ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Απόφαση «σταθμός» του Μονομελούς Πρωτοδικείου για τις χρησικτησίες εκκλησιαστικών ακινήτων

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Με την υπ’ αρίθμ. 315/2017 από­φα­ση του Μο­νο­με­λούς Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου έγινε δεκτή αγωγή κα­τοί­κου της Δα­μα­τριάς κατά του Ιερού Ναού Αγίου Ιω­άν­νη του Θε­ο­λό­γου και ανα­γνω­ρί­στη­κε ότι συ­μπλη­ρώ­θη­κε στο πρό­σω­πο της ενά­γου­σας ο νό­μι­μος χρό­νος δε­κα­πε­ντα­ε­τούς κτη­τι­κής πα­ρα­γρα­φής επί ακι­νή­του εμ­βα­δού 1.815 τ.μ., εντός του οποί­ου υπάρ­χει τριώ­ρο­φη οι­κο­δο­μή.

Πρό­κει­ται για πρω­τό­τυ­πη από­φα­ση, που ανα­μέ­νε­ται να οδη­γή­σει και σε νο­μο­λο­γία, αφού ανα­γνω­ρί­ζε­ται το δι­καί­ω­μα χρη­σι­κτη­σί­ας σε εκ­κλη­σια­στι­κά ακί­νη­τα πριν την δη­μο­σί­ευ­ση και εφαρ­μο­γή του Νόμου 4301/2014.

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να με τη διά­τα­ξη της παρ. 7 του άρ­θρου 22 4301/2014 (ΦΕΚ Α 223/7-10-2014), ορί­σθη­κε ότι «Οι δια­τά­ξεις των άρ­θρων 4 και 23 του α.ν. 1539/1938, όπως ισχύ­ει, έχουν ανά­λο­γη εφαρ­μο­γή και επί των κτη­μά­των και εν γένει ακι­νή­των, που ανή­κουν στα νο­μι­κά πρό­σω­πα δη­μο­σί­ου δι­καί­ου των Ιερών Μη­τρο­πό­λε­ων της Δω­δε­κα­νή­σου και της Πα­τριαρ­χι­κής Εξαρ­χί­ας Πά­τμου, των Ιερών Ναών και των Ιερών Μονών τους και στα υπα­γό­με­να σε αυτά εκ­κλη­σια­στι­κά ιδρύ­μα­τα, Ιερά Προ­σκυ­νή­μα­τα και εκ­κλη­σια­στι­κά μου­σεία».

Η διά­τα­ξη αυτή, απο­κλεί­ει πλέον με από­λυ­τη σα­φή­νεια τη χρη­σι­κτη­σία, ως πρω­τό­τυ­πο τρόπο κτή­σε­ως κυ­ριό­τη­τος, στα εκ­κλη­σια­στι­κά ακί­νη­τα τα κεί­με­να στη Δω­δε­κά­νη­σο και ποι­νι­κο­ποιεί την αυ­θαί­ρε­τη κα­τά­λη­ψη των εκ­κλη­σια­στι­κών ακι­νή­των, κατά τρόπο αντί­στοι­χο με τα δη­μό­σια κτή­μα­τα.

Η πα­ρα­πά­νω διά­τα­ξη, όπως έκρι­νε το δι­κα­στή­ριο, είναι σαφές ότι ισχύ­ει για το μέλ­λον και δεν έχει ανα­δρο­μι­κή ισχύ.

Τούτο δε, όχι μόνον διότι στη διά­τα­ξη του άρ­θρου 56 του ίδιου ως άνω νόμου (4301/2014) ορί­ζε­ται ότι «η ισχύς του πα­ρό­ντος νόμου αρ­χί­ζει από τη δη­μο­σί­ευ­ση του στην Εφη­με­ρί­δα της Κυ­βερ­νή­σε­ως», ενώ δεν υπάρ­χει καμία άλλη διά­τα­ξη από την οποία να συ­νά­γε­ται ανα­δρο­μι­κό­τη­τα της, αλλά και διότι η διά­τα­ξη του άρ­θρου 4 του α.ν. 1539/1938 (ΦΕΚ Α’ 488/1938) που πλέον, μετά την ισχύ του νόμου 4301/2014, εφαρ­μό­ζε­ται ανά­λο­γα και επί των εκ­κλη­σια­στι­κών ακι­νή­των, η οποία ορί­ζει ότι “Τα επί των ακι­νή­των κτη­μά­των δι­καιώ­μα­τα του Δη­μο­σί­ου εις ου­δε­μί­αν υπό­κει­νται πα­ρα­γρα­φήν. Πα­ρα­γρα­φή δι­καιώ­μα­τος του Δη­μο­σί­ου επί ακι­νή­του κτή­μα­τος αρ­ξα­μέ­νη προ της ισχύ­ος του πα­ρό­ντος νόμου, ου­δε­μί­αν νό­μι­μον συ­νέ­πειαν έχει, αν αύτη δεν συ­νε­πλη­ρώ­θη μέχρι τούδε κατά τους προϊ­σχύ­σα­ντας νό­μους”, δεν είχε ανα­δρο­μι­κό­τη­τα και σε­βά­στη­κε την ήδη συ­μπλη­ρω­θεί­σα κτη­τι­κή πα­ρα­γρα­φή σε δη­μό­σια κτή­μα­τα, κατά τους μέχρι τότε ισχύ­ο­ντες νό­μους.

Το δι­κα­στή­ριο έκρι­νε ότι ακόμη όμως και στην υπο­θε­τι­κή πε­ρί­πτω­ση κατά την οποία, ο νο­μο­θέ­της θα προ­σέ­δι­δε στην προ­α­να­φε­ρό­με­νη διά­τα­ξη ανα­δρο­μι­κή ισχύ, η σχε­τι­κή διά­τα­ξη θα ήταν ανί­σχυ­ρη, ως αντι­κεί­με­νη στις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 1 παρ. 1 του Πρώ­του Πρό­σθε­του Πρω­το­κόλ­λου της Ευ­ρω­παϊ­κής Σύμ­βα­σης για την προ­στα­σία των δι­καιω­μά­των του Αν­θρώ­που και των θε­με­λιω­δών ελευ­θε­ριών, καθώς και του άρ­θρου 17 του Συ­ντάγ­μα­τος, δε­δο­μέ­νου ότι θα έθιγε εμπράγ­μα­τα δι­καιώ­μα­τα που απο­κτή­θη­καν πριν την έναρ­ξη ισχύ­ος του νόμου, χωρίς αυτό να επι­βάλ­λε­ται για λό­γους γε­νι­κό­τε­ρου κοι­νω­νι­κού ή δη­μό­σιου συμ­φέ­ρο­ντος.

Στην πε­ρί­πτω­ση, που εξε­τά­στη­κε η ενά­γου­σα εξέ­θε­σε ότι στα βι­βλία του Κτη­μα­το­λο­γί­ου Ρόδου είναι κα­τα­χω­ρη­μέ­νο εξ αρ­χι­κής κα­τα­γρα­φής στο όνομα του ενα­γο­μέ­νου Ιερού Ναού το ακί­νη­το, που διεκ­δι­κεί δια χρη­σι­κτη­σί­ας.

Εξέ­θε­σε ότι ο δι­καιο­πά­ρο­χος προ­πάπ­πους της κα­τέ­λα­βε προ του έτους 1950 τα επαρ­κώς πε­ρι­γρα­φό­με­να τμή­μα­τα του ακι­νή­του αυτού, των οποί­ων έκανε αδιά­λει­πτη χρήση με την οι­κο­γέ­νεια του και τα οποία, εν συ­νε­χεία, και προ του αυτού ως άνω έτους, πα­ρέ­δω­σε στη δι­καιο­πά­ρο­χο για­γιά της.

Ότι η τε­λευ­ταία έκτο­τε διε­νήρ­γη­σε τις, στην αγωγή ανα­φε­ρό­με­νες, πρά­ξεις νομής ανε­γεί­ρο­ντας οικία, στην οποία εγκα­τα­στά­θη­κε με την οι­κο­γέ­νεια της το έτος 1955, ενώ το έτος 1978 προ­έ­βη σε άτυπη δια­νο­μή των ανω­τέ­ρω ακι­νή­των με­τα­βι­βά­ζο­ντας, με­τα­ξύ άλλων, το έν­δι­κο τμήμα του ακι­νή­του στη μη­τέ­ρα της ενά­γου­σας, η οποία έκτο­τε το νε­μη­θη­κε μέχρι το έτος 1992, οπότε το με­τα­βί­βα­σε στην ίδια (ενά­γου­σα). Ότι, τέλος, αυτή έκτο­τε και μέχρι την άσκη­ση της αγω­γής άσκη­σε εμ­φα­νείς πρά­ξεις νομής στο εν λόγω τμήμα, όπως οι πρά­ξεις αυτές εξει­δι­κεύ­ο­νται στο δι­κό­γρα­φο της αγω­γής.

Ο ενα­γό­με­νος, με σαφή και ορι­σμέ­νη δή­λω­ση του πλη­ρε­ξου­σί­ου δι­κη­γό­ρου του, που πε­ρι­λή­φθη­κε στα πρα­κτι­κά δη­μό­σιας συ­νε­δρί­α­σης του Δι­κα­στη­ρί­ου αυτού, αλλά και εμπε­ριέ­χε­ται στις νο­μί­μως και εμπρο­θέ­σμως κα­τα­τε­θει­μέ­νες προ­τά­σεις του, ομο­λο­γεί τα πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά που συ­γκρο­τούν την ιστο­ρι­κή βάση της κρι­νό­με­νης αγω­γής. Την υπό­θε­ση χει­ρί­στη­κε ο δι­κη­γό­ρος κ. Σάβ­βας Αλε­ξάν­δρου.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.