- Το Μονομελές Εφετείο ανέστειλε την εκποίηση της πρώτης κατοικίας μιας οφειλέτιδος, κρίνοντας ότι η διαδικασία θα μπορούσε να προκαλέσει μη αναστρέψιμες συνέπειες.
- Η απόφαση ελήφθη λόγω του κινδύνου να πραγματοποιηθεί ο πλειστηριασμός πριν ολοκληρωθεί η εκκρεμής δικαστική διαδικασία σχετικά με την κατοικία.
- Το δικαστήριο επισήμανε την πιθανότητα κατάχρησης δικαιώματος από την πλευρά των πιστωτών, εφόσον η εκτέλεση επισπεύδεται πριν από την τελεσίδικη απόφαση.
- Η κατάσταση της υγείας της οφειλέτιδος, που είναι ανάπηρη σε ποσοστό 80%, επηρεάσε καθοριστικά την απόφαση για την αναστολή της διαδικασίας.
Λίγες μόλις ημέρες πριν ανοίξει η ηλεκτρονική πλατφόρμα του πλειστηριασμού, το Μονομελές Εφετείο έβαλε φρένο στην εκποίηση της πρώτης κατοικίας μιας ημεδαπής, κρίνοντας πως η συνέχιση της διαδικασίας θα μπορούσε να δημιουργήσει μια κατάσταση μη αναστρέψιμη. Με την υπ’ αριθμόν 135/2026 απόφασή του, το δικαστήριο διέταξε την αναστολή της δημοπρασίας που επρόκειτο να διενεργηθεί ηλεκτρονικά στις 24 Ιουνίου 2026 και αφορούσε διαμέρισμα που χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία της η οφειλέτις.
Η κρίση του δικαστηρίου για τον κίνδυνο που ελλόχευε
Το σκεπτικό της απόφασης κινήθηκε γύρω από μία βασική διαπίστωση. Στην παρούσα δικονομική συγκυρία, όπως έκρινε το δικαστήριο, υπήρχε ορατός ο κίνδυνος να βγει το ακίνητο στο σφυρί στις 24 Ιουνίου και, λίγο αργότερα, να γίνει δεκτή η έφεση της οφειλέτιδος, να διαταχθεί η εξαίρεση της κύριας κατοικίας της από την εκποίηση και να αποδειχθεί ότι ο πλειστηριασμός είχε ήδη συντελεστεί επί ενός ακινήτου που θα έπρεπε να είχε προστατευθεί. Με άλλα λόγια, το δικαστήριο εκτίμησε ότι ασφαλέστερη οδός ήταν να ολοκληρωθεί πρώτα η εκκρεμής δικαστική διαδικασία και να αποσαφηνιστεί η τύχη του ακινήτου, προτού επιτραπεί οποιαδήποτε οριστική μεταβολή στην κυριότητά του.
Όπως αποτυπώθηκε στην απόφαση, η έκβαση της έφεσης θα κρίνει και την ουσία. Είτε θα δικαιώσει την οφειλέτιδα, εξαιρώντας την κατοικία της και προσδιορίζοντας ενδεχομένως ένα ποσό που θα πρέπει να καταβληθεί για τη διάσωσή της, είτε θα δικαιώσει την πλευρά των πιστωτών, οπότε και η εξακολούθηση της αναγκαστικής εκτέλεσης θα αποκτούσε νόημα. Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο θεώρησε ότι η απάντηση πρέπει να δοθεί πρώτα και ο πλειστηριασμός να ακολουθήσει μόνο εφόσον δικαιολογείται.
Η επίσπευση της εκτέλεσης «στο όριο» του δικαιώματος
Κομβικό σημείο της κρίσης υπήρξε η στάση της πιστώτριας πλευράς. Το δικαστήριο επισήμανε ότι η επιλογή να επισπευσθεί η εκτέλεση πριν κριθεί τελεσίδικα η υπόθεση κινείται στο όριο της ενάσκησης του δικαιώματος, όπως αυτό προδιαγράφεται από τις διατάξεις περί κατάχρησης. Με βάση αυτή τη συλλογιστική, πιθανολογήθηκε ότι ο σχετικός λόγος της έφεσης θα γίνει δεκτός ως βάσιμος, στοιχείο που αποτέλεσε και μία από τις προϋποθέσεις για να ανασταλεί η διαδικασία.
Παράλληλα, το δικαστήριο στάθηκε στο στοιχείο της ανεπανόρθωτης βλάβης. Πέρα από το γεγονός ότι το επίμαχο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της οφειλέτιδος, βάρυνε καθοριστικά και η κατάσταση της υγείας της. Σύμφωνα με όσα τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, η ημεδαπή αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας εδώ και χρόνια και έχει κριθεί ανάπηρη σε ποσοστό 80% για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η συνδρομή αυτών των παραγόντων οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η απώλεια της κατοικίας θα προκαλούσε βλάβη που δύσκολα θα μπορούσε να αποκατασταθεί.
Το ιστορικό της οφειλής και της δικαστικής διαμάχης
Η υπόθεση έχει μακρά διαδρομή πίσω της. Η οφειλή προέρχεται από στεγαστικό δάνειο, για το οποίο είχε εκδοθεί ήδη από το 2013 διαταγή πληρωμής που αφορούσε ποσό 134.187,37 ευρώ. Με μεταγενέστερη επιταγή προς πληρωμή, το συνολικό ποσό που αναζητήθηκε, προσαυξημένο με δικαστικά έξοδα και λοιπές δαπάνες, ανήλθε σε 137.002,37 ευρώ. Η σχετική απαίτηση τελεί υπό τη διαχείριση εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, η οποία ενεργεί για λογαριασμό αλλοδαπής εταιρείας που εδρεύει στο εξωτερικό.
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη έπαιξε μία ακόμη εκκρεμής διαδικασία. Η οφειλέτις είχε ζητήσει την υπαγωγή της στις ευνοϊκές ρυθμίσεις για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, αιτούμενη την εξαίρεση της κατοικίας της από την εκποίηση. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε πρωτοδίκως, με το αρμόδιο δικαστήριο να διαγιγνώσκει δόλο, ωστόσο εκκρεμεί προς εκδίκαση η έφεση που άσκησε, η οποία έχει προσδιοριστεί να συζητηθεί στις 24 Σεπτεμβρίου 2026. Η πιστώτρια πλευρά προχώρησε στην επίδοση της επιταγής προς πληρωμή και στην επιβολή κατάσχεσης τον Νοέμβριο του 2025, την ώρα που ο εκτελεστός τίτλος είχε εκδοθεί περίπου δώδεκα χρόνια νωρίτερα.
Στην απόφαση καταγράφηκε ότι η καθυστέρηση βάρυνε και τις δύο πλευρές. Από τη μία, η οφειλέτις δεν φρόντισε να προσδιορίσει εγκαίρως την έφεσή της, παρά μόνο μετά την επίσπευση της εκτέλεσης, αφήνοντας να παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών. Από την άλλη, η πιστώτρια δεν επεδίωξε τον έγκαιρο προσδιορισμό προς τελεσίδικη διευθέτηση της διαφοράς, προτού προχωρήσει στην κατάσχεση του ίδιου ακριβώς ακινήτου που αποτελούσε αντικείμενο της αίτησης για την προστασία της πρώτης κατοικίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την ανακοπή της οφειλέτιδος, εστιάζοντας στη δική της κωλυσιεργία, κρίση που αντιστράφηκε στο επίπεδο της αναστολής με τη συνεκτίμηση και της στάσης της πιστώτριας.
Με βάση το σύνολο αυτών των δεδομένων, το δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση και διέταξε την αναστολή του πλειστηριασμού μέχρι την έκδοση απόφασης επί της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόρριψης της ανακοπής. Παράλληλα, καθώς στις συγκεκριμένες δίκες τα δικαστικά έξοδα βαρύνουν πάντα τον αιτούντα, η οφειλέτις καταδικάστηκε στην καταβολή 300 ευρώ για τα έξοδα της αντίδικης πλευράς.
Την υπόθεση χειρίστηκαν οι δικηγόροι ο κ. Μιχαήλ Διάκος και η κ. Τσαμπίκα Ψαρά.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














