ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Μπορεί η Τουρκία να αιφνιδιάσει την Ελλάδα ;

news room 6 λεπτά ανάγνωση
ΤΟΥΡΚΙΚΟ

Ένα από τα πλέον ανα­γκαία ζητού­μενα στον πόλεμο είναι η επί­τευξη αιφ­νι­δια­σμού. Πρό­κει­ται για ένα από τα βασι­κό­τερα δόγματα του πολέμου και τα παρα­δείγ­ματα στην παγκό­σμια στρα­τιω­τική ιστορία είναι πολλά: Η Γερ­μα­νία αιφ­νι­δί­ασε τη Γαλλία τον Μάιο του 1940 με απο­τέ­λε­σμα την κατάρ­ρευση του Δυτικού Μετώπου μέσα σε ένα μήνα. Τον Ιούνιο του 1941 ο Χίτλερ αιφ­νι­δί­ασε τον Στάλιν και έφτασε στις πύλες της Μόσχας. Τον Ιούνιο του 1967 το Ισραήλ αιφ­νι­δί­ασε του Άραβες και κατά­φερε μεγάλη νίκη, για να αιφ­νι­δια­στεί με τη σειρά του, τον Οκτώ­βριο του 1973, από την Αίγυπτο και τη Συρία.

Οι παρά­γο­ντες, που απο­τρέ­πουν μια αιφ­νι­δια­στική επίθεση είναι η ποιό­τητα και η ορθή αξιο­λό­γηση των δια­θέ­σι­μων πλη­ρο­φο­ριών, καθώς και η αντί­ληψη της ηγεσίας ως προς τις προ­θέ­σεις του αντι­πά­λου. Βέβαια οι υπη­ρε­σίες πλη­ρο­φο­ριών δεν είναι πάντο­τες ικανές να αντι­λη­φθούν και να προ­βλέ­ψουν τα επερ­χό­μενα γεγο­νότα. Έτσι υπάρ­χουν πολλά παρα­δείγ­ματα απο­τυ­χιών (απο­τυ­χία πρό­βλε­ψης της πτώσης του Ιρανού Σάχη το 1979, της ιρα­κι­νής εισβολή στο Κουβέιτ το 1990, των μεγάλων τρο­μο­κρα­τι­κών επι­θέ­σεων της 11ης Σεπτεμ­βρίου 2001 και μετά, την άνοδο του Ισλα­μι­κού Χαλι­φά­του κ.ά.).

Άρα ο αιφ­νι­δια­σμός είναι μια υπαρκτή υπόθεση εργα­σίας. Ωστόσο, αυτό που μπορεί να απο­τρα­πεί είναι ο πλήρης αιφ­νι­δια­σμός, ο οποίος συνήθως συνο­δεύ­ε­ται από την σχεδόν ολο­κλη­ρω­τική κατάρ­ρευση του αμυ­νο­μέ­νου. Παλαιό­τερα, όταν ο πόλεμος ήταν ποιο «αργός», ακόμα και ο πλήρης αιφ­νι­δια­σμός μπο­ρούσε να απορ­ρο­φη­θεί εάν υπήρχε «στρα­τη­γικό βάθος». Ότι δηλαδή έγινε στο Ανα­το­λικό Μέτωπο στη διάρ­κεια του Β’ Παγκο­σμίου Πολέμου (Β’ ΠΠ). Ο πλήρης αιφ­νι­δια­σμός της Σοβιε­τι­κής Ένωσης πρα­κτικά απορ­ρο­φή­θηκε από τη μεγάλη έκταση της χώρας. Οι Σοβιε­τι­κοί αντάλ­λα­ξαν χρόνο με χώρο, μέχρι να απορ­ρο­φή­σουν τις μεγάλες απώ­λειες τους, να ανα­διορ­γα­νω­θούν και να εξα­πο­λύ­σουν την αντε­πί­θεση τους.

Στην περί­πτωση της Ελλάδας και της Τουρ­κίας αυτή η συνθήκη δεν ισχύει για πολι­τι­κούς λόγους. Ελλάδα και Τουρκία είναι μέλη του ΝΑΤΟ. Εδώ και δεκα­ε­τίες το ΝΑΤΟ (κυρίως οι ΗΠΑ) επεμ­βαί­νουν πυρο­σβε­στικά σε κάθε ελλη­νο­τουρ­κική κρίση, έτσι ώστε να μην γίνει πράξη η εκτί­μηση ότι σε περί­πτωση ελλη­νο­τουρ­κι­κού πολέμου η νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ θα καταρ­ρεύ­σει. Η γενι­κό­τερη εκτί­μηση είναι ότι σε περί­πτωση που τα πράγ­ματα ξεφύ­γουν από τον έλεγχο του ΝΑΤΟ και υπάρξει ελλη­νο­τουρ­κι­κός πόλεμος, αυτός δεν θα ξεπε­ρά­σει σε διάρ­κεια τις 2-3 ημέρες, διότι με την έναρξη των εχθρο­πρα­ξιών η Συμ­μα­χία θα «πέσει» πάνω σε Ελλάδα και Τουρκία και να πιέσει ή θα επι­βά­λει την κατά­παυση του πυρός και την έναρξη δια­πραγ­μα­τεύ­σεων για την ειρη­νική επίλυση της δια­φο­ράς.

Το ερώτημα είναι πως οι Έλληνες επι­τε­λείς μπορούν να ελατ­τώ­σουν όσο το δυνατό το φαι­νό­μενο του αιφ­νι­δια­σμού. Ένας ριζο­σπα­στι­κός τρόπος είναι η αλλαγή δόγ­μα­τος. Σήμερα το ελλη­νικό δόγμα είναι αμυ­ντικό. Δηλαδή η Ελλάδα θα αμυνθεί σε περί­πτωση επί­θε­σης (άρα το πλε­ο­νέ­κτημα της έναρξης των εχθρο­πρα­ξιών βρί­σκε­ται στον αντί­παλο). Εάν το δόγμα μας αλλάξει και γίνει ποιο ευέ­λι­κτο, δηλαδή υιο­θε­τη­θεί το δόγμα των προ­λη­πτι­κών επι­χει­ρή­σεων, τότε η χώρας μας θα έχει το πλε­ο­νέ­κτημα του πρώτου πλήγ­μα­τος, άρα της εξά­λει­ψης του στοι­χείου του αιφ­νι­δια­σμού από τον εχθρό. Αλλά κάτι τέτοιο δεν φαί­νε­ται στον ορί­ζο­ντα.

Άρα τη απο­μέ­νει; Η βελ­τί­ωση της δια­δι­κα­σίας συλ­λο­γής και ανά­λυ­σης όλων των πλη­ρο­φο­ριών με στόχο τη μείωση ή του­λά­χι­στον την ελα­χι­στο­ποί­ηση των σφαλ­μά­των που προ­κύ­πτουν κατά την δια­δι­κα­σία της αξιο­λό­γη­σης και της εκτί­μη­σης του μεγέ­θους της απειλής. Για παρά­δειγμα, στον τομέα της αερο­πο­ρίας, αυτό μετα­φρά­ζε­ται στη διάθεση ενός πυκνού και σύγ­χρο­νου δικτύου έγκαι­ρης προει­δο­ποί­η­σης και ελέγχου ή, στον τομέα της παρά­κτιας άμυνας, της δημιουρ­γίας ενός αντί­στοι­χου δικτύου επι­τή­ρη­σης ακτών (φίλιων και εχθρι­κών).

Η ορθή εκτί­μηση και πρόληψη μιας αιφ­νι­δια­στι­κής επι­θε­τι­κής ενέρ­γειας είναι μια ιδιαί­τερα δύσκολη υπόθεση, ιδιαί­τερα για μια χώρα σαν την Ελλάδα, η οποία, όπως είπαμε, δια­τη­ρεί σε ισχύ αμυ­ντικό δόγμα. Η δυσκο­λία ή το πρό­βλημα δεν είναι στο πως θα συλ­λε­χθούν περισ­σό­τε­ρες ή έστω περισ­σό­τερο αξιό­πι­στες πλη­ρο­φο­ρίες, αλλά στο πως αυτές οι πλη­ρο­φο­ρίες θα ανα­λυ­θούν και θα αξιο­λο­γη­θούν σε επι­χει­ρη­σιακό επίπεδο. Για παρά­δειγμα, εάν η Ελλάδα απο­κτή­σει τα επι­χει­ρη­σιακά σχέδια της Τουρ­κίας και γνω­ρί­ζει εκ των προ­τέ­ρων ότι η κύρια επι­θε­τική προ­σπά­θεια της Τουρ­κίας θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί στο βόρειο τμήμα των ελλη­νο­τουρ­κι­κών συνόρων στον Έβρο, τότε η πλη­ρο­φο­ρία αυτή δεν αξίζει τίποτα εάν δεν συνο­δευ­τεί με έργα, δηλαδή με την κατάλ­ληλη και αθόρυβη ενί­σχυση του υπό απειλή μετώπου.

Η αδυ­να­μία ορθής ανά­λυ­σης πλη­ρο­φο­ριών οδηγεί, στις περισ­σό­τε­ρες των περι­πτώ­σεων, σε απο­τυ­χίες (π.χ. αδυ­να­μία των ΗΠΑ να προ­βλέ­ψουν την εισβολή της Βόρειας Κορέας και της Κίνας στη Νότιο Κορέα το 1950, αδυ­να­μία της Ινδίας να προ­βλέ­ψει την πακι­στα­νική εισβολή το 1965, αδυ­να­μία των αρα­βι­κών κρατών να προ­βλέ­ψουν την ισραη­λινή εισβολή του 1967 και του Ισραήλ να προ­βλέ­ψει την συντο­νι­σμένη επίθεση της Αιγύ­πτου και της Συρίας το 1973 κ.ά.).

Αλλά δεν είναι μόνο οι πλη­ρο­φο­ρίες. Είναι και η αντί­δραση μετά από κάθε απο­τυ­χία. Μετά το 1923, και ιδιαί­τερα μετά το 1945, Ελλάδα και Τουρκία έχουν βρεθεί αντι­μέ­τω­πες με πολλές κρίσεις. Ωστόσο, από την επαύ­ριον της κρίσης και μέχρι την επόμενη η Ελλάδα φαί­νε­ται να μην προ­σαρ­μό­ζε­ται στα νέα δεδο­μένα και να επι­μέ­νει μονό­τονα στο αμυ­ντικό της δόγμα, την ίδια στιγμή που η Τουρκία όχι μόνο δια­τη­ρεί ένα άκρως επι­θε­τικό δόγμα, αλλά προ­σαρ­μό­ζει τις ελλη­νο­τουρ­κι­κές κρίσεις ανάλογα με τις επι­διώ­ξεις της, όπως έγινε στην Κύπρο (το 1974) και στα Ίμια (το 1996). Μόνο στην περί­πτωση της κρίσης του 1987 η Τουρκία οπι­σθο­χώ­ρησε μόλις η Ελλάδα κατέ­στησε σαφές ότι είναι πρόθυμη για γενι­κευ­μένο πόλεμο προ­κει­μέ­νου να υπε­ρα­σπί­σει τα εθνικά κυριαρ­χικά της δικαιώ­ματα στο Αιγαίο.

Υπάρχει και άλλος λόγος για τον οποίο η εκτί­μηση και πρόληψη μιας αιφ­νι­δια­στι­κής επί­θε­σης είναι μια περί­πλοκη υπόθεση. Ο πόλεμος εμπε­ριέ­χει την ανάγκη συνε­κτί­μη­σης πολλών παρα­γό­ντων, διπλω­μα­τι­κών, πολι­τι­κών, στρα­τιω­τι­κών, οικο­νο­μι­κών, κοι­νω­νι­κών, ιδε­ο­λο­γι­κών κ.ά. Βέβαια, με δεδο­μένο ότι η συλλογή και η ανάλυση πλη­ρο­φο­ριών είναι μια διαρ­κείς και αδιά­κοπη δια­δι­κα­σία, η επι­τυ­χία σε μια χρονική στιγμή δεν εγγυά­ται και την επι­τυ­χία σε ύστερο χρόνο. Για παρά­δειγμα, η ορθή αντί­ληψη και κρίση των ισραη­λι­νών το 1967 και η επι­τυ­χία στον Πόλεμο των Έξι Ημερών οδήγησε σε λαν­θα­σμένη αντί­ληψη και κρίση λίγα χρόνια αργό­τερα, το 1973 (Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ).

Σε γενικές γραμμές, οι Ένοπλες Δυνά­μεις, οι οποίες θα έχουν στη διάθεση τους ακρι­βείς πλη­ρο­φο­ρίες μεγάλης αξιο­πι­στίας, θα βρί­σκο­νται σε πλε­ο­νε­κτι­κό­τερη θέση, δεδο­μέ­νου ότι θα μπορούν να προ­βλέ­ψουν με σχετική ακρί­βεια τις εχθρι­κές προ­θέ­σεις, άρα και μια αιφ­νι­δια­στική επίθεση. Αλλά ποια είναι η πλέον ακριβής πλη­ρο­φο­ρία; Η ξεκά­θαρη απειλή από τον εχθρό! Και σ’ αυτόν τον τομέα η Ελλάδα είναι «τυχερή» που έχει έναν τόσο φλύαρο και υπερ­φί­αλο αντί­παλο, ο οποίος δεν κρύβει τις προ­θέ­σεις του. Έτσι η Ελλάδα γνω­ρί­ζει, με σαφή και ξεκά­θαρο τρόπο, ότι η Τουρκία θα επι­τε­θεί στην χώρα μας εάν επε­κτεί­νουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια (Casus Belli) ή εάν προ­σπα­θή­σουμε να ελευ­θε­ρώ­σουμε τα κατε­χό­μενα κυπριακά εδάφη. Βέβαια πάντα υπάρχει και το ενδε­χό­μενο της παρα­πλά­νη­σης, αλλά στην ελλη­νο­τουρ­κική περί­πτωση οι δηλώ­σεις της Άγκυρας είναι πραγ­μα­τι­κές.

Το ότι η Τουρκία δια­τη­ρεί εν ισχύ το Casus Belli στο Αιγαίο μπορεί να δείχνει τετε­λε­σμένο, αλλά σε δεύτερη ανάλυση μπορεί να εξε­λι­χθεί σε μια πρώτης τάξεως ευκαι­ρία για την Ελλάδα, όχι μόνο να προ­λά­βει μια τουρ­κική αιφ­νι­δια­στική επίθεση, αλλά και να την απο­τρέ­ψει απο­τε­λε­σμα­τικά. Με μια βασική προ­ϋ­πό­θεση: Την αλλαγή δόγ­μα­τος!

Η Τουρκία έχει δια­μη­νύ­σει ότι η επέ­κτα­σης των εθνικών χωρικών υδάτων της Ελλάδας είναι αιτία πολέμου. Θα μπο­ρού­σαμε και εμείς να αντι­τά­ξουμε τη θέση, στο πλαίσιο του δόγ­μα­τος του ισο­δύ­να­μου τετε­λε­σμέ­νου που υπο­τί­θε­ται ότι ισχύει μετά τα Ίμια: «Αφού εσείς θεω­ρείτε την άσκηση ενός διε­θνούς ανα­γνω­ρι­σμέ­νου κυριαρ­χι­κού μας δικαιώ­μα­τος ως αιτία πολέμου και μας απει­λεί­ται, τότε και εμείς σας γνω­στο­ποιούμε ότι όταν απο­φα­σί­σουμε να επε­κτεί­νουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια θα αμυν­θούμε των κυριαρ­χι­κών μας δικαιω­μά­των με προ­λη­πτικά πλήγ­ματα ενα­ντίων σας». Αλλά κάτι τέτοιο, όπως είπαμε, προ­ϋ­πο­θέ­τει απο­φα­σι­στική ηγεσία, ισχυρές Ένοπλες Δυνά­μεις και αλλαγή επι­χει­ρη­σια­κού δόγ­μα­τος.

thinknews.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.