• Σύμφωνα με πληροφορίες, η διοικητική διερεύνηση έκλεισε τον κύκλο της χωρίς να καταλήξει σε πρόταση κυρώσεων προς την αρμόδια υπηρεσία, με το σκεπτικό ότι εκκρεμεί η κρίση της δικαιοσύνης και ότι οι ελεγχόμενοι υπάλληλοι τελούν ήδη σε καθεστώς αργίας, με ανώτατο όριο παραμονής τα δύο έτη πριν την αυτοδίκαιη επάνοδο σύμφωνα με το άρθρο 103 του Υπαλληλικού Κώδικα
Σε φάση ολοκλήρωσης πέρασε η Ένορκη Διοικητική Εξέταση που είχε ενεργοποιηθεί στον Δήμο Ρόδου για το πολύκροτο ζήτημα της Υπηρεσίας Δόμησης, με τα δεδομένα που προκύπτουν να οδηγούν σε μια ιδιαίτερη πειθαρχική ισορροπία. Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», η διαδικασία έκλεισε χωρίς να καταλήξει σε εισήγηση προς την αρμόδια υπηρεσία για επιβολή πειθαρχικής ποινής, καθώς το σκεπτικό που φέρεται να αποτυπώθηκε εστιάζει σε δύο κρίσιμες παραμέτρους που λειτουργούν παράλληλα και αλληλοτροφοδοτούνται.
Η πρώτη παράμετρος αφορά στην εκκρεμότητα της ποινικής διαδικασίας. Η υπόθεση βρίσκεται ενώπιον της δικαιοσύνης και η τελική κρίση για το ουσιαστικό σκέλος δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί, με αποτέλεσμα η διοικητική πλευρά να κινηθεί με σαφή επιφύλαξη, αποφεύγοντας πρόταση που θα προεξοφλούσε εξελίξεις τις οποίες μόνο η δικαστική διαδρομή μπορεί να καθορίσει. Η δεύτερη παράμετρος εδράζεται στο γεγονός ότι οι ελεγχόμενοι υπάλληλοι έχουν ήδη τεθεί σε αργία, μέτρο που από μόνο του παράγει σοβαρές συνέπειες στην υπηρεσιακή τους κατάσταση και στη μισθολογική τους θέση.
Το θεσμικό περιθώριο της αργίας και ο χρονικός κανόνας των δύο ετών
Σημαντικό στοιχείο που βαραίνει στην αποτίμηση είναι το ίδιο το πλαίσιο της αργίας, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 103 του Υπαλληλικού Κώδικα. Με βάση την ισχύουσα ρύθμιση, η αργία αίρεται αυτοδικαίως με την πάροδο διετίας από την έκδοση της απόφασης θέσης του υπαλλήλου σε αυτή την κατάσταση, ανεξαρτήτως του αν έχει ολοκληρωθεί ή όχι ο κύκλος των ποινικών διαδικασιών. Ο νόμος προβλέπει παράλληλα ότι η επάνοδος επέρχεται είτε με πράξη επαναφοράς, είτε αυτοδίκαια από την τελεσιδικία ποινικής απόφασης που δεν συνεπάγεται έκπτωση, είτε από κοινοποίηση πειθαρχικής απόφασης που δεν επιβάλλει οριστική παύση, είτε από τη συμπλήρωση του διετούς ορίου. Πρόκειται για ρύθμιση που έχει διττή ανάγνωση. Από τη μία, λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλίδα ώστε να μην παρατείνεται επ’ αόριστον μια κατάσταση εκκρεμότητας. Από την άλλη, βάζει τον διοικητικό μηχανισμό μπροστά σε ένα χρονικό όριο που πρέπει να συνυπολογίζεται όταν εξετάζονται κινήσεις πειθαρχικού χαρακτήρα.

Η αφετηρία της Ε.Δ.Ε. και η σύνδεση με την εισαγγελική παρέμβαση
Η Ε.Δ.Ε. είχε ενεργοποιηθεί ύστερα από έγγραφο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Ρόδου, με το οποίο ενημερώθηκαν αρμοδίως η Διεύθυνση Δόμησης και η δημοτική αρχή για την άσκηση κακουργηματικών διώξεων σε βάρος υπαλλήλων της υπηρεσίας. Η εξέταση είχε ανατεθεί σε δύο στελέχη με βαθμό Διευθυντή και αντικείμενό της ήταν η αποτύπωση τυχόν πειθαρχικών ευθυνών και η διαπίστωση παραμέτρων που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν ποινές, εφόσον προέκυπταν δεδομένα που να τις στηρίζουν. Στο διάστημα που μεσολάβησε, οι ελεγχόμενοι υπάλληλοι κλήθηκαν να δώσουν καταθέσεις και εξηγήσεις, σε μια διαδικασία που κινήθηκε ανεξάρτητα από την ποινική πορεία, αλλά πατούσε στο ίδιο πραγματικό υπόβαθρο.
Η εξέταση εστίασε στην υπηρεσιακή συμπεριφορά, στις ενέργειες και στις παραλείψεις που αποδόθηκαν σε υπαλλήλους της Υπηρεσίας Δόμησης. Στόχος ήταν να αποτυπωθεί τι έγινε, πότε έγινε και με ποιον τρόπο λειτούργησε ο διοικητικός μηχανισμός, ειδικά σε σημεία όπου εγείρονταν ερωτήματα για τήρηση διαδικασιών, για χειρισμό φακέλων και για υπηρεσιακές αποφάσεις συναφείς με τα διωκόμενα ποινικά αδικήματα.
Η διπλή πίεση δικαστικής εκκρεμότητας και αργίας
Στην κατάληξη της Ε.Δ.Ε., όπως φέρεται να αποτυπώνεται, η διοικητική πλευρά βρέθηκε ενώπιον ενός σύνθετου τοπίου. Η ποινική διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί, ενώ οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι, που έχουν λάβει περιοριστικούς όρους και χρηματικές εγγυήσεις, παραμένουν σε αργία, με τις συνέπειες που το ίδιο το μέτρο επιφέρει στην υπηρεσιακή τους κατάσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, η μη κατάληξη σε εισήγηση πειθαρχικής ποινής φέρεται να συνδέεται με την επιδίωξη να μην προκαταβληθούν κρίσεις που ανήκουν στη δικαιοσύνη και να μη σωρευτούν παράλληλες κυρώσεις πάνω σε ένα ήδη ενεργό μέτρο αναστολής καθηκόντων.
Στο πεδίο της Ε.Δ.Ε. βρέθηκαν υπάλληλοι με διαφορετικά υπηρεσιακά καθήκοντα και διακριτούς ρόλους εντός της Υπηρεσίας Δόμησης. Συγκεκριμένα, εξετάστηκαν στοιχεία που αφορούν ημεδαπή προϊσταμένη Τμήματος Έκδοσης Οικοδομικών Αδειών ηλικίας 48 ετών, ημεδαπό αναπληρωτή διευθυντή Υπηρεσίας Δόμησης ηλικίας 56 ετών, ημεδαπό προϊστάμενο Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών ηλικίας 55 ετών, ημεδαπό υπεύθυνο Αρχείου ηλικίας 65 ετών, καθώς και ημεδαπό υπάλληλο ηλικίας 54 ετών. Πρόκειται για ένα φάσμα θέσεων που εκτείνεται από διοικητικά στελέχη πρώτης γραμμής έως υπαλλήλους με εκτελεστικά καθήκοντα, στοιχείο που αύξησε την ανάγκη να αποτυπωθούν με ακρίβεια οι ευθύνες ανά λειτουργικό επίπεδο.
Τα ποινικά δεδομένα που συνεχίζουν να βαραίνουν
Η σκιά της ποινικής διαδικασίας παραμένει βαριά. Στην ποινική σκηνή, επτά πρόσωπα, ανάμεσά τους προϊστάμενοι, υπάλληλοι και ιδιώτες μηχανικοί, κατηγορήθηκαν για σοβαρά αδικήματα, μεταξύ των οποίων συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης, δωροληψία, πλαστογραφία, εμπορία επιρροής και παράβαση καθήκοντος. Στον κύκλο των κατηγορουμένων εντάσσονται επίσης ημεδαπός αρχιτέκτονας μηχανικός ηλικίας 68 ετών και ημεδαπή ιδιώτης πολιτικός μηχανικός ηλικίας 48 ετών, για τους οποίους είχαν επιβληθεί διαφορετικού ύψους χρηματικές εγγυήσεις. Η δράση που περιγράφεται στο ανακριτικό υλικό τοποθετείται σε βάθος χρόνου, με την ένταση να εμφανίζεται μεγαλύτερη τους τελευταίους μήνες πριν τις συλλήψεις. Στη δικογραφία είχε αξιολογηθεί η χρήση ειδικών όρων, που φέρονται να λειτουργούσαν ως κωδικοί αναφοράς σε χρήματα, καθώς και επικοινωνίες που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της έρευνας.
Η αστυνομική επιχείρηση είχε γίνει το πρωί της 19ης Μαρτίου 2025, ύστερα από προανακριτική έρευνα που είχε ξεκινήσει τον Ιούνιο του 2024 μετά από ανώνυμη καταγγελία. Στις έρευνες είχαν αναφερθεί κατασχέσεις μετρητών άνω των 600.000 ευρώ, περισσότερων από 80 χρυσών λιρών, δεκάδων υπηρεσιακών σφραγίδων, καθώς και αντικειμένων και εγγράφων. Σε μία περίπτωση είχαν κατασχεθεί φάκελοι οικοδομικών υποθέσεων από κατοικία φερόμενου ως αρχηγικού προσώπου, ενώ σε άλλη περίπτωση είχε αναφερθεί εύρεση ποσού άνω των 470.000 ευρώ μετρητά και πολυτελών αντικειμένων σε κατοικία προϊσταμένης.
Όλοι οι κατηγορούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους κατά περίπτωση, που περιελάμβαναν υποχρέωση εμφάνισης μία φορά κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας, απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και χρηματικές εγγυήσεις, με διαφοροποιημένα ποσά ανά πρόσωπο.


















