Οι εφέσεις που ασκήθηκαν στην υπόθεση του πνιγμού δύο παιδιών από τη Γαλλία σε πισίνα ξενοδοχείου στη Ρόδο προσδιορίστηκε να εξεταστούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου την 23η Απριλίου 2026. Η υπόθεση είχε κριθεί σε πρώτο βαθμό από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, το οποίο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 ετών με 3ετή αναστολή σε 5 ημεδαπούς, που κρίθηκαν ένοχοι για ανθρωποκτονία από αμέλεια δια παραλείψεως.
Στο επίκεντρο της δικογραφίας βρίσκεται το περιστατικό της 31ης Ιουλίου 2019, όταν δύο αδελφές υπήκοοι Γαλλίας, ηλικίας 17 και 19 ετών, έχασαν τη ζωή τους από πνιγμό σε πισίνα ξενοδοχείου.
Οι 5 ημεδαποί που καταδικάστηκαν πρωτοδίκως, είχαν διαφορετικούς ρόλους στη λειτουργία και διοίκηση του ξενοδοχείου και της ιδιοκτήτριας εταιρείας. Πρόκειται για ναυαγοσώστη, τον διευθυντή του ξενοδοχείου, τον αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ιδιοκτήτριας ξενοδοχειακής εταιρείας, την πρόεδρο και ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου.
Η πρωτόδικη κρίση τους απέδωσε ευθύνη σε επίπεδο παράλειψης ενεργειών που κατά την κατηγορία ήταν αναγκαίες για την αποτροπή του μοιραίου.
Το Αστυνομικό Τμήμα Ιαλυσού ενημερώθηκε τηλεφωνικά από το κέντρο του ΕΚΑΒ στις 18.25 της 31ης Ιουλίου 2019, ότι από την πισίνα ξενοδοχείου είχε ανασυρθεί χωρίς τις αισθήσεις της μια νεαρή αλλοδαπή. Η 17χρονη υπήκοος Γαλλίας, Anais Traore του Amadou, εντοπίστηκε ανάσκελα στο μέσο της πισίνας, σε τμήμα όπου το βάθος προσδιορίζεται στα 1,20 μέτρα.
Μεταφέρθηκε από το ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός της.
Παράλληλα, σε άλλο σημείο της πισίνας, στον πάτο, εντοπίστηκε η αδελφή της, Carla Traore του Amadou, 19 ετών, η οποία επίσης ανασύρθηκε χωρίς να υπάρξει τελικά θετική εξέλιξη για τη ζωή της.
Η συνολική εικόνα που περιγράφεται στο υλικό της υπόθεσης αναδεικνύει ως καθοριστικό στοιχείο το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο οι 2 αδελφές βρέθηκαν μέσα στην υδατοδεξαμενή χωρίς να εντοπιστούν εγκαίρως.
Όπως εκθέτει η πλευρά των Γάλλων, στις 31 Ιουλίου 2019, μετά το μεσημεριανό γεύμα που έλαβε χώρα στις 14.00 και ανάπαυση περίπου μιας ώρας, η οικογένεια μετέβη στον χώρο της δεύτερης πισίνας και ξάπλωσε στις ξαπλώστρες που την περιβάλλουν.
Σε χρονικό σημείο μεταξύ 17.15 και 18.00, οι δύο κόρες τους, Αναΐς και Κάρλα, έχοντας εισέλθει μέσα στην υδατοδεξαμενή στο τμήμα ενηλίκων, έχασαν τη ζωή τους λόγω πνιγμού από εισρόφηση ύδατος, σε μη εξακριβωμένο σημείο βάθους.
Η διαπίστωση του πνιγμού της 17χρονης έγινε, κατά την περιγραφή, μεταξύ 18.00 και 18.20 από παρευρισκόμενους λουομένους, οι οποίοι προχώρησαν στην ανάσυρση και επιχείρησαν παροχή πρώτων βοηθειών χωρίς αποτέλεσμα.
Το ΕΚΑΒ ειδοποιήθηκε στις 18.21 και έφθασε στο σημείο μεταξύ 18.35 και 18.38. Στη συνέχεια, το ασθενοφόρο παρέλαβε τη 17χρονη μαζί με τη μητέρα της και έναν άνδρα αγνώστων στοιχείων, ο οποίος, όπως αναφέρεται, συμμετείχε στη διαδικασία ανάνηψης. Η άφιξη στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου καταγράφεται στις 18.50 και, μετά ανεπιτυχείς προσπάθειες ανάνηψης, διαπιστώθηκε ο θάνατος.
Στις 18.40, παρευρισκόμενοι λουόμενοι αλλά και ο γιος της οικογένειας, Αλάν, εντόπισαν τη 19χρονη αδελφή να κείται στον πυθμένα της ίδιας υδατοδεξαμενής, στο σημείο με το μεγαλύτερο βάθος, 2,90 μέτρα.
Η 19χρονη ανασύρθηκε από τον ναυαγοσώστη, έναν από τους καταδικασθέντες. Στην ίδια ενότητα της υπόθεσης αποτυπώνεται ισχυρισμός ότι ο ναυαγοσώστης ήταν απών καθόλη τη διάρκεια της ανάσυρσης και της προσπάθειας ανάνηψης της πρώτης αδελφής, ενώ παρείχε πρώτες βοήθειες μόνο στη δεύτερη.
Η αποτίμηση του ρόλου του ναυαγοσώστη, όπως και των διοικητικών στελεχών, συνδέεται με το κρίσιμο ερώτημα για το αν υπήρχε επαρκής επιτήρηση, αν τηρούνταν οι προβλεπόμενες διαδικασίες και αν υπήρξε αλυσίδα παραλείψεων που επέτρεψε να εξελιχθεί το περιστατικό χωρίς έγκαιρη παρέμβαση.
Η θέση της ξενοδοχειακής εταιρείας και οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί
Από την πλευρά της, η ξενοδοχειακή εταιρεία υποστηρίζει ότι το ξενοδοχείο διέθετε όλες τις απαιτούμενες αδειοδοτήσεις, ότι υπήρχε σήμανση στην κολυμβητική δεξαμενή για τις ώρες λειτουργίας, καθώς και αναγραφή των βαθών της πισίνας. Επιπλέον, προβάλλει ότι οι 2 νεαρές δεν γνώριζαν κολύμπι και ότι οι γονείς τις άφησαν ανεπιτήρητες να εισέλθουν στην κολυμβητική δεξαμενή, την οποία, σύμφωνα με τις καταθέσεις τους, δεν είχαν επισκεφθεί ποτέ έως τότε, καθώς χρησιμοποιούσαν την κολυμβητική δεξαμενή Νο 1 με ενιαίο βάθος 1,20 μέτρα.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται ο ισχυρισμός ότι οι 2 νεαρές είχαν πάρει μαζί τους πιάτα με φαγητό, ότι έφαγαν, και ότι δεν υπήρξε ενημέρωση προς αυτές ότι δεν επιτρέπεται η κολύμβηση μετά το φαγητό. Τα στοιχεία αυτά συνδέονται με την ευρύτερη αντιπαράθεση για το ποιοι παράγοντες συνέβαλαν στην εξέλιξη των γεγονότων και ποια ήταν η πραγματική δυνατότητα αποτροπής.
Τους Γάλλους εκπροσωπούν οι δικηγόροι κ.κ. Κώστας Ταμπάκης, Ευαγγελία Ταμπάκη και Φίλιππος Εμμ. Τσαλαχούρης, ενώ τη ξενοδοχειακή εταιρεία εκπροσωπεί ο δικηγόρος κ. Άκης Δημητριάδης.













