• Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναμόρφωσε την πρωτόδικη κρίση, διαφοροποιώντας ουσιωδώς το κατηγορητικό πλαίσιο και μειώνοντας στο μισό την αρχικά επιβληθείσα ποινή για τον ημεδαπό, του οποίου η υπόθεση είχε ξεκινήσει από καταγγελία ημεδαπής μητέρας ανήλικης κόρης
Ουσιώδη ανατροπή γνώρισε σε δεύτερο βαθμό η υπόθεση του ημεδαπού σε ηλικία 35 ετών, ο οποίος είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Κω σε ποινή κάθειρξης 12 ετών για βιασμό, αποπλάνηση και κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγεια.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου, που συνεδρίασε χθες, διαφοροποίησε κατά κρίσιμο τρόπο την πρωτόδικη κρίση, κηρύσσοντας τον κατηγορούμενο αθώο ως προς την πράξη του βιασμού και ένοχο μόνο για την κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγεια, επιβάλλοντας τελικά ποινή κάθειρξης 6 ετών, χωρίς να του αναγνωριστεί άλλο ελαφρυντικό πέραν όσων είχαν κριθεί στον πρώτο βαθμό.
Η πορεία μιας υπόθεσης που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2021
Η υπόθεση συνδέεται με δικαστική διαδρομή, η οποία είχε απασχολήσει το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Κω και είχε οδηγήσει σε καταδίκη του ημεδαπού σε κάθειρξη 12 ετών. Στον κατηγορούμενο είχε αναγνωριστεί πρωτοδίκως το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου. Η υπόθεση έφτασε πλέον στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου με δικάσιμο στις 20 Απριλίου 2026, όπου συζητήθηκε η έφεση και αναπτύχθηκαν εκ νέου οι εκατέρωθεν θέσεις.
Η σύλληψη του ημεδαπού είχε πραγματοποιηθεί στις 7 Φεβρουαρίου 2021, έπειτα από καταγγελία της ημεδαπής μητέρας της ανήλικης. Ο χρονικός ορίζοντας των φερόμενων πράξεων τοποθετείται από τον Σεπτέμβριο του 2019 μέχρι τις 6 Φεβρουαρίου 2021, με την παθούσα να έχει γεννηθεί το 2006. Το κατηγορητικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε περιλάμβανε βιασμό κατ’ εξακολούθηση υπό την ειδικότερη μορφή της επιχείρησης γενετήσιας πράξης χωρίς συναίνεση, καθώς και πράξεις που συνδέονται με αποπλάνηση και κατάχρηση ανηλίκου, με αναφορά σε ηλικιακές κατηγορίες 12 έως 14 και 14 έως 15 ετών
Πώς αποκαλύφθηκε η υπόθεση
Σύμφωνα με όσα περιλαμβάνονται στη δικογραφία, η υπόθεση ήρθε στο φως μέσα από την αποκάλυψη κρυφών μηνυμάτων και από την αλλαγή που η μητέρα φέρεται να είχε παρατηρήσει στη συμπεριφορά της ανήλικης κόρης της τα τελευταία δύο χρόνια πριν από την καταγγελία. Την 6η Φεβρουαρίου 2021 η μητέρα πήρε στα χέρια της το κινητό τηλέφωνο της κόρης της και, όπως κατέθεσε, ανακάλυψε μηνύματα που της είχε στείλει ο 35χρονος, στα οποία την προέτρεπε να διαγράφει τη μεταξύ τους συνομιλία, ώστε να μην την αντικρίσει τρίτο πρόσωπο και ανακύψουν προβλήματα.
Αντιλαμβανόμενη ότι κάτι δεν πάει καλά, η καταγγέλλουσα φέρεται να έστειλε μηνύματα προσποιούμενη την κόρη της και να διαπίστωσε έτσι τον, κατά την ίδια, ερωτικό χαρακτήρα της επικοινωνίας. Ύστερα από επίμονες ερωτήσεις, η 14χρονη φέρεται να αποκάλυψε στη μητέρα της ότι ο 35χρονος της είχε αγγίξει το στήθος και ότι είχε προβεί σε γενετήσιες πράξεις εις βάρος της.
Η διαδικτυακή επικοινωνία με γυναίκα 24 ετών
Παράλληλα, η μητέρα της ανήλικης επικοινώνησε διαδικτυακά με γυναίκα 24 ετών σήμερα, η οποία φέρεται να είχε σχέση στο παρελθόν με τον κατηγορούμενο όταν εκείνη ήταν ανήλικη. Η κοπέλα αυτή, όπως αποτυπώνεται, κατέθεσε και στις αστυνομικές αρχές, περιγράφοντας περιστατικά που ανάγονται σε παλαιότερη περίοδο.
Στην κατάθεσή της γίνεται αναφορά σε ψυχολογική πίεση και σε σχέσεις που παρουσιάζονται ως μη επιθυμητές. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο όταν εκείνη ήταν 14 ετών και ότι στα 15 της αναγκάστηκε να συνάψει σχέση μαζί του, διατεινόμενη ότι της έλεγε πως σε διαφορετική περίπτωση θα αυτοκτονούσε. Ανέφερε επίσης ότι η σεξουαλική επαφή συνεχίστηκε χωρίς τη δική της επιθυμία, αλλά χωρίς να προβάλει αντίσταση εξαιτίας του φόβου που ένιωθε. Σύμφωνα με την ίδια, όταν ήταν 16 ετών συγκατοίκησαν αρχικά στο σπίτι των γονιών του και στη συνέχεια έμειναν μόνοι τους.
Η γραμμή υπεράσπισης στον πρώτο βαθμό
Στον πρώτο βαθμό, ο κατηγορούμενος, με συνήγορο τον κ. Ακη Δημητριάδη, είχε αρνηθεί τους βασικούς ισχυρισμούς, κινούμενος στη γραμμή της άρνησης των αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων και της επίκλησης αντιφάσεων που εντοπίζονται, κατά την άποψή του, στις καταθέσεις. Κατά την απολογία του ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Κω είχε υποστηρίξει ότι διατηρούσε σχέση με τη μητέρα της ανήλικης από το 2016 και ότι έβλεπε τα τρία παιδιά της σαν να ήταν δικά του. Όπως είχε περιγράψει, η 14χρονη ήταν ένα ιδιαίτερο παιδί, το οποίο απέναντί του άλλοτε εκδήλωνε επιθετική στάση, όταν εκείνος προσπαθούσε να τη συμβουλεύσει, και άλλοτε ήρεμη συμπεριφορά.
Ως προς τα επίμαχα περιστατικά, είχε διατεινθεί ότι ήταν η ίδια η ανήλικη που σε 2 ή 3 περιπτώσεις προσπάθησε να βάλει το χέρι του στο στήθος της, γεγονός το οποίο εκείνος απέτρεψε άμεσα, εξηγώντας της ότι ο ίδιος και η μητέρα της ήταν σύντροφοι. Μετά από κάθε τέτοια απόρριψη, όπως υποστήριζε, η ανήλικη συμπεριφερόταν ιδιαίτερα επιθετικά απέναντί του.
Σε σχέση με τα μηνύματα που εντόπισε η μητέρα, είχε ισχυριστεί ότι αυτά αποδεικνύουν πως προσπαθούσε να έρθει κοντά στην ανήλικη με τη στάση πατέρα και όχι συντρόφου. Κατά τη δική του πρωτόδικη εκδοχή, επειδή εκείνη τον έβλεπε διαφορετικά, επιθυμούσε σταδιακά να την κάνει να αντιληφθεί ότι αυτό ήταν λάθος, ενώ την προέτρεπε να διαγράφει τα μηνύματα πρωτίστως για τη δική της προστασία και δευτερευόντως για τη δική του, καθώς, όπως ανέφερε, προσπαθούσε να διορθώσει μια κατάσταση, η οποία, εάν γινόταν γνωστή στη μητέρα της, θα οδηγούσε σε άσχημες εξελίξεις.
Ο κατηγορούμενος είχε επιμείνει πρωτοδίκως ότι στις καταθέσεις μητέρας και κόρης υπάρχουν αντιφάσεις, οι οποίες κατά την άποψή του καταδεικνύουν ότι η υπόθεση είναι προϊόν σκευωρίας εις βάρος του, επικαλούμενος παράλληλα την ιατροδικαστική έκθεση ως αποδεικτικό στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της αθωότητάς του.
Οι ενστάσεις για την κατάθεση της 24χρονης
Ειδικά ως προς την κατάθεση της 24χρονης, ο κατηγορούμενος είχε υποστηρίξει στον πρώτο βαθμό ότι οι ισχυρισμοί της περί βιασμού είναι ψευδείς και υποβολιμαίοι. Χαρακτηριστικό στοιχείο, κατά την υπεράσπισή του, αποτελούσε το γεγονός ότι, ενώ η κοπέλα διατύπωνε εναντίον του βαρύτατες καταγγελίες, για τις οποίες, όπως ανέφερε, καθοδηγήθηκε να καταθέσει, στο τέλος της κατάθεσής της δήλωνε πως δεν επιθυμούσε την ποινική του δίωξη.
Ο ίδιος είχε επισημάνει ότι η σχέση τους είχε διάρκεια 4 ετών, διάστημα κατά το οποίο συζούσαν, και ότι τερματίστηκε επειδή η κοπέλα, κατά τους ισχυρισμούς του, διατηρούσε παράλληλη ερωτική σχέση. Από τότε, τόνιζε, είχαν περάσει 10 ολόκληρα χρόνια, στοιχείο στο οποίο απέδιδε ιδιαίτερη βαρύτητα για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της κατάθεσής της.















