- Η Ρόδος αποκλείεται από τον μειωμένο ΦΠΑ, παρά το γεγονός ότι είναι το μεγαλύτερο νησί της Δωδεκανήσου και βασίζεται οικονομικά στα μικρότερα νησιά που επωφελούνται από το μέτρο.
- Η εφαρμογή του μειωμένου ΦΠΑ κατά 30% θα ισχύσει από την 1η Ιανουαρίου 2026 για τα νησιά με πληθυσμό κάτω των 20.000 κατοίκων, περιλαμβάνοντας 24 νησιά του Αιγαίου.
- Η συζήτηση για τη μείωση του ΦΠΑ στα νησιά δεν είναι νέα και επανέρχεται κάθε φορά που το κόστος ζωής και η ανταγωνιστικότητα γίνονται κεντρικά θέματα.
- Η ιστορία του ευνοϊκού φορολογικού καθεστώτος της Δωδεκανήσου χρονολογείται σχεδόν έναν αιώνα πίσω, με ρίζες που συνδέονται με την ιταλική κατοχή και τις οικονομικές συνθήκες της περιοχής.
• Με τον πληθυσμιακό αποκλεισμό της Ρόδου, η διεκδίκηση για ενιαία εφαρμογή του μέτρου σε κάθε νησί επανέρχεται στο προσκήνιο, τη στιγμή που η χώρα εισέρχεται άτυπα σε προεκλογική περίοδο • Από την αρχή του 2026 ο μειωμένος συντελεστής ισχύει στα περισσότερα Δωδεκάνησα, όμως το πληθυσμιακό κριτήριο αποκλείει τη ναυαρχίδα του τουρισμού
Η συζήτηση για τον μειωμένο ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου δεν είναι ούτε καινούργια ούτε δευτερεύουσα. Είναι ένα διαρκές αίτημα της νησιωτικής Ελλάδας, που επανέρχεται με ένταση κάθε φορά που το κόστος ζωής και η ανταγωνιστικότητα βρίσκονται στο επίκεντρο. Μετά την κυβερνητική απόφαση να επαναφέρει τη μείωση κατά 30% στα ακριτικά νησιά κάτω των 20.000 κατοίκων, το ζήτημα αποκτά πλέον μια νέα, οξύτερη διάσταση. Διότι το μέτρο δεν αφορά πια το μέλλον, αλλά εφαρμόζεται ήδη. Και ακριβώς επειδή εφαρμόζεται, αναδεικνύεται με τον πιο εμφατικό τρόπο ποιοι έμειναν απ’ έξω.
Τι ισχύει σήμερα και ποιοι έμειναν εκτός
Από την 1η Ιανουαρίου 2026 βρίσκεται σε ισχύ η επέκταση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ. Μειωμένος ΦΠΑ κατά 30% ισχύει από την Πρωτοχρονιά του 2026 για τα νησιά της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, της Περιφερειακής ενότητας Έβρου, δηλαδή τη Σαμοθράκη, και του νομού Δωδεκανήσου με πληθυσμό κάτω των 20.000 κατοίκων.
Για τη Δωδεκάνησο, αυτό σημαίνει ότι ο μειωμένος συντελεστής εφαρμόζεται ήδη σε ένα ευρύ φάσμα νησιών. Καλύπτει την Κάλυμνο, την Κάρπαθο, την Αστυπάλαια, την Πάτμο, τη Σύμη, τους Λειψούς, την Τήλο, τη Νίσυρο, τη Χάλκη, την Κάσο, το Αγαθονήσι και το Καστελλόριζο, μαζί με πλειάδα μικρότερων κατοικημένων νησίδων. Σε αυτά προστίθενται η Κως και η Λέρος, που μαζί με τη Λέσβο, τη Σάμο και τη Χίο διατηρούσαν ήδη το ευνοϊκό καθεστώς λόγω της επιβάρυνσής τους από τις προσφυγικές ροές. Συνολικά, η μείωση καλύπτει 24 νησιά του Αιγαίου.
Μέσα σε αυτή την εικόνα, η εξαίρεση είναι μία και χτυπητή. Η Ρόδος, με πληθυσμό αρκετά πάνω από το όριο των 20.000 κατοίκων, αποτελεί το μοναδικό μεγάλο νησί της Δωδεκανήσου που μένει εκτός. Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η πρωτεύουσα του δωδεκανησιακού συμπλέγματος βρίσκεται σε δυσμενέστερη φορολογική θέση από τα νησιά που εξαρτώνται λειτουργικά και παραγωγικά από αυτήν.

Ένα μέτρο με ρίζες σχεδόν έναν αιώνα πίσω
Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος του σημερινού αποκλεισμού, χρειάζεται μια αναδρομή. Το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς της Δωδεκανήσου δεν προέκυψε τυχαία. Ακόμη και κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής, η περιοχή τύγχανε ιδιάζουσας φορολογικής και δασμολογικής μεταχείρισης, εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης και των οικονομικών συγκυριών. Η μεταχείριση αυτή συνεχίστηκε και μετά την ενσωμάτωση των νησιών στην Ελλάδα, ως αναγνώριση μιας πραγματικότητας που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Το νησί κοστίζει ακριβότερα από την ηπειρωτική χώρα.
Ο μειωμένος συντελεστής, δηλαδή η έκπτωση 30% στους ισχύοντες συντελεστές, τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 1993, με την ένταξη της Ελλάδας στο ενιαίο φορολογικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η σχετική πρόβλεψη είχε ήδη περιληφθεί στον αρχικό νόμο για τον ΦΠΑ του 1986, με ειδική ρύθμιση για την περιοχή της Δωδεκανήσου, και αργότερα επεκτάθηκε στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, ήτοι στη Λέσβο, τη Χίο, τη Σάμο και τα Δωδεκάνησα, για το σύνολο των αγαθών που εισάγονταν ή πωλούνταν στις περιοχές αυτές. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, με μεταγενέστερη νομοθετική παρέμβαση, το ειδικό καθεστώς της μείωσης κατά 30% επεκτάθηκε ρητά και στα νησιά των Κυκλάδων, μαζί με τη Θάσο, τη Σαμοθράκη, τις Βόρειες Σποράδες και τη Σκύρο.
Το σκεπτικό υπήρξε διαχρονικά σταθερό. Ο μειωμένος συντελεστής δεν λειτουργούσε ως προνόμιο, αλλά ως αντιστάθμισμα στο αυξημένο κόστος ζωής και μεταφορών που επιβάλλει η νησιωτική απομόνωση. Ήταν, με άλλα λόγια, ένα αναπτυξιακό εργαλείο που αναγνώριζε ότι ο νησιώτης ξεκινά από δυσμενέστερη αφετηρία και ότι η Πολιτεία οφείλει να εξισορροπεί αυτή την ανισότητα.
Η απώλεια στα χρόνια των μνημονίων
Η εικόνα ανατράπηκε όταν η χώρα τέθηκε υπό τον έλεγχο των μνημονιακών υποχρεώσεων. Η κατάργηση του μειωμένου ΦΠΑ στα νησιά συμπεριλήφθηκε στις δεσμεύσεις προς τους δανειστές και υλοποιήθηκε από την τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Το προνομιακό καθεστώς άρχισε να καταργείται σταδιακά από το 2015 και το 2018 καταργήθηκε πλήρως σε πολλά νησιά. Η μείωση απαλείφθηκε πρώτα στα πιο ανεπτυγμένα τουριστικά νησιά με το υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα και κατόπιν στα λιγότερο ανεπτυγμένα, μέχρι την ολοσχερή εξαφάνισή της.
Το ιδιαίτερο, που σπάνια σημειώνεται, είναι ότι η κατάργηση επιβλήθηκε από κυβέρνηση η οποία, λίγο πριν αναλάβει την εξουσία, είχε δεσμευτεί δημόσια για το ακριβώς αντίθετο. Η τότε ηγεσία είχε χαρακτηρίσει σκανδαλώδη κάθε σκέψη αύξησης του ΦΠΑ στις νησιωτικές περιοχές και είχε υποσχεθεί ότι θα έκλεινε οριστικά τη συζήτηση. Στην πράξη, υπό την πίεση των δημοσιονομικών συνθηκών, η ίδια κυβέρνηση νομοθέτησε την κατάργηση. Διασώθηκαν μόνο πέντε νησιά, η Λέσβος, η Χίος, η Σάμος, η Λέρος και η Κως, λόγω της επιβάρυνσής τους από το μεταναστευτικό, με το ευνοϊκό καθεστώς να ανανεώνεται έκτοτε ανά εξάμηνο.
Έτσι, ένα μέτρο που είχε αντέξει για δεκαετίες, μέσα από αλλεπάλληλες πολιτικές μεταβολές, χάθηκε μέσα σε λίγους μήνες. Και χάθηκε ακριβώς τη στιγμή που, με τις διαδοχικές κρίσεις, την πανδημία, την ενεργειακή και την πληθωριστική, το κόστος ζωής στα νησιά εκτοξευόταν.
Το ευρωπαϊκό παράθυρο που άνοιξε ξανά
Η αναστροφή δεν έμεινε στο πεδίο των ευχών. Σε ενωσιακό επίπεδο, η σχετική δυνατότητα ουδέποτε καταργήθηκε ως αρχή. Ήδη το άρθρο 120 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ προέβλεπε τη δυνατότητα εφαρμογής μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στους νησιωτικούς νομούς της Ελλάδας. Το αποφασιστικό βήμα έγινε όμως αργότερα. Μετά τη συμφωνία των κρατών μελών στο Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών στις 7 Δεκεμβρίου 2021, στις 5 Απριλίου 2022 το Συμβούλιο Υπουργών ψήφισε την Οδηγία (ΕΕ) 2022/542, η οποία τροποποιεί τις προηγούμενες και προβλέπει τη μόνιμη καθιέρωση μειωμένων συντελεστών, με ορίζοντα εφαρμογής το 2025 και με ρητή, διακεκριμένη αναφορά στην Ελλάδα για τους Νομούς Δωδεκανήσου και Κυκλάδων.
Εδώ εντοπίζεται και το κρισιμότερο επιχείρημα. Η ενωσιακή οδηγία προδιαγράφει γεωγραφικά και νησιωτικά κριτήρια, όχι πληθυσμιακά. Με βάση το πνεύμα και το γράμμα της, η διάκριση δεν γίνεται ανάλογα με το πόσους κατοίκους έχει το κάθε νησί, αλλά με βάση τον νησιωτικό και απομονωμένο χαρακτήρα της περιοχής. Όπως υποστηρίζεται από φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η εισαγωγή του ορίου των 20.000 κατοίκων εισάγει ένα κριτήριο ξένο προς το ενωσιακό πλαίσιο και, ως εκ τούτου, νομικά ευάλωτο.

Η εξαγγελία της Θεσσαλονίκης και το πληθυσμιακό κριτήριο
Η κυβερνητική πρωτοβουλία ανακοινώθηκε από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, τον Σεπτέμβριο του 2025. Μείωση κατά 30% του ΦΠΑ σε ακριτικά νησιά με πληθυσμό κάτω των 20.000 κατοίκων εξήγγειλε από τη Θεσσαλονίκη ο πρωθυπουργός. Η δέσμευση αυτή υλοποιήθηκε με την έναρξη του νέου έτους, επεκτείνοντας το καθεστώς που ίσχυε έως τότε μόνο στα πέντε νησιά του προσφυγικού.
Το πρόβλημα, όπως αναδεικνύεται πλέον με στοιχεία και όχι με προβλέψεις, είναι το ίδιο το κριτήριο επιλογής. Επιλέγοντας τον πληθυσμό αντί της γεωγραφίας, η ρύθμιση δημιουργεί μια πρωτοφανή ανισότητα στο εσωτερικό της ίδιας της νησιωτικής Ελλάδας. Νησιά της Δωδεκανήσου που γειτνιάζουν μεταξύ τους και μοιράζονται τις ίδιες ακριβώς συνθήκες κόστους και απομόνωσης αντιμετωπίζονται διαφορετικά, με μόνη διαφορά τον αριθμό των μόνιμων κατοίκων. Η Ρόδος, που λειτουργεί ως διοικητικό, οικονομικό και μεταφορικό κέντρο για όλα τα γύρω νησιά, βρίσκεται στη δυσμενέστερη θέση από όλα όσα εξυπηρετεί.
Γιατί ο αποκλεισμός της Ρόδου είναι αυτοαναιρετικός
Η Ρόδος συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά που δικαιολογούν την υπαγωγή της στο καθεστώς. Είναι παραμεθόρια, με τις τουρκικές ακτές απέναντί της να επενδύουν συστηματικά στην τουριστική τους προβολή. Είναι το μητροπολιτικό κέντρο της Δωδεκανήσου, με αυξημένο κόστος μεταφορών και διαβίωσης και με σημαντική γεωγραφική απόσταση από την ηπειρωτική επικράτεια. Και είναι, ταυτόχρονα, η ναυαρχίδα του ελληνικού τουρισμού, φιλοξενώντας περίπου 3,5 εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως, ποσοστό που αγγίζει το 10% του συνολικού εισερχόμενου τουρισμού της χώρας.
Το επιχείρημα ότι η Ρόδος, λόγω των τουριστικών της εισροών, δεν χρειάζεται την ελάφρυνση, αποδεικνύεται στην πράξη σαθρό. Η νησιωτική απομόνωση επιβαρύνει την τελική αξία των προϊόντων κατά ποσοστό της τάξης του 10 με 15%, εξαιτίας του κόστους των θαλάσσιων μεταφορών. Οι μόνιμοι κάτοικοι και οι επιχειρήσεις σηκώνουν αυτό το βάρος καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ανεξάρτητα από το πόσοι τουρίστες φτάνουν το καλοκαίρι. Με τα γειτονικά νησιά να εφαρμόζουν ήδη τον μειωμένο συντελεστή, η μέση τιμή αγαθών και υπηρεσιών στη Ρόδο κινδυνεύει να καταστεί από τις ακριβότερες στο Αιγαίο, με το παράδοξο αποτέλεσμα το ισχυρότερο τουριστικά νησί να τιμωρείται για την ίδια του την επιτυχία.
Το επιχείρημα του προϋπολογισμού
Η κυβερνητική επιφύλαξη συμπυκνώνεται στην έννοια του δημοσιονομικού χώρου. Ωστόσο, όπως αντιτείνεται, δεν προκύπτει με διαφανή οικονομικά στοιχεία συγκεκριμένο ταμειακό όφελος του Κράτους από τον αποκλεισμό. Αντιθέτως, η εμπειρία δείχνει ότι η ελάφρυνση του ΦΠΑ τείνει να αυτοχρηματοδοτείται. Η χαμηλότερη τιμή ενισχύει τη ζήτηση, αυξάνει τον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων και περιορίζει τα κίνητρα της φοροδιαφυγής, με αποτέλεσμα ο πολλαπλασιασμός της κατανάλωσης να τροφοδοτεί συνολικά την τοπική οικονομία, από το λιανεμπόριο και τις μεταφορές μέχρι την εστίαση και τις υπηρεσίες.
Δεν πρέπει εξάλλου να παραγνωρίζεται ότι τα νησιά του Αιγαίου εισφέρουν δυσανάλογα μεγάλα ποσά στον κρατικό προϋπολογισμό. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Ετήσιας Έκθεσης Τουρισμού του 2023, τα έσοδα από τον εισερχόμενο τουρισμό αγγίζουν τα 7,7 δισεκατομμύρια ευρώ, ήτοι περίπου το 3,5% του ΑΕΠ της χώρας. Πρόκειται για περιοχές που παράγουν πλούτο και τον αποδίδουν στο εθνικό ταμείο. Υπό αυτό το πρίσμα, η επέκταση του μειωμένου συντελεστή και στη Ρόδο και στις Κυκλάδες δεν συνιστά δημοσιονομικό βάρος, αλλά επένδυση στην ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας που ήδη αποδίδει.

Η συνταγματική και ενωσιακή διάσταση
Πέρα από την οικονομική, υπάρχει και η νομική βάση. Το Σύνταγμα, στο άρθρο 106, ορίζει ρητά ότι το Κράτος οφείλει να λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών. Σε συνδυασμό με τις αρχές της ισότητας, της ίσης μεταχείρισης, της αναλογικότητας, της επικουρικότητας και της νησιωτικότητας, αλλά και με τις αντίστοιχες ενωσιακές διατάξεις, διαμορφώνεται ένα πλαίσιο που, κατά τους υποστηρικτές του μέτρου, δεν αφήνει περιθώρια για επιλεκτικούς αποκλεισμούς με αμιγώς πληθυσμιακά κριτήρια.
Με αυτό το σκεπτικό, φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Νότιου Αιγαίου έχουν ταχθεί ομόφωνα υπέρ της ενιαίας εφαρμογής. Σε διευρυμένη συνεδρίαση, με τη συμμετοχή και των 34 δημάρχων της Περιφέρειας, εκφράστηκε κατηγορηματική αντίθεση στον αποκλεισμό της Ρόδου και των Κυκλάδων και ζητήθηκε η άμεση τροποποίηση της ρύθμισης, ώστε οι μειωμένοι συντελεστές να εφαρμοστούν ενιαία και δίκαια στο σύνολο των Νομών Δωδεκανήσου και Κυκλάδων, σύμφωνα με την ενωσιακή οδηγία. Το σχετικό ψήφισμα, που υιοθετήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 2025, προβλέπεται να κοινοποιηθεί στα συναρμόδια υπουργεία, στο γραφείο του πρωθυπουργού, στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και στους βουλευτές των δύο νομών.
Η κρίσιμη συγκυρία και η ανάγκη κινητοποίησης
Η σημερινή στιγμή δεν είναι ουδέτερη. Η χώρα έχει εισέλθει, άτυπα, σε προεκλογική περίοδο, με τον ορίζοντα των επόμενων εθνικών εκλογών να διαμορφώνεται έως το 2027. Σε τέτοιες συγκυρίες τα διεκδικητικά αιτήματα αποκτούν μεγαλύτερο πολιτικό βάρος, καθώς οι κυβερνήσεις γίνονται πιο δεκτικές σε ρυθμίσεις με απήχηση στην περιφέρεια. Είναι, επομένως, η στιγμή που οι θεσμικοί φορείς, τα επιμελητήρια, οι επαγγελματικές ενώσεις και πρωτίστως οι βουλευτές της Δωδεκανήσου καλούνται να ασκήσουν συντονισμένη και επίμονη πίεση.
Το πλεονέκτημα, αυτή τη φορά, είναι ότι το αίτημα δεν αφορά κάτι αφηρημένο. Το μέτρο υπάρχει, εφαρμόζεται και αποδίδει ήδη στα μισά και πλέον νησιά της Δωδεκανήσου. Αυτό που ζητείται είναι η ολοκλήρωσή του, ώστε να καλύψει τη Ρόδο. Η επιχειρηματολογία είναι σαφής. Η μείωση δεν επιβαρύνει ουσιαστικά τον προϋπολογισμό, αντιθέτως τον ενισχύει μεσοπρόθεσμα. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο όχι μόνο την επιτρέπει, αλλά την προβλέπει ρητά για τη Δωδεκάνησο και τις Κυκλάδες. Και η συνταγματική υποχρέωση στήριξης των νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών παραμένει ισχυρή.
Μετά την προηγούμενη δέσμευση του πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης πρέπει να εξασφαλιστεί ότι θα υπάρξει νέα δέσμευση στη νέα έκθεση τον Σεπτέμβριο!.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)















