- Ο Νικόλαος και ο Εμμανουήλ Νιμορακιωτάκης έμαθαν κεραμική στον ΙΚΑΡΟ της Ρόδου, όπου εργάστηκαν από νεαρή ηλικία για να στηρίξουν την οικογένειά τους μετά τον θάνατο του πατέρα τους.
- Ο Εμμανουήλ μετανάστευσε στην Αυστραλία το 1958 και ο Νικόλαος τον ακολούθησε το 1963, μεταφέροντας στη Μελβούρνη την τεχνογνωσία που είχαν αποκτήσει στη Ρόδο.
- Με σταδιακές αποταμιεύσεις και εμπειρία από αυστραλιανά εργαστήρια, τα αδέλφια ίδρυσαν τη Nimos Pottery στα νοτιοανατολικά προάστια της Μελβούρνης.
- Η επιχείρηση παρήγαγε κεραμικά είδη για το σπίτι, συνδυάζοντας ελληνικά θέματα με νέες τεχνικές, και προμήθευε τόσο την ελληνική παροικία όσο και μεγάλες αλυσίδες λιανικής, όπως η Kmart και η Mitre 1.
• Ο Νικόλαος και ο Εμμανουήλ Νιμορακιωτάκης έμαθαν την τέχνη στο ιστορικό εργοστάσιο της Ρόδου και δημιούργησαν στην Αυστραλία τη Nimos Pottery
Οταν ο Νικόλαος και ο Εμμανουήλ Νιμορακιωτάκης άρχισαν να εργάζονται στον ΙΚΑΡΟ της Ρόδου, ήταν περίπου δεκαπέντε ετών. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, η δουλειά στο εργοστάσιο βοηθούσε στη συντήρηση της οκταμελούς οικογένειάς τους. Εκεί έμαθαν την κεραμική, το επάγγελμα που θα ακολουθούσαν αργότερα στην Αυστραλία, δημιουργώντας τη δική τους επιχείρηση στη Μελβούρνη.
Η διαδρομή των δύο αδελφών φωτίζει μια λιγότερο γνωστή πλευρά της παραγωγικής ιστορίας της Ρόδου. Συνδέει τον ΙΚΑΡΟ με τη μεταπολεμική μετανάστευση και με την πορεία τεχνιτών που αξιοποίησαν στο εξωτερικό τις γνώσεις που είχαν αποκτήσει στο νησί.
Την ιστορία τους κατέγραψε ο Σοφοκλής Νιμορακιωτάκης, εγγονός του Νικολάου, σε αφιέρωμα στην ομογενειακή εφημερίδα «Νέος Κόσμος». Η αφήγησή του συνοδεύεται από οικογενειακές φωτογραφίες, εικόνες από τον ΙΚΑΡΟ και από το αυστραλιανό εργαστήριο, καθώς και δείγματα της δουλειάς τους.

Από τη Ρόδο στη Μελβούρνη
Πρώτος έφυγε για την Αυστραλία ο Εμμανουήλ, το 1958. Σύμφωνα με την οικογενειακή καταγραφή, στόχος του ήταν να εργαστεί και να συγκεντρώσει χρήματα, ώστε να μπορέσουν να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι δικοί του. Ο Νικόλαος πέρασε προηγουμένως ένα διάστημα στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στη Μελβούρνη το 1963.
Η δημιουργία της δικής τους επιχείρησης έγινε σταδιακά. Ο Σοφοκλής Νιμορακιωτάκης αναφέρει ότι ο παππούς του διέθεσε τα πρώτα χρήματα που κέρδισε από την εργασία του στην Αυστραλία για την αγορά ενός καμινιού. Αργότερα, η απασχόλησή του σε αυστραλιανό εργοστάσιο κεραμικών τού επέτρεψε να αποταμιεύσει για το εργαστήριο που σχεδίαζε να ανοίξει μαζί με τον αδελφό του.
Παράλληλα, τα δύο αδέλφια επισκέπτονταν εργαστήρια της Μελβούρνης, γνωρίζοντας διαφορετικά υλικά, εξοπλισμό και μεθόδους παραγωγής. Η εμπειρία από τη Ρόδο συμπληρωνόταν με όσα μάθαιναν στην νέα τους πατρίδα, καθώς προετοίμαζαν τη δική τους επαγγελματική δραστηριότητα.
Η Nimos Pottery δημιουργήθηκε στα νοτιοανατολικά προάστια της Μελβούρνης. Το αφιέρωμα του «Νέου Κόσμου» τοποθετεί την ίδρυσή της στο Springvale, ενώ παλαιότερο δημοσίευμα αναφέρεται στο εργαστήριο των αδελφών στο γειτονικό Clayton.

Κεραμικά για την παροικία και την αυστραλιανή αγορά
Η παραγωγή του εργαστηρίου περιελάμβανε διακοσμητικά πιάτα, βάζα, αμφορείς, κηροπήγια, σαπουνοθήκες και ειδώλια. Οι δύο κεραμίστες κατασκεύαζαν αντικείμενα για το σπίτι, διατηρώντας την ελληνική θεματολογία σε μέρος της δουλειάς τους και δοκιμάζοντας νέους συνδυασμούς υλικών και διακόσμησης.
Πειραματίζονταν με διαφορετικούς πηλούς, χρώματα και υαλώματα, προσαρμόζοντας την παραγωγή τους στις δυνατότητες του εργαστηρίου και στις απαιτήσεις της αγοράς. Τα προϊόντα τους απευθύνονταν στην ελληνική κοινότητα και στο ευρύτερο αυστραλιανό κοινό. Σύμφωνα με την αφήγηση του Σοφοκλή Νιμορακιωτάκη, η επιχείρηση έφθασε να προμηθεύει μεγάλες αλυσίδες λιανικής, όπως η Kmart και η Mitre 10.
Η δραστηριότητά τους είχε καταγραφεί στον ομογενειακό Τύπο ήδη από το 1972. Δημοσίευμα της εφημερίδας «Νέα Πατρίς», το οποίο παρουσιάζεται στο αφιέρωμα του «Νέου Κόσμου», αναφέρεται στους αδελφούς ως Νίκο και Μανώλη Νίμου και περιγράφει το εργαστήριό τους στο Clayton.
Στο ίδιο κείμενο γίνεται αναφορά στη συμμετοχή τους στη Victorian Greek Artists Group και στην παραγωγή χειροποίητων κεραμικών, ανάμεσά τους πιάτα, βάζα, αμφορείς και ειδώλια. Η αναφορά αυτή καταγράφει την επαγγελματική και καλλιτεχνική τους παρουσία στη Μελβούρνη στις αρχές της δεκαετίας του 1970, συμπληρώνοντας τις μεταγενέστερες οικογενειακές αναμνήσεις.

Η αφετηρία στον ΙΚΑΡΟ
Η αφετηρία τους στον ΙΚΑΡΟ τοποθετεί την ιστορία των δύο αδελφών σε ένα σημαντικό κεφάλαιο της οικονομικής ζωής της Ρόδου κατά τον 20ό αιώνα. Το εργοστάσιο αποτέλεσε χώρο εργασίας και εκπαίδευσης τεχνιτών, με παραγωγή που συνδέθηκε με το όνομα του νησιού.
Ο ΙΚΑΡΟΣ ιδρύθηκε το 1928, κατά την περίοδο της ιταλικής διοίκησης. Μετά τον πόλεμο πέρασε σε ελληνικά χέρια και συνέχισε τη δραστηριότητά του έως το 1988. Στη διάρκεια αυτών των έξι δεκαετιών παρήγαγε επιτραπέζια σκεύη, βάζα, κανάτια, πλακίδια και διακοσμητικά αντικείμενα.
Ιδιαίτερη θέση είχαν τα σχέδια που αντλούσαν από τα κεραμικά Ιζνίκ. Η μεγάλη συγκέντρωση τέτοιων αντικειμένων στη Λίνδο είχε οδηγήσει παλαιότερα στην απόδοσή τους στη Ρόδο και στην ονομασία τους ως «λινδιακών» ή «ροδιακών». Τουλίπες, γαρύφαλλα, υάκινθοι, τριαντάφυλλα και παραστάσεις καραβιών περιλαμβάνονταν στο διακοσμητικό ρεπερτόριο που αξιοποίησε το εργοστάσιο.
Η ιστορία και η παραγωγή του παρουσιάστηκαν το 2017 στο Μουσείο Μπενάκη, μέσα από την έρευνα και τη συλλογή του Γιάννου Ιωαννίδη. Την έκθεση συνόδευσε δίγλωσση έκδοση με αντικείμενα, αρχειακό και φωτογραφικό υλικό από τη διαδρομή της επιχείρησης.
Το 2018 η έκθεση μεταφέρθηκε στη Ρόδο, στο Παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου. Η παρουσίασή της εμπλουτίστηκε με υλικό από το Μουσείο Μπενάκη, την Εφορεία Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου και το Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης του Δήμου Ρόδου, δίνοντας στο τοπικό κοινό τη δυνατότητα να γνωρίσει συγκεντρωμένα τεκμήρια από την ιστορία του εργοστασίου.
Η οικογενειακή καταγραφή της οικογένειας Νιμορακιωτάκη προσθέτει σε αυτή την ιστορία τη μετέπειτα πορεία δύο εργαζομένων του. Οι φωτογραφίες από τη νεότητά τους στο νησί, η εικόνα του εργαστηρίου στη Μελβούρνη και τα δημοσιεύματα της ομογένειας επιτρέπουν να παρακολουθήσει κανείς τη συνέχεια της επαγγελματικής τους ζωής μετά τη μετανάστευση.
Για τον Νικόλαο, η ενασχόληση με την κεραμική συνεχίστηκε και μετά τη συνταξιοδότησή του. Όπως αναφέρει ο εγγονός του, εργαζόταν πλέον στο σπίτι μαζί με τη σύζυγό του, Σοφία, κατασκευάζοντας αγγεία με παραστάσεις από την ελληνική μυθολογία.


Φωτογραφίες: Οικογενειακό αρχείο Νιμορακιωτάκη, όπως δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος» της Μελβούρνης
































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.