειξη ότι οι νησιώ­τες δεν παρα­κο­λού­θη­σαν απλώς τον πόλεμο. Συμ­με­τεί­χαν σε αυτόν, σε μια εποχή που επίσημα δεν ήταν καν Έλληνες πολίτες.

Από τη γερ­μα­νική κατοχή στην ενσω­μά­τωση του 1948

Το τέλος του ελλη­νοϊ­τα­λι­κού πολέμου δεν έφερε την ελευ­θε­ρία στα νησιά. Μετά τη συν­θη­κο­λό­γηση της Ιταλίας, τον Σεπτέμ­βριο του 1943, τα Δωδε­κά­νησα πέρασαν σε γερ­μα­νικά χέρια, ύστερα από σκληρές μάχες στην Κω και στη Λέρο. Τον Ιούλιο του 1944 οι εβραϊ­κές κοι­νό­τη­τες της Ρόδου και της Κω εκτο­πί­στη­καν στο Άου­σβιτς, απ’ όπου ελά­χι­στοι επέ­στρε­ψαν. Στους τελευ­ταί­ους μήνες του πολέμου η πείνα έπληξε σκληρά τον άμαχο πλη­θυ­σμό.

Η παρά­δοση των γερ­μα­νι­κών δυνά­μεων υπο­γρά­φηκε στη Σύμη, στις 8 Μαΐου 1945, και τα νησιά πέρασαν υπό βρε­τα­νική στρα­τιω­τική διοί­κηση. Με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρι­σίων, στις 10 Φεβρουα­ρίου 1947, η Ιταλία παρα­χώ­ρησε τα Δωδε­κά­νησα στην Ελλάδα. Η επίσημη ενσω­μά­τωση πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε στη Ρόδο, στις 7 Μαρτίου 1948, 36 χρόνια μετά την ιταλική απόβαση και σχεδόν 8 χρόνια μετά το ΟΧΙ.

Μια γιορτή με δωδε­κα­νη­σιακή μνήμη

Όπως κάθε χρόνο, ο εορ­τα­σμός στη Ρόδο και στα υπό­λοιπα νησιά περι­λαμ­βά­νει δοξο­λο­γίες, κατα­θέ­σεις στε­φά­νων, σχο­λι­κές εκδη­λώ­σεις και παρε­λά­σεις. Η μορφή της γιορτής είναι ίδια με όλη την Ελλάδα, το περιε­χό­μενό της όμως έχει εδώ μια επι­πλέον διά­σταση. Οι μαθητές που παρε­λαύ­νουν σήμερα βαδί­ζουν σε τόπους που το 1940 βρί­σκο­νταν στην αντί­παλη πλευρά των συνόρων. Πολλοί από τους προ­παπ­πού­δες τους έμαθαν ιταλικά στο σχολείο και περί­με­ναν ακόμη 8 χρόνια για να δουν την ελλη­νική σημαία να υψώ­νε­ται επίσημα στα νησιά τους.

Στα Δωδε­κά­νησα, η 28η Οκτω­βρίου και η 7η Μαρτίου λει­τουρ­γούν ως 2 κεφά­λαια της ίδιας ιστο­ρίας. 86 χρόνια μετά, η Ρόδος και τα νησιά της τιμούν το ΟΧΙ ως μέρος της κοινής ελλη­νι­κής ιστο­ρίας, αλλά και ως την αρχή μιας δικής τους δια­δρο­μής προς την ελευ­θε­ρία, που ξεκί­νησε όταν βρί­σκο­νταν ακόμη στην άλλη πλευρά των συνόρων.

Πώς συγκρο­τή­θηκε το Σύνταγμα Δωδε­κα­νη­σίων που πολέ­μησε κατά των Γερ­μα­νών

• Η κινη­το­ποί­ηση των δωδε­κα­νη­σια­κών παροι­κιών της Αθήνας και του Πειραιά και η εθε­λο­ντική κατά­ταξη 1.586 ανδρών που είχαν ιταλική υπη­κο­ό­τητα

• Από την εκπαί­δευση στου Γουδή στις επι­χει­ρή­σεις του Απρι­λίου 1941, με την προσ­δο­κία της απε­λευ­θέ­ρω­σης των ιτα­λο­κρα­τού­με­νων νησιών της Δωδε­κα­νή­σου

Οταν άρχισε ο ελλη­νοϊ­τα­λι­κός πόλεμος, στις 28 Οκτω­βρίου 1940, τα Δωδε­κά­νησα βρί­σκο­νταν υπό ιταλική κυριαρ­χία. Στην Αθήνα και στον Πειραιά, Δωδε­κα­νή­σιοι που είχαν εγκα­τα­στα­θεί μακριά από τα νησιά τους ζήτησαν να κατα­τα­γούν στον Ελλη­νικό Στρατό.

Η συμ­με­τοχή στον πόλεμο συν­δε­ό­ταν για πολλούς με την ελπίδα ότι θα μπο­ρού­σαν να επι­στρέ­ψουν στην ιδιαί­τερη πατρίδα τους και να συμ­βά­λουν στην απε­λευ­θέ­ρωσή της.

Η κατά­ταξή τους απαι­τούσε ειδική ρύθμιση. Ως Ιταλοί υπήκοοι, δεν μπο­ρού­σαν να ακο­λου­θή­σουν την κανο­νική δια­δι­κα­σία, ενώ για το ιταλικό κράτος η ένταξή τους στον στρατό της Ελλάδας απο­τε­λούσε πράξη εσχάτης προ­δο­σίας.

Οι δωδε­κα­νη­σια­κές οργα­νώ­σεις ανέ­λα­βαν να προ­ω­θή­σουν το αίτημα, με τη Δωδε­κα­νη­σιακή Νεολαία Αθηνών να συμ­με­τέ­χει στις κινη­το­ποι­ή­σεις. Στις συνεν­νο­ή­σεις με την ελλη­νική κυβέρ­νηση παρε­νέβη και η Κεντρική Δωδε­κα­νη­σιακή Επι­τροπή, υπό τον Ιωάννη Καζούλλη.

Στις 13 Νοεμ­βρίου 1940 εκδό­θηκε η διαταγή του Γενικού Στρα­τη­γείου για τη συγκρό­τηση του Συντάγ­μα­τος Δωδε­κα­νη­σίων. Η κατά­ταξη άρχισε στις 20 Νοεμ­βρίου και συνε­χί­στηκε έως το τέλος του έτους.

Το Σύνταγμα Δωδε­κα­νη­σίων συγκρο­τή­θηκε ως τακτική πολε­μική μονάδα στις 13 Νοεμ­βρίου 1940. Πρώτος διοι­κη­τής του ήταν ο συνταγ­μα­τάρ­χης Πεζικού Αρι­στο­τέ­λης Μπάρ­μπα­νος. Τον δια­δέ­χθηκε ο λοχαγός Μάρκος Κλα­δά­κης και στις 24 Νοεμ­βρίου τη διοί­κηση ανέλαβε ο έφεδρος αντι­συ­νταγ­μα­τάρ­χης Ιωάννης Νικο­λάου. Η κατά­ταξη άρχισε στις 20 Νοεμ­βρίου και συνε­χί­στηκε έως το τέλος του έτους.

Παρου­σιά­στη­καν 1.924 εθε­λο­ντές, από τους οποίους αρχικά κρί­θη­καν ικανοί οι 1.665. Με τις απο­λύ­σεις που ακο­λού­θη­σαν για λόγους ηλικίας ή υγείας, ο αριθμός των Δωδε­κα­νη­σίων εθε­λο­ντών δια­μορ­φώ­θηκε στους 1.586

Οι αριθμοί αυτοί, που συχνά εμφα­νί­ζο­νται δια­φο­ρε­τι­κοί στις σχε­τι­κές ανα­φο­ρές, αφορούν δια­δο­χικά στάδια της κατά­τα­ξης και της προ­ε­τοι­μα­σίας.

Οι εθε­λο­ντές συγκε­ντρώ­θη­καν στο στρα­τό­πεδο στου Γουδή. Την εκπαί­δευσή τους ανέλαβε ο λοχαγός Μάρκος Κλα­δά­κης από τη Σύμη, ο οποίος είχε κεντρικό ρόλο στην οργά­νωση της μονάδας. Ο χρόνος ήταν περιο­ρι­σμέ­νος και η προ­ε­τοι­μα­σία απαι­τη­τική, καθώς ο στρατός έπρεπε παράλ­ληλα να καλύ­πτει τις ανάγκες των επι­χει­ρή­σεων που βρί­σκο­νταν σε εξέλιξη.

Υπήρχαν ελλεί­ψεις σε οπλισμό, ιμα­τι­σμό και στελέχη. Για την κάλυψη των αναγκών διοί­κη­σης χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν και Ευέλ­πι­δες της δεύ­τε­ρης τάξης. Η δύναμη των Δωδε­κα­νη­σίων δεν επαρ­κούσε για την πλήρη συγκρό­τηση συντάγ­μα­τος και συμπλη­ρώ­θηκε με στρα­τιώ­τες από άλλες περιο­χές, κυρίως από τη Σάμο, τη Χίο, τη Λέσβο και τις Κυκλά­δες.

Στο διά­στημα της εκπαί­δευ­σης, οι δωδε­κα­νη­σια­κοί σύλ­λο­γοι δια­τη­ρού­σαν επαφή με τους άνδρες. Εκπρό­σω­ποί τους επι­σκέ­πτο­νταν το στρα­τό­πεδο τις Κυρια­κές, προ­σφέ­ρο­ντας γλυ­κί­σματα, τσιγάρα και πλεκτά. Η προ­ε­τοι­μα­σία των εθε­λο­ντών απο­τε­λούσε κοινή υπόθεση για τις παροι­κίες που είχαν υπο­στη­ρί­ξει την κατά­ταξή τους.

Η προσ­δο­κία μιας απο­στο­λής στα Δωδε­κά­νησα παρέ­μενε ισχυρή. Απο­τυ­πω­νό­ταν και στην ημε­ρή­σια διαταγή του Κλαδάκη, ο οποίος ανα­φε­ρό­ταν στην απε­λευ­θέ­ρωση των νησιών και στην επι­στροφή των ανδρών στην ιδιαί­τερη πατρίδα τους. Η απο­στολή του Συντάγ­μα­τος καθο­ρί­στηκε τελικά από τις ανάγκες του πολέμου στην ηπει­ρω­τική Ελλάδα. Τον Φεβρουά­ριο του 1941 το Σύνταγμα ανα­χώ­ρησε σιδη­ρο­δρο­μι­κώς από την Αθήνα και εντά­χθηκε στην 20ή Μεραρ­χία Πεζικού. Διοι­κη­τής του ήταν ο αντι­συ­νταγ­μα­τάρ­χης Ιωάννης Νικο­λάου, ενώ ο Κλα­δά­κης ανέλαβε τη διοί­κηση του πρώτου τάγ­μα­τος.

Η επι­κεί­μενη γερ­μα­νική εισβολή οδήγησε στην ανά­πτυξη της μονάδας στη Μακε­δο­νία. Στην περιοχή της Κέλλης, οι άνδρες της συμ­με­τεί­χαν στην άμυνα απέ­να­ντι στις γερ­μα­νι­κές δυνά­μεις. Στις 10 και 11 Απρι­λίου 1941 απέ­κρου­σαν επι­θέ­σεις και στις 12 Απρι­λίου έλαβαν διαταγή σύμ­πτυ­ξης.

Ακο­λού­θησε η υπο­χώ­ρηση προς την Ήπειρο. Στις 22 Απρι­λίου το Σύνταγμα παρέ­δωσε τον οπλισμό του στους Λογ­γά­δες Ιωαν­νί­νων και στις 26 Απρι­λίου δια­λύ­θηκε στο Μαλα­κάσι Τρι­κά­λων. Είχαν περάσει λιγό­τε­ροι από έξι μήνες από την έκδοση της δια­τα­γής συγκρό­τη­σής του.

Μετά την κατάρ­ρευση του μετώπου, οι άνδρες ακο­λού­θη­σαν δια­φο­ρε­τι­κές δια­δρο­μές. Ορι­σμέ­νοι κατά­φε­ραν να φθάσουν στη Μέση Ανατολή και να εντα­χθούν στις ελλη­νι­κές δυνά­μεις που συνέ­χι­σαν τον πόλεμο, μεταξύ άλλων και στον Ιερό Λόχο. Στα νησιά, σύμφωνα με ιστο­ρικό αφιέ­ρωμα του Αθη­ναϊ­κού Πρα­κτο­ρείου, οι ιτα­λι­κές αρχές άσκησαν πιέσεις σε οικο­γέ­νειες εθε­λο­ντών και προ­χώ­ρη­σαν σε διώξεις, έχοντας πλη­ρο­φο­ρη­θεί τη συμ­με­τοχή των συγ­γε­νών τους στον Ελλη­νικό Στρατό.

Από την καθη­με­ρι­νό­τητα των στρα­τιω­τών σώζο­νται και επι­στο­λές στο αρχείο του Λυκείου των Ελλη­νί­δων. Σε μία από αυτές, επτά άνδρες του Συντάγ­μα­τος θυμού­νται τις εκδη­λώ­σεις που είχαν παρα­κο­λου­θή­σει στην Αθήνα και ζητούν να αλλη­λο­γρα­φούν με μέλη του Λυκείου. Κάποιοι συνέ­χι­σαν να γράφουν και αργό­τερα. Ανάμεσα στις δια­τα­γές, στις μετα­κι­νή­σεις και στις επι­χει­ρή­σεις, τα γράμ­ματα δια­τη­ρούν τις προ­σω­πι­κές ανα­φο­ρές των εθε­λο­ντών: τις γνω­ρι­μίες πριν από την ανα­χώ­ρηση και την ανάγκη επι­κοι­νω­νίας με τους ανθρώ­πους που είχαν αφήσει πίσω τους.

Από­σπα­σμα από την πρώτη ημε­ρή­σια διαταγή που εξέδωσε  ο Μάρκος Κλα­δά­κης

«Δωδε­κα­νή­σιοι Στρα­τιώ­ται, Φιλο­δο­ξή­σατε να εγγρά­ψητε τα ονόματά σας εις τας δέλτους της Εθνικής μας Ιστο­ρίας. Φιλο­δο­ξή­σατε να ανα­γρά­ψητε την ιστο­ρίαν του Συντάγ­μα­τός μας με χρυσά γράμ­ματα. Φιλο­δο­ξή­σατε να υπερ­βά­λητε εις ορμήν, εις γεν­ναιό­τητα, εις τόλμην, εις αυτο­θυ­σίαν τους ελευ­θέ­ρους αδελ­φούς Έλληνας, οίτινες αγω­νι­ζό­με­νοι εις τας Ηπει­ρω­τι­κάς φάραγ­γας τον αγώνα της Ελευ­θε­ρίας, μαχό­με­νοι κατά του εσμού των μισητών τυράν­νων μας, προ­σθέ­τουσι νέας σελίδας δόξης εις την ιστο­ρίαν του Έθνους μας.

Απο­δεί­ξατε εις τον κόσμον ολό­κλη­ρον, ότι η δωδε­κα­νη­σιακή ψυχή δεν κατε­βλήθη από την επί αιώνας δου­λείαν, αλλά ζη. Ζη και πάλ­λε­ται από τα αυτά εκείνα αισθή­ματα, από τα οποία επάλ­λετο η ψυχή των Ελλήνων ηρώων των περια­γα­γό­ντων νικη­φό­ρως τας σημαίας μας εις τα αιμα­το­βαφή πεδία της Ηπείρου, της Μακε­δο­νίας, της Θράκης και της Μικρα­σίας.

Δωδε­κα­νή­σιοι Στρα­τιώ­ται, Τιμή­σατε τα όπλα μας, Λαμπρύ­νατε την Σημαίαν μας, Δοξά­σατε το Σύνταγμά μας. Ο Διοι­κη­τής του Συντάγ­μα­τος Δωδε­κα­νη­σίων Μάρκος Π. Κλα­δά­κης Λοχαγός Πεζικού».

Ο πρώτος Έλληνας αξιω­μα­τι­κός που έπεσε στον πόλεμο ήταν ο Αλέ­ξαν­δρος Διάκος  από τη Χάλκη

Λίγες ημέρες πριν από τη συγκρό­τηση του Συντάγ­μα­τος Δωδε­κα­νη­σίων είχε σκο­τω­θεί στην Πίνδο ο υπο­λο­χα­γός Αλέ­ξαν­δρος Διάκος. Γεν­νη­μέ­νος στη Χάλκη το 1911, φοίτησε στο Βενε­τό­κλειο Γυμνά­σιο της Ρόδου και έπαιξε ποδό­σφαιρο στον Δωριέα. Ακο­λού­θησε τη στρα­τιω­τική στα­διο­δρο­μία, απο­φοί­τησε από τη Σχολή Ευελ­πί­δων το 1934 και υπη­ρε­τούσε ήδη στον Ελλη­νικό Στρατό όταν άρχισε ο πόλεμος.

Την 1η Νοεμ­βρίου 1940, στο ύψωμα Τσούκα της Πίνδου, ο λόχος του δέχθηκε επίθεση από υπέρ­τε­ρες ιτα­λι­κές δυνά­μεις. Σύμφωνα με την αναφορά του ταγ­μα­τάρχη Καραβιά, ο Αλέ­ξαν­δρος Διάκος ανα­σύ­νταξε τους άνδρες του και τέθηκε επι­κε­φα­λής αντε­πί­θε­σης για την ανα­κα­τά­ληψη του υψώ­μα­τος. Στη διάρ­κεια της εφόδου σκο­τώ­θηκε από ριπή πολυ­βό­λου, σε ηλικία 29 ετών.

Ήταν ο πρώτος Έλληνας αξιω­μα­τι­κός του Στρατού Ξηράς που έπεσε μαχό­με­νος στον ελλη­νοϊ­τα­λικό πόλεμο. Ο θάνατός του προη­γή­θηκε κατά δώδεκα ημέρες της δια­τα­γής συγκρό­τη­σης του Συντάγ­μα­τος Δωδε­κα­νη­σίων.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.