ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Σκάνδαλο «Εψιλον ΑΕΛΔΕ»: 6 παραγεγραμμένες δικογραφίες για την χρηματιστηριακή απάτη «μαμούθ» στο ακροατήριο

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
δικαιοσύνη
Μέγεθος γραμμάτων

Υπό­θε­ση χρη­μα­τι­στη­ρια­κής απά­της «μα­μούθ», που συ­γκλό­νι­σε λόγω του οι­κο­νο­μι­κού της με­γέ­θους και της με­θό­δευ­σης που υπήρ­ξε, το νησί της Ρόδου από το έτος 2000, οδη­γεί­ται στο αρ­χείο από το Τρι­με­λές Εφε­τείο Δω­δε­κα­νή­σου επί κα­κουρ­γη­μά­των σε συ­νε­δρί­α­ση που θα προσ­διο­ρι­στεί άμεσα.

Οι 6 δι­κο­γρα­φί­ες, που εκ­κρε­μούν εις βάρος του κα­τα­ζη­τού­με­νου με 3 διε­θνή εντάλ­μα­τα σύλ­λη­ψης χρη­μα­τι­στή στην Ει­σαγ­γε­λία Εφε­τών Δω­δε­κα­νή­σου, θα ει­σα­χθούν σε δίκη για να λη­φθεί και επι­σή­μως η σχε­τι­κή από­φα­ση.

Οπως έγρα­ψε η «δη­μο­κρα­τι­κή», «φρένο» στην έκ­δο­ση στις ελ­λη­νι­κές αρχές και συ­γκε­κρι­μέ­να στην Ει­σαγ­γε­λία Εφε­τών Δω­δε­κα­νή­σου του δια­βό­η­του κα­τα­ζη­τού­με­νου με διε­θνή εντάλ­μα­τα σύλ­λη­ψης για χρη­μα­τι­στη­ρια­κή απάτη, είχαν θέσει οι αρχές της Νορ­βη­γί­ας.

Συ­γκλί­νου­σες πλη­ρο­φο­ρί­ες ανα­φέ­ρουν συ­γκε­κρι­μέ­να ότι ο 60χρο­νος σή­με­ρα, κα­τα­ζη­τού­με­νος χρη­μα­τι­στής, νό­μι­μος εκ­πρό­σω­πος της «Εψι­λον ΑΕΛΔΕ», εντο­πί­στη­κε τον Μάρ­τιο του 2012 στη Νορ­βη­γία και συ­νε­λή­φθη δυ­νά­μει διε­θνούς εντάλ­μα­τος σύλ­λη­ψης της Interpol, που εκ­κρε­μεί σε βάρος του.

Ενη­με­ρώ­θη­κε σχε­τι­κά η Ει­σαγ­γε­λία Εφε­τών Δω­δε­κα­νή­σου, που απέ­στει­λε τον ίδιο μήνα τρία αι­τή­μα­τα για την έκ­δο­σή του.

Οι ίδιες πλη­ρο­φο­ρί­ες ανα­φέ­ρουν ότι οι αρχές της Νορ­βη­γί­ας απέρ­ρι­ψαν τα αι­τή­μα­τα για την έκ­δο­σή του το έτος 2016 με το αι­τιο­λο­γι­κό ότι τα αδι­κή­μα­τα για τα οποία κα­τη­γο­ρεί­ται διώ­κο­νται στην συ­γκε­κρι­μέ­νη χώρα σε βαθμό πλημ­με­λή­μα­τος.

Η έρευ­να γύρω από την δρα­στη­ριό­τη­τα της ως άνω ΑΕΛΔΕ και του κα­τα­ζη­τού­με­νου, ξε­κί­νη­σε τον Δε­κέμ­βριο του 2000, όταν υπο­βλή­θη­κε ενώ­πιον του Πο­λυ­με­λούς Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου αί­τη­ση για να κη­ρυ­χθεί σε πτώ­χευ­ση η εται­ρεία του, που συ­νο­δεύ­τη­κε στο διά­στη­μα εκεί­νο από δη­μο­σιεύ­μα­τα, που τον εμ­φά­νι­ζαν ως θύμα το­κο­γλύ­φων.

Η υπό­θε­ση προ­σέ­λα­βε με­γά­λες δια­στά­σεις μετά την υπο­βο­λή μη­νύ­σε­ων από επεν­δυ­τές αλλά και την δια­πί­στω­ση ότι ενώ είχε εκ­δο­θεί διά­τα­ξη με την οποία απα­γο­ρεύ­θη­κε η έξο­δός του από τη χώρα είχε κα­τορ­θώ­σει να δια­φύ­γει στο διά­στη­μα, που οι μη­νύ­σεις και οι κα­ταγ­γε­λί­ες σε βάρος του, δια­δέ­χο­νταν η μία την άλλη.

Είχε κα­ταγ­γελ­θεί συ­γκε­κρι­μέ­να ότι ιδιο­ποι­ή­θη­κε τε­ρά­στια ποσά από επεν­δυ­τές, που του τα είχαν εμπι­στευ­θεί για να αγο­ρά­ζει για λο­γα­ρια­σμό τους και να παί­ζει στο Χρη­μα­τι­στή­ριο, αλλά σε δι­κούς του κω­δι­κούς αριθ­μούς ή μέσω δια­φό­ρων εται­ρειών.

Πέραν των μη­νύ­σε­ων για απάτη από επεν­δυ­τές, εκ­δό­θη­καν δια­τα­γές πλη­ρω­μής σε βάρος του από επι­τα­γές, ενώ δι­κο­γρα­φί­ες σχη­μα­τί­στη­καν και από το Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο για οφει­λές ύψους 2 εκατ. ευρώ, που φέ­ρε­ται να άφησε μέσω της εται­ρεί­ας του.

Οι οφει­λές του προς το δη­μό­σιο σύμ­φω­να με ανα­κοί­νω­ση του Υπουρ­γεί­ου Οι­κο­νο­μι­κών ανέρ­χο­νται στα 2.004.396,97 ευρώ.

Στην πρώτη υπό­θε­ση που θα απα­σχο­λή­σει το Κα­κουρ­γιο­δι­κείο φέ­ρε­ται στη Ρόδο κατά το χρο­νι­κό διά­στη­μα από 24-9-1999 μέχρι Μάιο 2000 με την ιδιό­τη­τα του πρό­ε­δρου και διευ­θύ­νο­ντος σύμ­βου­λου της «ΕΨΙ­ΛΟΝ ΑΕΛΔΕ», με κύριο αντι­κεί­με­νο τη δια­με­σο­λά­βη­ση για επεν­δύ­σεις και διε­νέρ­γεια χρη­μα­τι­στη­ρια­κών συ­ναλ­λα­γών ενώ έλαβε από έναν εγκα­λού­ντα ημε­δα­πό, κά­τοι­κο Ρόδου εντο­λή να αγο­ρά­σει για λο­γα­ρια­σμό του 28.750 με­το­χές της «Επι­χει­ρή­σεις Ατ­τι­κής», συ­νο­λι­κής αξίας 100.000.000 δραχ­μών, ποσόν που κα­τέ­βα­λε σε αυτόν ο εγκα­λών για το συ­γκε­κρι­μέ­νο σκοπό, με­το­χές της εται­ρεί­ας «Γρη­γό­ρης Μι­κρο­γεύ­μα­τα» που επρό­κει­το να ει­σα­χθεί στο Χρη­μα­τι­στή­ριο, συ­νο­λι­κής αξίας 20.000.000 δραχ­μών, ποσόν που κα­τέ­βα­λε ο εγκα­λών σε με­τρη­τά και με­το­χές των εται­ρειών ΚΡΕΤΑ ΦΑΡΜ και ΔΟΛ συ­νο­λι­κής αξίας πε­ρί­που 25.000.000 δραχ­μών, ποσόν που κα­τέ­βα­λε σε αυτόν για το σκοπό αυτό ο εγκα­λών τον Απρί­λιο του 2000 τις οποί­ες αυτός στη συ­νέ­χεια θα δια­χει­ρι­ζό­ταν με­τα­πω­λώ­ντας αυτές και αγο­ρά­ζο­ντας άλλες, ο κα­τη­γο­ρού­με­νος τε­λι­κώς προ­έ­βη στη με­ρι­κή εκτέ­λε­ση των πα­ρα­πά­νω εντο­λών, αγο­ρά­ζο­ντας 7500 με­το­χές της ει­σηγ­μέ­νης στο Χρη­μα­τι­στή­ριο εται­ρεί­ας με την επω­νυ­μία «Επι­χει­ρή­σεις Ατ­τι­κής», αντί συ­νο­λι­κού τι­μή­μα­τος 26.250.000 δραχ­μών, ενώ πε­ραι­τέ­ρω με πρό­θε­ση ιδιο­ποι­ή­θη­κε πα­ρά­νο­μα τα υπό­λοι­πα χρη­μα­τι­κά ποσά, συ­νο­λι­κού ύψους 118.750.000 δραχ­μών, αρ­νού­με­νος να τα απο­δώ­σει στον εγκα­λού­ντα.

Στην δεύ­τε­ρη υπό­θε­ση φέ­ρε­ται να έλαβε εντο­λή να αγο­ρά­σει επ’ ονό­μα­τι και για λο­γα­ρια­σμό εγκα­λού­ντος ημε­δα­πού, κα­τοί­κου Ια­λυ­σού, με­το­χές αξίας 45.000.000 δραχ­μών, ποσό το οποίο κα­τέ­θε­σε ο εγκα­λών στις 29-3-2000 στον λο­γα­ρια­σμό του, με πρό­θε­ση ιδιο­ποι­ή­θη­κε το ως άνω ποσό δραχ­μών, χωρίς να προ­βεί στην εκτέ­λε­ση της εντο­λής.

Στην τρίτη υπό­θε­ση του απο­δί­δε­ται ότι στις 29-12-1999, πα­ρέ­στη­σε ψευ­δώς σε έναν ημε­δα­πό κά­τοι­κο Ρόδου, ότι ο χρη­μα­τι­στη­ρια­κός κω­δι­κός αριθ­μός «47371» ανήκε σε άγνω­στο σ’ αυτόν (εγκα­λού­ντα) θε­σμι­κό επεν­δυ­τή, ο οποί­ος συ­νερ­γά­ζε­το με την ανώ­νυ­μη χρη­μα­τι­στη­ρια­κή εται­ρία με την επω­νυ­μία «ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ» και ότι αυτός (εγκα­λών) το­πο­θε­τώ­ντας τα χρή­μα­τα του στον λο­γα­ρια­σμό της «ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ» στην Τρά­πε­ζα Ερ­γα­σί­ας, με την έν­δει­ξη αυτού του κω­δι­κού αριθ­μού στη θέση «κα­τα­θέ­της», απο­κτού­σε δι­καί­ω­μα για αγορά με­το­χών της ΕΥΔΑΠ, το μεν κατά τη δη­μό­σια εγ­γρα­φή, το δε μέσω πα­κέ­του δια του αγνώ­στου στον εγκα­λού­ντα θε­σμι­κού επεν­δυ­τή, ο οποί­ος είχε τον κω­δι­κό αυτόν. Ετσι τον έπει­σε να κα­τα­θέ­σει στον ανω­τέ­ρω τρα­πε­ζι­κό λο­γα­ρια­σμό της «ΑΣΠΙΣ ΑΧΕ» με τον πα­ρα­πά­νω χρη­μα­τι­στη­ρια­κό κω­δι­κό «47371», το ποσό των 188.000.000 δραχ­μών.

Επι­πλέ­ον, πα­ρέ­στη­σε ψευ­δώς στον ίδιο ως άνω εγκα­λού­ντα ότι εκ πα­ρα­δρο­μής είχε γίνει κα­τά­θε­ση εκ μέ­ρους της «ΕΨΙ­ΛΟΝ ΑΕΛΔΕ» ποσού 15.000.000 δραχ­μών στον χρη­μα­τι­στη­ρια­κό λο­γα­ρια­σμό του, ότι η εγ­γρα­φή της ως άνω κα­τά­θε­σης και ενη­μέ­ρω­ση του λο­γα­ρια­σμού του εγκα­λού­ντος θα εμ­φα­νί­ζε­το στο λο­γα­ρια­σμό του την επό­με­νη ημέρα, καθώς επί­σης ότι έπρε­πε να επι­στρέ­ψει το ως άνω εκ λά­θους κα­τα­τε­θέν ποσό των 15.000.000 δραχ­μών αυ­θη­με­ρόν, όλα δε τα ανω­τέ­ρω ήσαν ψευδή.

Στην τέ­ταρ­τη υπό­θε­ση του απο­δί­δε­ται ότι στη Ρόδο, στις 15.10.1999, ενώ έλαβε εντο­λή να αγο­ρά­σει στο όνομα και για λο­γα­ρια­σμό εγκα­λού­ντος ημε­δα­πού, με­το­χές της ει­σηγ­μέ­νης στο Χρη­μα­τι­στή­ριο ναυ­τι­λια­κής εται­ρεί­ας με την επω­νυ­μία «Επι­χει­ρή­σεις Ατ­τι­κής» και να τις δια­χει­ρι­στεί, αξίας 58.694,06 ευρώ (20.000.000 δραχ­μών), ποσό που του κα­τέ­βα­λε για το σκοπό αυτό ο τε­λευ­ταί­ος (εγκα­λών), με πρό­θε­ση ιδιο­ποι­ή­θη­κε πα­ρά­νο­μα αυτό το (πιο πάνω ποσό), αρ­νού­με­νος την από­δο­σή του.

Στην πέμ­πτη υπό­θε­ση του απο­δί­δε­ται ότι στη Ρόδο στο τέλος Μαΐου του 2000, πα­ρέ­στη­σε ψευ­δώς σε έναν ημε­δα­πό, κά­τοι­κο Ρόδου ότι είχε ορ­γα­νω­θεί ομάδα επεν­δυ­τών για να αγο­ρα­σθούν με­το­χές της HYATT, ότι ο ίδιος είχε σχε­διά­σει να προ­βεί σε αγορά των με­το­χών αυτών για λο­γα­ρια­σμό των πα­ρα­πά­νω επεν­δυ­τών και ότι μπο­ρού­σε ο εγκα­λών να συμ­με­τέ­χει σε αυτό το πα­κέ­το, για να απο­κτή­σει και αυτός τέ­τοιες με­το­χές σε πολύ καλή τιμή, με το μέ­γι­στο των δια­θε­σί­μων χρη­μά­των του, κα­τα­θέ­το­ντάς τα σε δι­κούς του λο­γα­ρια­σμούς και ότι μετά την από­κτη­ση του πα­κέ­του των με­το­χών αυτών σε κά­ποιον άλλο κω­δι­κό, θα κα­τα­νέ­μο­νταν οι με­το­χές αυτές στους με­τέ­χο­ντες του πα­κέ­του με­τα­ξύ των οποί­ων και στον εγκα­λού­ντα, ανά­λο­γα με το ποσό συμ­με­το­χής του κα­θε­νός, αν και γνώ­ρι­ζε ότι όλα τα ανω­τέ­ρω ανα­φε­ρό­με­να δεν ήσαν αληθή πεί­θο­ντας -με τον τρόπο αυτό τον ανω­τέ­ρω να του κα­τα­θέ­σει στον λο­γα­ρια­σμό του στην Τρά­πε­ζα Πί­στε­ως στις 29-5-2000 το ποσό των 58.694,06 ευρώ και στο τρα­πε­ζι­κό λο­γα­ρια­σμό της εται­ρεί­ας του «ΕΨΙ­ΛΟΝ ΑΕΛΔΕ» στη Τρά­πε­ζα Ερ­γα­σί­ας ποσό 49.889,95 ευρώ κάτι που δεν θα έκανε αν γνώ­ρι­ζε την ακρι­βή κα­τά­στα­ση.

Στην έκτη υπό­θε­ση κα­τη­γο­ρεί­ται για το ό,τι στη Ρόδο στις 18-4-2000 ως νό­μι­μος εκ­πρό­σω­πος με την ιδιό­τη­τα του προ­έ­δρου του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου της “ΕΨΙ­ΛΟΝ ΑΕΛΔΕ” και ως διευ­θύ­νων σύμ­βου­λος αυτής, ενώ στις 18-11-1999 η εγκα­λού­σα ανώ­νυ­μη χρη­μα­τι­στη­ρια­κή εται­ρία με την επω­νυ­μία “ΕΓΝΑ­ΤΙΑ ΑΧΕ.”, προ­δή­λως εκ πα­ρα­δρο­μής στην πλη­κτρο­λό­γη­ση από αρ­μό­διο υπάλ­λη­λο του λο­γι­στη­ρί­ου της, είχε εμ­βά­σει στο λο­γα­ρια­σμο της ανώ­νυ­μης εται­ρί­ας «ΕΨΙ­ΛΟΝ ΑΕΛΔΕ», που δια­τη­ρού­σε στην Τρά­πε­ζα Ερ­γα­σί­ας το ποσό των 36.632.761 δραχ­μών, το οποίο όμως δεν αντι­στοι­χού­σε σε ανα­λό­γου ποσού τι­μο­λό­γιο πα­ρο­χής υπη­ρε­σιών (ΤΠΥ), αντί του ορθού και οφει­λο­μέ­νου ποσού των 3.632.761 δραχ­μών, από προ­μή­θειες χρη­μα­τι­στη­ρια­κών εντο­λών πε­λα­τών της προς εκτέ­λε­ση στο Χρη­μα­τι­στή­ριο Αξιών Αθη­νών (Χ.Α.Α.), μηνός Σε­πτεμ­βρί­ου 1999, με απο­τέ­λε­σμα μετά από συμ­ψη­φι­σμό των οφει­λο­μέ­νων από την εγκα­λού­σα εται­ρεία προς την «ΕΨΙ­ΛΟΝ ΑΕΛΔΕ» για προ­μή­θειες μηνών Οκτω­βρί­ου, Νο­εμ­βρί­ου και Δε­κεμ­βρί­ου 1999 καθώς και του Ια­νουα­ρί­ου και Φε­βρουα­ρί­ου 2000 να πε­ριο­ρι­στεί το αχρε­ω­στή­τως κα­τα­βλη­θέν ποσό των 33.000.000 δραχ­μών στο ποσό των 26.362.351 δραχ­μών, ποσό το οποίο πα­ρα­κρά­τη­σε πα­ρά­νο­μα, αρ­νού­με­νος να το απο­δώ­σει στην εγκα­λού­σα.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.