Ελεύθερη, αλλά με σαφές και δεσμευτικό πλαίσιο περιορισμών, αφέθηκε χθες, μια 47χρονη υπήκοος Νιγηρίας κατηγορούμενη για ληστεία, μετά την απολογία της για υπόθεση που φέρεται να εκτυλίχθηκε στη Ρόδο τα ξημερώματα της 17.07.2023.
Με ομόφωνη απόφαση Ανακριτή και Εισαγγελέως της επιβλήθηκαν οι περιοριστικοί όροι της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της υποχρέωσης εμφάνισης 1 φορά κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας της.
Η υπόθεση, όπως αποτυπώνεται στη δικογραφία, αφορά καταγγελία για χρήση σωματικής βίας και αφαίρεση χρυσής αλυσίδας με σταυρό αξίας 900 ευρώ. Σύμφωνα με την καταγγελία , το περιστατικό τοποθετείται στη Ρόδο, στην οδό Ορφανίδου, στις 17.07.2023 και περίπου στη 01:30. Ο παθών, υπήκοος Σουηδίας, φέρεται να περπατούσε στο σημείο όταν τον πλησίασε γυναίκα, η οποία, κατά την περιγραφή του, του ζήτησε να συνευρεθούν ερωτικά. Εκείνος υποστήριξε ότι αρνήθηκε και τότε, όπως κατήγγειλε, δέχθηκε επίθεση με πέτρα, με χτύπημα στο δεξί χέρι και στον ώμο.
Στην ίδια καταγγελία αποδίδεται στη δράστιδα ότι, αμέσως μετά, αφαίρεσε από τον λαιμό του μια χρυσή αλυσίδα με σταυρό, την οποία ο παθών αποτιμά σε 900 ευρώ, και τράπηκε σε φυγή. Το περιστατικό καταγγέλθηκε προφορικά στις αστυνομικές αρχές το βράδυ της 18.07.2023, ενώ οι αναζητήσεις οδήγησαν στον εντοπισμό και την προσαγωγή της κατηγορούμενης τις πρώτες πρωινές ώρες της 19.07.2023 στην ίδια περιοχή.
Κατά την προσαγωγή της στην κατοχή της βρέθηκε χρυσή αλυσίδα με σταυρό, η οποία κατασχέθηκε και αποδόθηκε στον παθόντα, που επίσης φέρεται να την αναγνώρισε.
Στην απολογία της, η 47χρονη υπήκοος Νιγηρίας παραδέχθηκε ότι έχει κατηγορηθεί και στο παρελθόν για κλοπές, τοποθέτηση που από μόνη της δεν αποδεικνύει την παρούσα πράξη, αλλά προστίθεται στη συνολική εικόνα που εξετάζουν οι αρχές. Για το επίμαχο βράδυ, υποστήριξε ότι βρισκόταν στην περιοχή και ότι ο παθών ήταν εκείνος που δέχθηκε να υπάρξει σεξουαλική επαφή έναντι αμοιβής 70 ευρώ, ποσό που, όπως είπε, κατέβηκε στα 50 ευρώ κατόπιν διαπραγμάτευσης.
Περιέγραψε ότι μετά από περίπου 20 λεπτά ζήτησε να σταματήσουν, επειδή θεωρούσε ότι είχε λήξει ο χρόνος, και τότε, κατά την εκδοχή της, ο παθών αντέδρασε βίαια, την χτύπησε και επιχείρησε να πάρει πίσω τα χρήματα.
Ισχυρίστηκε ότι έπεσε κάτω και φώναζε για βοήθεια, ότι ο παθών έφυγε τρέχοντας και ότι αργότερα, καθώς επέστρεφε, γύρισε πίσω επειδή της είχε πέσει το κινητό της. Εκεί, όπως είπε, βρήκε στο δρόμο το κινητό της και λίγο πιο δίπλα την αλυσίδα, την οποία πήρε με σκοπό να την επιστρέψει αν τον ξαναέβλεπε, αρνούμενη ότι τον χτύπησε ποτέ με πέτρα.
Ως συνήγορος υπεράσπισης της παρέστη η δικηγόρος κ. Πολυξένη Χατζηγιάννη.













