ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Κώστας Αλαβέρας: «Εφυγα στα 17 για την Αυστραλία μ’ ένα όνειρο και μια βαλίτσα»

Νατάσα Παμπρή 1 λεπτό ανάγνωση
6ed1aeee-0a0a-4683-aacc-4eba775fa64b
Μέγεθος γραμμάτων
✦ Σύ­νο­ψη ⌄
  • Ο Κώ­στας Αλα­βέ­ρας θυ­μά­ται το τα­ξί­δι των 33 ημε­ρών από την Κω στην Αυ­στρα­λία το 1966, ανα­φέ­ρο­ντας τις δυ­σκο­λί­ες και τις προ­κλή­σεις της ξε­νι­τιάς.
  • Μετά την αρ­χι­κή του με­τα­νά­στευ­ση, ακο­λού­θη­σαν οι γο­νείς του και ο τε­λευ­ταί­ος αδελ­φός, ενώ ο ίδιος έχει επι­σκε­φθεί πολ­λές φορές την πα­τρί­δα του.
  • Στη Μελ­βούρ­νη, ο Αλα­βέ­ρας πέ­τυ­χε επαγ­γελ­μα­τι­κά και δη­μιούρ­γη­σε οι­κο­γέ­νεια, δια­τη­ρώ­ντας πα­ράλ­λη­λα ισχυ­ρούς δε­σμούς με την ελ­λη­νι­κή πα­ροι­κία.
  • Σή­με­ρα, σχε­διά­ζει να επι­σκε­φθεί ξανά την Κω και δια­τη­ρεί κα­θη­με­ρι­νή επι­κοι­νω­νία με την πα­ροι­κία και τα νέα των νη­σιών μέσω δια­δι­κτύ­ου.

• Από την Αντι­μά­χεια της Κω στη Μελ­βούρ­νη, ο Κώ­στας Αλα­βέ­ρας θυ­μά­ται το τα­ξί­δι των 33 ημε­ρών, τις δυ­σκο­λί­ες της ξε­νι­τιάς, την ελ­λη­νι­κή πα­ροι­κία και τη νο­σταλ­γία που δεν έσβη­σε ποτέ

Το ημε­ρο­λό­γιο της κρύας χει­μω­νιά­τι­κης νύ­χτας έδει­χνε Τρίτη 27 Φε­βρουα­ρί­ου 1966 και ώρα 22:30. Ξε­κι­νού­σε το με­γά­λο υπε­ρα­τλα­ντι­κό τα­ξί­δι που θα διαρ­κού­σε 33 ολό­κλη­ρες ημέ­ρες με το πλοίο «Πα­τρίς» από τον Πει­ραιά για την Αυ­στρα­λία. Ένα παιδί που δεν είχε κλεί­σει καλά-καλά τα 17 του χρό­νια θα τα­ξί­δευε πάνω από έναν μήνα βλέ­πο­ντας ου­ρα­νό και θά­λασ­σα μέχρι να πιά­σει στε­ριά και να με­τα­να­στεύ­σει στην μα­κρι­νή Αυ­στρα­λία. Κα­μπί­να αριθ­μός 704. Όλα πα­ρα­μέ­νουν χα­ραγ­μέ­να στο μυαλό του Κώστα Αλα­βέ­ρα, με κα­τα­γω­γή από τα Δω­δε­κά­νη­σα και συ­γκε­κρι­μέ­να από την Αντι­μά­χεια της Κω. Παιδί μιας οι­κο­γέ­νειας με άλλα 5 αδέλ­φια, είχε προη­γη­θεί η με­τά­βα­ση των τριών αδελ­φών στην Αυ­στρα­λία, ακο­λού­θη­σε ο ίδιος κι εν συ­νε­χεία οι γο­νείς και ο τε­λευ­ταί­ος αδελ­φός.

Έκτο­τε έχει επι­σκε­φθεί πε­ρί­που 5 φορές την ιδιαί­τε­ρη πα­τρί­δα του την Κω και μία φορά την Ρόδο, ενώ είναι στα σχέ­διά του σε λί­γους μήνες να βρε­θεί και πάλι στην Κω για δια­κο­πές και να δει συγ­γε­νείς και αγα­πη­μέ­να πρό­σω­πα. Έχει τα­ξι­δέ­ψει και στην Αθήνα και στον Πει­ραιά κατά και­ρούς για συ­νέ­δρια (της ΝΔ, της Πα­γκω­α­κής Αδελ­φό­τη­τας κλπ), ακόμη και ως φί­λα­θλος του συν­δέ­σμου του Ολυ­μπια­κού, κα­λε­σμέ­νος τότε του ισχυ­ρού άνδρα της ΠΑΕ, Σω­κρά­τη Κόκ­κα­λη.

Τον κ. Αλα­βέ­ρα γνω­ρί­ζω δια­δι­κτυα­κά μέσω του FB. Εδώ και χρό­νια δια­τη­ρού­με σχε­δόν κα­θη­με­ρι­νή επι­κοι­νω­νία, άλ­λο­τε με­τα­φέ­ρο­ντάς του εγώ τα νέα των νη­σιών μας κι άλ­λο­τε εκεί­νος με ενη­με­ρώ­νει για τα πα­ροι­κια­κά νέα…ακόμη και για τον καιρό της Μελ­βούρ­νης, αφού πα­ράλ­λη­λα πα­ρα­κο­λου­θεί τα το­πι­κά ΜΜΕ της Δω­δε­κα­νή­σου, ενη­με­ρώ­νε­ται από τη «δη­μο­κρα­τι­κή» και ακού­ει φα­να­τι­κά την ρα­διο­φω­νι­κή εκ­πο­μπή μου «Μαζί στις 10», στον RV.

Σχε­δόν 60 χρό­νια μετά τη με­τα­νά­στευ­σή του στην Αυ­στρα­λία, ο Κώ­στας Αλα­βέ­ρας μιλά στη «δ» για τη ζωή, την επι­τυ­χία, την ελ­λη­νι­κή πα­ροι­κία και τη νο­σταλ­γία της πα­τρί­δας. Ένα παιδί που έφυγε χωρίς τους γο­νείς του – ακο­λού­θη­σαν αρ­γό­τε­ρα- αλλά και χωρίς να μι­λά­ει την γλώσ­σα, πέ­τυ­χε επαγ­γελ­μα­τι­κά και δη­μιούρ­γη­σε μία όμορ­φη οι­κο­γέ­νεια με την Σα­μιώ­τισ­σα σύ­ζυ­γό του. Εξι­στο­ρεί την πο­ρεία του στη Μελ­βούρ­νη, τις προ­κλή­σεις και την αδιά­κο­πη προ­σφο­ρά του στη δυ­να­μι­κή ελ­λη­νι­κή πα­ροι­κία της Αυ­στρα­λί­ας.

Ανα­λυ­τι­κά η συ­νέ­ντευ­ξη:

• Το 1966, σε ηλι­κία 17 ετών, κ. Αλα­βέ­ρα, με­τα­να­στεύ­σα­τε από τα Δω­δε­κά­νη­σα και συ­γκε­κρι­μέ­να από την Κω, για την μα­κρι­νή Αυ­στρα­λία όπου εγκα­τα­στα­θή­κα­τε στη Μελ­βούρ­νη. Στο πλοίο όταν σαλ­πά­ρα­τε από την Ελ­λά­δα, ποιες ήταν οι πρώ­τες σκέ­ψεις στο μυαλό σας; Ότι πη­γαί­να­τε στη «γη της Επαγ­γε­λί­ας» για λίγα χρό­νια και θα επι­στρέ­φα­τε στην Κω «πλού­σιος»;

Κα­ταρ­χάς κα Πα­μπρή, να σας ευ­χα­ρι­στή­σω κι εσάς προ­σω­πι­κά και την έγκρι­τη εφη­με­ρί­δα «δη­μο­κρα­τι­κή» για το βήμα που μου δί­νε­τε. Ήμουν ένα νέο παιδί, μόλις 17 χρο­νών από την Κω. Έφευ­γα από την Ελ­λά­δα με προ­ο­ρι­σμό μια άγνω­στη και ξένη χώρα. Την Αυ­στρα­λία. Μέσα μου υπήρ­χαν διά­φο­ρα ανά­μει­κτα αι­σθή­μα­τα. Ήταν στιγ­μές που ένιω­θα φόβο, αβε­βαιό­τη­τα κι άλλες ένα μείγ­μα ελ­πί­δας αλλά και νο­σταλ­γί­ας. Ελ­πί­δα ότι πή­γαι­να σε μια χώρα πλού­σια, όπως άκου­γα να λένε, με πολ­λές ευ­και­ρί­ες. Εκεί υπάρ­χουν δου­λειές. Όποιος είχε όρεξη να δου­λέ­ψει, μπο­ρού­σε να προ­ο­δεύ­σει. Το όνει­ρό μου ήταν να δου­λέ­ψω σκλη­ρά για λίγα χρό­νια, να μα­ζέ­ψω χρή­μα­τα και να γυ­ρί­σω πίσω στην Ελ­λά­δα με κά­ποια οι­κο­νο­μι­κή άνεση.

• Εκεί­να τα πρώτα χρό­νια υπήρ­χαν δυ­σκο­λί­ες στην προ­σαρ­μο­γή σας στη χώρα; Μι­λού­σα­τε αγ­γλι­κά; Σας απο­δε­χό­ντου­σαν οι ντό­πιοι ή σας έβλε­παν ως πο­λί­τες δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας;

Η προ­σαρ­μο­γή μου στην νέα χώρα δεν ήταν κα­θό­λου εύ­κο­λη. Αντί­θε­τα θα έλεγα πολύ δύ­σκο­λη. Δυ­σκο­λί­ες αντι­με­τώ­πι­ζα ακόμη και στις πιο απλές κα­θη­με­ρι­νές δου­λειές. Ιδιαί­τε­ρα λόγω άγνοιας της γλώσ­σας. Πώς θ’ αγο­ρά­σεις κάτι, ή τι θα πεις στο για­τρό; Πώς θα συ­νεν­νο­ού­μαι στη δου­λειά.

Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Έλ­λη­νες με­τα­νά­στες έπια­ναν τις πιο βα­ριές και λι­γό­τε­ρο επι­θυ­μη­τές δου­λειές. Ερ­γο­στά­σια, οι­κο­δο­μές, ορυ­χεία, σι­δη­ρο­δρό­μους ή αγρο­τι­κές ερ­γα­σί­ες. Υπήρ­χαν βέ­βαια βρα­δι­νά μα­θή­μα­τα αγ­γλι­κών για με­τα­νά­στες. Αυτά μας βο­ή­θη­σαν λίγο.

Ανα­φο­ρι­κά «ως πο­λί­τες δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας», το κρά­τος δεν μας έβλε­πε έτσι. Οι άν­θρω­ποι γύρω μας, μας έβλε­παν με κά­ποια επι­φύ­λα­ξη. Ιδιαί­τε­ρα εμάς τους νοτιο-Ευ­ρω­παί­ους, Έλ­λη­νες και Ιτα­λούς. Πολ­λοί Αυ­στρα­λοί ήταν φι­λι­κοί και βοη­θού­σαν τους νέους με­τα­νά­στες, υπήρ­χε όμως και ο ρα­τσι­σμός. Ήταν κά­ποιοι που μας απο­κα­λού­σαν με προ­σβλη­τι­κούς χα­ρα­κτη­ρι­σμούς όπως “wogs”!

• Κι εκεί δη­μιουρ­γή­σα­τε τη δική σας οι­κο­γέ­νεια κ. Αλα­βέ­ρα. Η σύ­ζυ­γος Δω­δε­κα­νή­σια;

Όταν πρω­το­ήρ­θα στη Μελ­βούρ­νη έμει­να σε μια πε­ριο­χή που λέ­γε­ται «ΟΚΛΙ». Ήταν μια συ­νοι­κία που κα­τοι­κεί­το από με­γά­λο αριθ­μό Ελ­λή­νων. Τις Κυ­ρια­κές, συ­νη­θί­ζα­με να πη­γαί­νου­με στις εκ­κλη­σί­ες για να δούμε γνω­στούς ή κά­ποιον νε­ο­φερ­μέ­νο από την Ελ­λά­δα. Έτσι γι­νό­ταν τότε. Εκεί γνώ­ρι­σα τη γυ­ναί­κα μου. Το όνομά της είναι Αθηνά και κα­τά­γε­ται από τη Σάμο. Με­γά­λω­σε όμως στην Αθήνα. Απο­κτή­σα­με τρία αγό­ρια και 6 εγ­γό­νια!

• Επαγ­γελ­μα­τι­κά όλα αυτά τα χρό­νια με τι ασχο­λη­θή­κα­τε στη Μελ­βούρ­νη;

Στα πρώτα μου χρό­νια στη Μελ­βούρ­νη ερ­γά­στη­κα σε ένα ερ­γο­στά­σιο κα­τα­σκευ­ής ψυ­γεί­ων. Πα­ράλ­λη­λα, μετά το τέλος της κα­θη­με­ρι­νής μου ερ­γα­σί­ας, πα­ρα­κο­λου­θού­σα βρα­δι­νά μα­θή­μα­τα για να μάθω αγ­γλι­κά, γνω­ρί­ζο­ντας ότι η γλώσ­σα ήταν το κλει­δί για την επαγ­γελ­μα­τι­κή και κοι­νω­νι­κή μου εξέ­λι­ξη. Πα­ρέ­μει­να στο ερ­γο­στά­σιο για δύο χρό­νια. Όταν πλέον απέ­κτη­σα μια ικα­νο­ποι­η­τι­κή γνώση της αγ­γλι­κής γλώσ­σας, βρήκα ερ­γα­σία σε ένα γη­ρο­κο­μείο, όπου φι­λο­ξε­νού­νταν πολ­λοί Έλ­λη­νες ηλι­κιω­μέ­νοι. Η δυ­να­τό­τη­τα να επι­κοι­νω­νώ μαζί τους στη μη­τρι­κή τους γλώσ­σα, αλλά και ο τρό­πος με τον οποίο τους φρό­ντι­ζα, εκτι­μή­θη­καν ιδιαί­τε­ρα από τη διοί­κη­ση. Παρά το νεαρό της ηλι­κί­ας μου, μου δό­θη­κε η ευ­και­ρία να πα­ρα­κο­λου­θώ μία ημέρα την εβδο­μά­δα ει­δι­κά εκ­παι­δευ­τι­κά προ­γράμ­μα­τα για την πε­ραι­τέ­ρω βελ­τί­ω­ση των αγ­γλι­κών μου. Η εμπει­ρία αυτή υπήρ­ξε πο­λύ­τι­μη και πα­ρέ­μει­να στο γη­ρο­κο­μείο πε­ρί­που δέκα χρό­νια.

Στη συ­νέ­χεια απο­φά­σι­σα να κάνω το επό­με­νο με­γά­λο βήμα και να δη­μιουρ­γή­σω τη δική μου επι­χεί­ρη­ση, ανοί­γο­ντας ένα βι­βλιο­πω­λείο. Δεν άρ­γη­σα να δια­πι­στώ­σω ότι οι ανά­γκες της ελ­λη­νι­κής πα­ροι­κί­ας διαρ­κώς αυ­ξά­νο­νταν. Εκτός από βι­βλία, δί­σκους και πε­ριο­δι­κά, επέ­κτει­να τη δρα­στη­ριό­τη­τά μου προ­σθέ­το­ντας βα­πτι­στι­κά είδη και είδη γάμου.

Εκεί­νη την εποχή η με­τα­νά­στευ­ση από την Ελ­λά­δα προς την Αυ­στρα­λία βρι­σκό­ταν στην ακμή της. Νέα ζευ­γά­ρια δη­μιουρ­γού­σαν τις οι­κο­γέ­νειές τους, οι γάμοι και οι βα­πτί­σεις ήταν δε­κά­δες κάθε εβδο­μά­δα και η επι­χεί­ρη­σή μου γνώ­ρι­σε ιδιαί­τε­ρη άν­θι­ση. Ήταν πραγ­μα­τι­κά η χρυσή εποχή της ελ­λη­νι­κής πα­ροι­κί­ας.

Πα­ράλ­λη­λα με τις επαγ­γελ­μα­τι­κές μου υπο­χρε­ώ­σεις, αφιέ­ρω­να τον ελεύ­θε­ρο χρόνο μου στα κοινά της πα­ροι­κί­ας. Συμ­με­τεί­χα ενερ­γά και πρω­το­στά­τη­σα στη διορ­γά­νω­ση ση­μα­ντι­κών εκ­δη­λώ­σε­ων, γε­γο­νός που μου έδωσε την ευ­και­ρία να γνω­ρί­σω και να συ­νερ­γα­στώ με τους επί­ση­μους ελ­λη­νι­κούς φο­ρείς της Μελ­βούρ­νης, όπως την Αρ­χιε­πι­σκο­πή, το Ελ­λη­νι­κό Προ­ξε­νείο και την Ελ­λη­νι­κή Κοι­νό­τη­τα. Οι σχέ­σεις εμπι­στο­σύ­νης κι εκτί­μη­σης που ανα­πτύ­χθη­καν τότε δια­τη­ρού­νται ζω­ντα­νές μέχρι και σή­με­ρα. Σή­με­ρα, ως συ­ντα­ξιού­χος πλέον, έχω πε­ρισ­σό­τε­ρο χρόνο να αφιε­ρώ­νω στα πα­ροι­κια­κά δρώ­με­να, συ­νε­χί­ζο­ντας να προ­σφέ­ρω με την ίδια αγάπη και το ίδιο εν­δια­φέ­ρον στην ελ­λη­νι­κή πα­ροι­κία που υπήρ­ξε ανα­πό­σπα­στο κομ­μά­τι της ζωής μου.

• Στην Μελ­βούρ­νη υπάρ­χει μία από τις με­γα­λύ­τε­ρες ελ­λη­νι­κές πα­ροι­κί­ες πα­γκο­σμί­ως. Από τότε μέχρι σή­με­ρα βλέ­πε­τε αλ­λα­γές στην ελ­λη­νι­κή νο­ο­τρο­πία, τα παι­διά δεύ­τε­ρης και τρί­της πλέον γε­νιάς που γεν­νή­θη­καν εκεί, τα Ελ­λη­νό­που­λα κρα­τά­νε τα ήθη και τα έθιμα μας, μι­λά­νε ελ­λη­νι­κά, έρ­χο­νται στην Ελ­λά­δα;

Η πρώτη γενιά στην Αυ­στρα­λία κα. Πα­μπρή, είχε σαν κύριο σκοπό –τη δια­τή­ρη­ση της ελ­λη­νι­κής ταυ­τό­τη­τας, της γλώσ­σας, της θρη­σκεί­ας και των πα­ρα­δό­σε­ων. Γι’ αυτό και ίδρυ­σαν τους ελ­λη­νι­κούς το­πι­κούς συλ­λό­γους. Όσο περ­νού­σαν όμως τα χρό­νια έβλε­παν ότι έπρε­πε να εξε­λι­χθούν οι σύλ­λο­γοι, έτσι ώστε ν’ αντα­πο­κρι­θούν στις ανά­γκες των νε­ό­τε­ρων γε­νε­ών και της σύγ­χρο­νης πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κής Αυ­στρα­λί­ας. Τώρα επι­κε­ντρώ­νο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο, ιδιαί­τε­ρα οι με­γά­λοι σύλ­λο­γοι, στη δι­δα­σκα­λία πα­ρα­δο­σια­κών χορών και της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας, και σε εκ­δη­λώ­σεις ανοι­χτές προς όλη την αυ­στρα­λια­νή κοι­νω­νία. Κατά πόσο επι­τυγ­χά­νε­ται η με­τά­δο­ση της ελ­λη­νι­κής ταυ­τό­τη­τας στις νέες γε­νιές δεν είναι εύ­κο­λο να απα­ντή­σει κα­νείς.

Πολλά παι­διά ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής εξα­κο­λου­θούν να κρα­τούν ζω­ντα­νή την ελ­λη­νι­κή τους ταυ­τό­τη­τα. Για πα­ρά­δειγ­μα: μι­λούν ελ­λη­νι­κά στο σπίτι, γιορ­τά­ζουν το Πάσχα, τα Χρι­στού­γεν­να και άλλα ελ­λη­νι­κά έθιμα, συμ­με­τέ­χουν σε ελ­λη­νι­κούς συλ­λό­γους, χο­ρευ­τι­κά συ­γκρο­τή­μα­τα ή εκ­κλη­σί­ες,

Άλλα παι­διά, μπο­ρεί να νιώ­θουν πε­ρισ­σό­τε­ρο Αυ­στρα­λοί στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά τους, ενώ πα­ράλ­λη­λα δια­τη­ρούν κά­ποια στοι­χεία της ελ­λη­νι­κής τους κλη­ρο­νο­μιάς, όπως το φα­γη­τό, τις οι­κο­γε­νεια­κές πα­ρα­δό­σεις ή ορι­σμέ­νες γιορ­τές. Εν­θαρ­ρυ­ντι­κό είναι ότι και αυτά τα παι­διά επι­θυ­μούν να επι­σκε­φτούν την Ελ­λά­δα, όχι σαν του­ρί­στες, αλλά όπως τα ακούς να λένε, να γνω­ρί­σουν τον τόπο κα­τα­γω­γής τους.

• Από το 2010 που ξε­κί­νη­σαν τα μνη­μό­νια και η οι­κο­νο­μι­κή κρίση στην Ελ­λά­δα ήρθε άλλο ένα με­γά­λο κύμα ελ­λη­νι­κής με­τα­νά­στευ­σης στην Αυ­στρα­λία. Σή­με­ρα πόσοι είναι πε­ρί­που οι Δω­δε­κα­νή­σιοι στην Μελ­βούρ­νη;

Δεν υπάρ­χει επί­ση­μη απο­γρα­φή που να κα­τα­γρά­φει τους κα­τοί­κους της Μελ­βούρ­νης ανά νησί κα­τα­γω­γής (π.χ. Ρόδος, Κως, Κά­λυ­μνος). Μια λο­γι­κή εκτί­μη­ση είναι ότι στη Μελ­βούρ­νη ζουν πε­ρί­που 15.000–20.000 άτομα δω­δε­κα­νη­σια­κής κα­τα­γω­γής, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων δεύ­τε­ρης, τρί­της και νε­ό­τε­ρων γε­νε­ών.

• Αν γυρ­νού­σα­τε κ. Αλα­βέ­ρα τον χρόνο πίσω, θα ξα­να­παίρ­να­τε την ίδια από­φα­ση, της ξε­νι­τιάς;

Ναι, θα έπαιρ­να την ίδια από­φα­ση, γιατί η με­τα­νά­στευ­ση μου έδωσε πε­ρισ­σό­τε­ρες ευ­και­ρί­ες για ερ­γα­σία, κα­λύ­τε­ρη ποιό­τη­τα ζωής κι ένα κα­λύ­τε­ρο μέλ­λον για την οι­κο­γέ­νειά μου. Αν και η ξε­νι­τιά ήταν δύ­σκο­λη και μου έλει­ψαν η πα­τρί­δα, οι συγ­γε­νείς και οι φίλοι μου, πι­στεύω ότι άξιζε τον κόπο.

• Από το 1966 που πή­γα­τε στην Αυ­στρα­λία πότε ήρ­θα­τε για πρώτη φορά στην Ελ­λά­δα; Σκο­πεύ­ε­τε να έρ­θε­τε άμεσα ξανά;

Ναι, νο­σταλ­γώ την Ελ­λά­δα! Είναι η πα­τρί­δα μου. Άλ­λω­στε, έχω συγ­γε­νείς, φί­λους και θέλω να τους βλέπω. Είναι τόσο όμορ­φη η χώρα μας, o Έλ­λη­νας, ο τρό­πος ζωής. Πώς να μη θέ­λεις να τη βλέ­πεις όποτε μπο­ρείς;

• Ποια είναι τα συ­γκρι­τι­κά πλε­ο­νε­κτή­μα­τα της χώρας που επι­λέ­ξα­τε για δεύ­τε­ρη πα­τρί­δα σας σε σχέση με την Ελ­λά­δα;

Είναι χώρα που σου προ­σφέ­ρει κα­λύ­τε­ρες επαγ­γελ­μα­τι­κές ευ­και­ρί­ες και ψη­λό­τε­ρους μι­σθούς. Πολύ καλή ποιό­τη­τα ζωής για εμένα και την οι­κο­γέ­νειά μου. Με πολύ καλές δη­μό­σιες υπη­ρε­σί­ες. Στα­θε­ρή οι­κο­νο­μία όπου μπο­ρείς να απο­τα­μιεύ­εις.

Βρί­σκε­σαι μέσα σε πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή κοι­νω­νία, όπου οι με­τα­νά­στες μπο­ρούν ευ­κο­λό­τε­ρα να εντα­χθούν χωρίς να χά­νουν την ταυ­τό­τη­τά τους.

• Από την Ελ­λά­δα τι σας λεί­πει πε­ρισ­σό­τε­ρο;

Οι δικοί μου άν­θρω­ποί, συγ­γε­νείς, φίλοι που άφησα πίσω. Το κλίμα, οι γιορ­τές οι ανα­μνή­σεις και ο τρό­πος ζωής της Ελ­λά­δας πα­ρα­μέ­νουν έντο­να στη μνήμη μου!

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.