- Η προκαταρκτική εξέταση σε βάρος 53χρονου λογιστή και συμβούλου ρυθμίσεων χρεών αφορά απάτες κατ' εξακολούθηση και έχει προθεσμία υποβολής εξηγήσεων μέχρι τις 30 Ιουλίου 2026.
- Ο κατηγορούμενος είχε προηγούμενη καταδίκη το 2019 για παρόμοιες απάτες, όπου παρουσιαζόταν ως αστυνομικός και ορκωτός λογιστής, αποσπώντας χρήματα από πολίτες.
- Οι καταγγελίες για τη νέα υπόθεση προήλθαν από πολίτες που ισχυρίζονται ότι έπεσαν θύματα απάτης, με τον ύποπτο να τους υπόσχεται διεκπεραίωση οικονομικών υποθέσεων χωρίς να προβαίνει σε ουσιαστικές ενέργειες.
- Η δράση του φερόμενου απατεώνα επεκτάθηκε μέσω συστάσεων από το κοινωνικό του περιβάλλον και παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσδίδοντας του κύρος και αξιοπιστία.
• Προθεσμία για την 30η Ιουλίου 2026 έλαβε ημεδαπός, φερόμενος ως λογιστής και σύμβουλος ρυθμίσεων χρεών, σε βάρος του οποίου διενεργείται προκαταρκτική εξέταση για απάτες κατ’ εξακολούθηση • Πρόκειται για πρόσωπο που είχε απασχολήσει ξανά τη Δικαιοσύνη, καθώς το 2019 του είχε επιβληθεί ποινή κάθειρξης 8 ετών για απάτες με προσωπείο αστυνομικού
Ενώπιον των αρχών καλείται να λογοδοτήσει εκ νέου ένας 53χρονος ημεδαπός, πρόσωπο απολύτως γνώριμο τόσο στις διωκτικές και δικαστικές αρχές όσο και στην τοπική κοινωνία της Ρόδου.
Σε βάρος του διενεργείται, όπως απεκάλυψε χθες η «δημοκρατική», προκαταρκτική εξέταση κατόπιν παραγγελίας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου από την 4 Μαρτίου 2026, για τη διερεύνηση τέλεσης απατών κατ’ εξακολούθηση.
Ο ίδιος έλαβε προθεσμία προκειμένου να υποβάλει γραπτές εξηγήσεις την 30η Ιουλίου 2026, ενώ στην υπόθεση παρίστανται ως συνήγοροί του οι κ.κ. Σάββας Λυριστής και Μαρία Ευθυμιάδου.
Το στοιχείο που προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη νέα έρευνα είναι το παρελθόν του υπόπτου. Ο ίδιος άνδρας είχε καταδικαστεί τον Ιανουάριο του 2019 από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου σε ποινή κάθειρξης 8 ετών για απάτη κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, πλαστογραφία μετά χρήσεως και πλημμεληματική υπεξαίρεση, σε μια υπόθεση που είχε συγκλονίσει το νησί, καθώς επί σειρά ετών φερόταν να παριστάνει τον αστυνομικό της Οικονομικής Αστυνομίας και τον ορκωτό λογιστή, αποσπώντας μεγάλα χρηματικά ποσά από ανυποψίαστους πολίτες.
Η νέα έρευνα και ο φερόμενος τρόπος δράσης
Η νέα υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται στις αρχές του 2026, όταν στην Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ρόδου άρχισαν να καταθέτουν πολίτες που υποστήριξαν ότι έπεσαν θύματα απάτης από άνδρα ο οποίος τους συστηνόταν άλλοτε ως ορκωτός λογιστής και άλλοτε ως οικονομικός σύμβουλος με ειδίκευση στις ρυθμίσεις χρεών, διατεινόμενος μάλιστα ότι διατηρεί γραφεία σε διάφορες πόλεις της χώρας. Όπως προκύπτει από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων, ο φερόμενος τρόπος δράσης παρουσιάζει σταθερά επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά. Ο ύποπτος φέρεται να αναλάμβανε, έναντι αμοιβής ή προκαταβολών, τη διεκπεραίωση υποθέσεων ένταξης σε εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, σε προγράμματα επιδοτήσεων ή σε άλλες διαδικασίες οικονομικής φύσεως, χωρίς ωστόσο, κατά τις καταγγελίες, να προβαίνει σε καμία ουσιαστική ενέργεια. Στη συνέχεια, όπως υποστηρίζουν οι καταγγέλλοντες, καθυστερούσε συστηματικά την ενημέρωσή τους, προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες, και σε ορισμένες περιπτώσεις ζητούσε πρόσθετα χρηματικά ποσά με νέες αφορμές.
Χαρακτηριστικό της εμβέλειας που φέρεται να είχε αποκτήσει η δραστηριότητά του είναι ότι η γνωριμία με τα φερόμενα θύματα γινόταν σχεδόν πάντοτε μέσω συστάσεων από τον κοινωνικό τους περίγυρο, από φίλους, συγγενείς ή γνωστούς που είχαν ήδη απευθυνθεί στον ίδιο, γεγονός που του προσέδιδε κύρος και αξιοπιστία. Ο ύποπτος φέρεται εξάλλου να διατηρούσε και παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου προέβαλλε υπηρεσίες παροχής συμβουλών για ρυθμίσεις χρεών, φορολογικά και ασφαλιστικά ζητήματα, ενώ δημοσίευε αναρτήσεις για τις δυνατότητες «κουρέματος» οφειλών έως και 85% μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού.

Οι καταγγελίες που οδήγησαν στην έρευνα
Η πρώτη σημαντική ώθηση στην έρευνα δόθηκε από ηλικιωμένη κάτοικο Ρόδου, η οποία με διαδοχικές καταθέσεις της τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2026 κατονόμασε σειρά προσώπων του περιβάλλοντός της που, όπως υποστήριξε, έπεσαν θύματα του ίδιου άνδρα, μεταξύ των οποίων ο γιος της και οικογενειακοί φίλοι. Η ίδια προσκόμισε στους αστυνομικούς εκτυπωμένες αγγελίες του υπόπτου από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μια αίτηση ρύθμισης προς ασφαλιστικό φορέα η οποία, όπως διατείνεται κατόπιν επικοινωνίας της με την αρμόδια υπηρεσία, δεν ίσχυε, καθώς και υπεύθυνες δηλώσεις.
Ο γιος της κατέθεσε ότι το καλοκαίρι του 2024 απευθύνθηκε στον ύποπτο προκειμένου να ενταχθεί σε πρόγραμμα ΕΣΠΑ για τη δημιουργία ενοικιαζόμενων δωματίων σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του. Όπως υποστήριξε, ο φερόμενος ως λογιστής του ζήτησε 1.200 ευρώ για την πληρωμή δήθεν απαιτούμενου παραβόλου, ποσό που του μεταφέρθηκε αυθημερόν μέσω τραπέζης. Έκτοτε, κάθε φορά που ζητούσε ενημέρωση, εισέπραττε καθησυχαστικές απαντήσεις, έως ότου τον Νοέμβριο του 2025 διαπίστωσε, όπως κατέθεσε, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η καταγγελία νοσηλεύτριας του νοσοκομείου της Ρόδου, η οποία αναζητούσε λύση για στεγαστικό δάνειο που αδυνατούσε να εξυπηρετήσει. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, κατέβαλε τον Οκτώβριο του 2024 προκαταβολή 370 ευρώ και στη συνέχεια, τον Φεβρουάριο του 2025, της παραδόθηκε έγγραφο με 5 εναλλακτικές «λύσεις» για την υπόθεσή της, όλες με απαίτηση προκαταβολής. Η ίδια επέλεξε τη λύση που προέβλεπε προκαταβολή 3.000 ευρώ και της παραδόθηκε αργότερα αναλυτικός πίνακας δόσεων με το «κούρεμα» που δήθεν είχε επιτευχθεί. Κατέβαλε μάλιστα 5 μηνιαίες δόσεις σε τραπεζικό λογαριασμό, έως ότου τον Νοέμβριο του 2025 διαπίστωσε, όπως διατείνεται, ότι ουδέποτε είχε υπάρξει εξωδικαστική ρύθμιση μέσω της τράπεζας. Αξιοσημείωτο είναι ότι, κατά την κατάθεσή της, μετά την αποκάλυψη τής επεστράφησαν τα 3.000 ευρώ σε συνάντηση κατά την οποία της ζητήθηκε να υπογράψει έγγραφο ότι δεν θα κινηθεί νομικά εναντίον του, ενώ ο λογαριασμός στον οποίο κατέβαλλε τις δόσεις αποδείχθηκε, όπως ισχυρίζεται, ανενεργός λογαριασμός παλαιού δανείου της.
Η πλέον επιβαρυντική, από πλευράς ύψους ποσών, καταγγελία προέρχεται από επιχειρηματία του τουριστικού κλάδου, ο οποίος κατέθεσε ότι στα τέλη του 2024 του συστήθηκε ο ύποπτος ως πρόσωπο ικανό να επιτύχει «κούρεμα» έως και 80% ή ακόμη και διαγραφή των τραπεζικών οφειλών του. Για τον σκοπό αυτό φέρεται να του κατέβαλε τον Φεβρουάριο του 2025 το ποσό των 14.000 ευρώ σε μετρητά, σε συνάντηση σε κεντρικό κατάστημα της πόλης παρουσία μαρτύρων. Τον Ιούνιο του 2025 ο ύποπτος φέρεται να ζήτησε επιπλέον 5.000 ευρώ ως προσωρινό δάνειο, ποσό που κατέβαλε ο γιος του επιχειρηματία, ιδιοκτήτης ναυτιλιακών εταιρειών, με τη δέσμευση επιστροφής του έως τον Οκτώβριο. Τα χρήματα, κατά την καταγγελία, ουδέποτε επεστράφησαν. Ακόμη σοβαρότερη είναι η αναφορά του επιχειρηματία ότι ο φερόμενος ως σύμβουλος τον συμβούλευσε, όπως και τη σύζυγο και την αδελφή του, να διακόψουν κάθε καταβολή προς τις τράπεζες, με το επιχείρημα ότι έτσι θα διευκολυνόταν η διαγραφή των χρεών, με αποτέλεσμα, όπως κατέθεσε, η οικογένεια να κινδυνεύει σήμερα με πλειστηριασμούς.
Στον κατάλογο των καταγγελλόντων περιλαμβάνεται και ηλεκτρολόγος του Δήμου Ρόδου, ο οποίος υποστήριξε ότι για τη ρύθμιση οφειλών του προς ασφαλιστικό φορέα κατέβαλε συνολικά 4.500 ευρώ, εκ των οποίων 2.000 ευρώ με απόδειξη, φερόμενα ως προοριζόμενα για κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, 1.500 ευρώ για τον εξωδικαστικό μηχανισμό με υπογεγραμμένη υπεύθυνη δήλωση και 1.000 ευρώ σε μετρητά για την αμοιβή. Όπως κατέθεσε, προκειμένου να γίνει πειστικός, ο ύποπτος του επιδείκνυε αιτήσεις που φερόταν να υποβάλλει μέσω της κρατικής ηλεκτρονικής πύλης, έχοντας λάβει τους προσωπικούς του κωδικούς πρόσβασης. Αντίστοιχα, ιδιωτική υπάλληλος κατέθεσε ότι κατέβαλε 350 ευρώ τον Αύγουστο του 2025 για ρύθμιση χρεών που ουδέποτε προχώρησε, ενώ εργαζόμενη στο νοσοκομείο της Ρόδου περιέγραψε πώς ανέθεσε στον ύποπτο την ολοκλήρωση διαδικασιών αποπληρωμής δανείων της χωρίς τελικά να του καταβάλει χρήματα, καθώς αντιλήφθηκε εγκαίρως, όπως υποστήριξε, ότι καμία ενέργεια δεν είχε γίνει.
Οι καταθέσεις συνεχίστηκαν έως και τον Ιούνιο του 2026 και περιλαμβάνουν επίσης νεαρό ιδιοκτήτη ακινήτου που κατέβαλε 350 ευρώ με απόδειξη για την ένταξή του σε πρόγραμμα ανακαίνισης κατοικίας, καθώς και κάτοικο χωριού της Ρόδου που κατέβαλε 350 ευρώ για εξωδικαστική ρύθμιση των οφειλών της συζύγου του προς την εφορία, παραδίδοντας μάλιστα και τους κωδικούς TAXISNET του ζεύγους. Συνολικά, τα ποσά που αναφέρονται στις καταγγελίες κυμαίνονται από μερικές εκατοντάδες ευρώ έως και 19.000 ευρώ στην περίπτωση της οικογένειας του επιχειρηματία.
Η κατ’ οίκον έρευνα και τα ευρήματα
Κομβικό σημείο αποτέλεσε η έρευνα που πραγματοποιήθηκε την 15η Απριλίου 2026 στην οικία του υπόπτου στη Ρόδο, παρουσία εκπροσώπου της Δικαστικής Αρχής και του ιδίου, ο οποίος δεν έφερε αντίρρηση. Κατά την έρευνα εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν 16 εξουσιοδοτήσεις πολιτών προς τον ύποπτο για τη διεκπεραίωση οικονομικών και λογιστικών υποθέσεων, βεβαιώσεις της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, πρόχειρα συμβάσεων αναδιάρθρωσης οφειλών, εκτύπωση τραπεζικής συναλλαγής, καθώς και αντίγραφο ποινικού μητρώου τρίτου προσώπου. Ορισμένα από τα πρόσωπα των οποίων οι εξουσιοδοτήσεις βρέθηκαν στην οικία αναζητήθηκαν από τις αρχές προκειμένου να εξεταστούν, χωρίς ωστόσο να ανευρεθούν.
Το παρασκήνιο: η καταδίκη του 2019
Η νέα έρευνα δεν μπορεί να αναγνωστεί ανεξάρτητα από το παρελθόν του προσώπου. Ο ίδιος άνδρας είχε καταδικαστεί τον Ιανουάριο του 2019 από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου σε κάθειρξη 8 ετών, ενώ πρωτοδίκως του είχε επιβληθεί ποινή κάθειρξης 13 ετών, με 2 επιμέρους πράξεις να μετατρέπονται στον δεύτερο βαθμό σε πλημμέλημα. Εκείνη η υπόθεση είχε αποκαλυφθεί το 2017, όταν στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρόδου περιήλθαν πληροφορίες για τη δράση άνδρα που συστηνόταν ως αστυνομικός της Οικονομικής Αστυνομίας, της Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος ή ως ορκωτός λογιστής και αποσπούσε χρηματικά ποσά από πολίτες με την παράσταση ψευδών γεγονότων και την επίδοση πλαστών εγγράφων.
Η τότε έρευνα είχε αναδείξει τουλάχιστον 10 περιπτώσεις εξαπάτησης από το 2013 έως το 2017, με ποσά που έφταναν έως και τις 32.000 ευρώ σε μία μόνο περίπτωση, αυτή ιδιοκτήτη σούπερ μάρκετ, με προσχήματα που περιλάμβαναν τακτοποίηση φορολογικών οφειλών, μεσολάβηση για προσλήψεις, καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς του εξωτερικού με δήθεν επιτόκιο 26%, ακόμη και ακύρωση δικαστικών αποφάσεων μέσω δήθεν διασυνδέσεων με ανώτατους δικαστές. Σε έλεγχο που είχε γίνει τότε στην οικία του, παρουσία δικαστικού λειτουργού, είχαν βρεθεί πλαστογραφημένα έγγραφα που προσομοίαζαν με γνήσια έγγραφα της Οικονομικής Αστυνομίας, μεταλλικό σήμα της Ελληνικής Αστυνομίας, ηλεκτρονικός υπολογιστής και συσκευές αποθήκευσης. Είχε μάλιστα διαπιστωθεί ότι, εμφανιζόμενος ως αστυνομικός, είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη συλλόγου γονέων δημοτικού σχολείου της πόλης, ο οποίος τον είχε ορίσει ταμία, με την κατηγορία να του αποδίδει υπεξαίρεση τουλάχιστον 3.500 ευρώ από το ταμείο.
Επτά χρόνια μετά την καταδίκη εκείνη, ο 53χρονος βρίσκεται εκ νέου αντιμέτωπος με τη Δικαιοσύνη, αυτή τη φορά όχι με το προσωπείο του αστυνομικού αλλά, κατά τις καταγγελίες, με εκείνο του ειδικού στις ρυθμίσεις χρεών, σε μια εποχή που η υπερχρέωση νοικοκυριών και επιχειρήσεων καθιστά χιλιάδες πολίτες ευάλωτους σε υποσχέσεις περί «κουρέματος» οφειλών. Η συνέχεια αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον μετά την 30η Ιουλίου 2026 και την υποβολή των εξηγήσεων του υπόπτου.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε




.gif)















