Με αμείωτο ρυθμό και ένταση συνεχίζονται στο Πρωτοδικείο Ρόδου οι καταθέσεις αγωγών, ενώ παρά τη μερική αναστολή λειτουργίας των Δικαστηρίων λόγω covid-19, εξαιρέθηκαν και διεξάγονται κανονικά με τη καθιερωθείσα διαδικασία «των 100 ημερών» όλες οι δίκες διόρθωσης αρχικών εγγραφών στο Κτηματολόγιο Σύμης.
Μάλιστα λόγω του μεγάλου αριθμού όγκου των εκκρεμών ακόμη περιπτώσεων και καθώς με τις σημερινές συνθήκες είναι δύσκολη η συγκέντρωση από τους ενδιαφερόμενους των απαραίτητων στοιχείων, όπως έγινε ήδη γνωστό δόθηκε παράταση μέχρι το τέλος του 2021 της προθεσμίας που έληγε μέχρι τέλος του τρέχοντος έτους για τη κατάθεση των σχετικών αγωγών.
Ειδικά για το Κτηματολόγιο Σύμης οι αγωγές που κατατέθηκαν υπολογίζονται σε μισή χιλιάδα και αναμένεται η κατάθεση άλλων τόσων, με τα σκήπτρα και τη συντριπτική πλειοψηφία να αφορούν οι δίκες, παραδόξως όχι μεταξύ ιδιωτών, αλλά κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εντάσσονται σε δύο κατηγορίες.
Στις δίκες που οι Επιτροπές του Κτηματολογίου έκριναν ανεπαρκείς τους τίτλους των ιδιωτών και τα ακίνητα εγράφησαν ως «αγνώστου» και για τα οποία εφόσον ο νόμος προβλέπει ότι θα περιέλθουν στο Δημόσιο, οι δίκες διεξάγονται εναντίον του. Και στις δίκες που αποτελούν και την αιτία εξαιρετικών σφοδρών αντιδικιών, για τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο πέτυχε την εγγραφή των ακινήτων στο όνομά του με δύο κατά βάση τρόπους.
Είτε με δηλώσεις της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, περιήλθαν πολλές εκτάσεις στην ιδιοκτησία του Δημοσίου, επειδή πριν ακόμη επισημοποιηθούν οι δασικοί χάρτες της Σύμης, προβλήθηκε ότι έχουν στοιχεία δασικής βλάστησης κάθε είδους, ακόμη και βραχώδους, θαμνώδους, χορτολοβαδικής κ.λ.π.
Είτε με δηλώσεις της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου περιήλθαν επίσης πολλές εκτάσεις στην ιδιοκτησία του Δημοσίου, επειδή προβλήθηκε ότι σύμφωνα με τη Συνθήκη Ειρήνης του 1947 τού ανήκουν κατά διαδοχή των Ιταλών.
Από την άλλη πλευρά και για τις δύο παραπάνω κατηγορίες ακινήτων, για τους ιδιώτες που υπέβαλαν δηλώσεις και ενστάσεις στις διαδικασίες των καταχωρήσεων του Κτηματολογίου Σύμης, κρίθηκε από τις αρμόδιες Επιτροπές ότι βρισκόντουσαν σε μειονεκτική θέση έναντι του Δημοσίου, επειδή δεν ήταν σε θέση να προσκομίσουν μεταγραμμένους στο Υποθηκοφυλακείο Σύμης τίτλους ιδιοκτησίας, ούτε λίγο ούτε πολύ, από το έτος 1885!!!
Όπως είναι φανερό με τις δίκες που γεννήθηκαν και συνεχίζουν να γεννώνται για τις παραπάνω υποθέσεις, είναι πολύ μεγάλη η αδικία που αισθάνονται, αλλά και μεγάλες στις ζοφερές μάλιστα σημερινές συνθήκες, οι δαπάνες για τις δίκες και οι ταλαιπωρίες που υποβάλλονται οι κάτοικοι της Σύμης αλλά και άλλων περιοχών της Δωδεκανήσου, όπως η Πάτμος, η Αστυπάλαια κ.λ.π..
Και όπως δηλώνουν στη «δημοκρατική» οι δικηγόροι που τους εκπροσωπούν στα Δικαστήρια, η αδικία είναι ακόμη μεγαλύτερη, διότι το Δημόσιο αντί να αποδεχθεί, μάχεται σθεναρά να ανατρέψει την κρατούσα νομολογία του Εφετείου Δωδεκανήσου και του Αρείου Πάγου. Η νομολογία συγκεκριμένα και σύμφωνα με ακλόνητα ιστορικά στοιχεία, έχει δεχθεί ότι στα μικρά νησιά της Δωδεκανήσου, δηλαδή σε αυτά που δεν υποτάχθηκαν στους Οθωμανούς δια πολέμου (δεν ήταν «δορυάλωτα» όπως η Ρόδος και η Κως ), λόγω, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο προνομίων που έτυχαν, δεν είχαν δημόσια κτήματα, όπως για τον ίδιο λόγο δεν είχαν επίσης και όλα τα άλλα νησιά ολόκληρου του Αιγαίου. Το Δημόσιο όμως, σύμφωνα προφανώς με τις εντολές, γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και τη διαχρονική και ανεξάρτητη κυβερνήσεων πολιτική των αρμόδιων Διευθύνσεων δημόσιας περιουσίας του Υπουργείου Οικονομίας και τις παγιωμένες θέσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αντιστέκεται και επιδιώκει να ανατρέψει την παραπάνω κρατούσα νομολογία, υπερασπιζόμενο ότι το καθεστώς των μη «δορυάλωτων» νησιών ισχύει μόνο για τις Κυκλάδες και όχι και για τα Δωδεκάνησα, βάζοντας του Δωδεκανήσιους σε δεύτερη μοίρα… . Μάλιστα κατά καιρούς το Δημόσιο με τις εμμονές αυτές, πετυχαίνει αποσπασματικά την έκδοση δικαστικών αποφάσεων, που δεν στέκονται καθόλου στο παραπάνω ζήτημα των μη δορυάλωτων νήσων, αλλά μόνο στην απαγορευτική νομοθεσία χρησικτησιών που υπάρχει για τα ακίνητα του Δημοσίου. Γενικότερα το είδος των επιχειρημάτων του Δημοσίου στις δίκες είναι σε διάφορα επίπεδα.
Είτε π.χ. πως η Λέρος αν και μικρό μη δορυάλωτο νησί έχει τόσα πολλά καταγραμμένα δημόσια κτήματα, ξεχνώντας όμως ότι αυτά βρίσκονται κατ΄εξαίρεση μόνο στο Λακκί και αφορούν τις ιταλικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις που έγιναν με ψευδοπαλλοτριώσεις.
Είτε π.χ. πως ο νομοθέτης με κατά καιρούς διατάξεις αποδίδει δημόσια κτήματα και στα νησιά αυτά, χωρίς όμως και πάλι οι διατάξεις αυτές να είναι ποτέ συγκεκριμένες για τα μικρά νησιά και χωρίς ασφαλώς σε ένα κράτος δικαίου ο νομοθέτης να είναι σε θέση να παίρνει περιουσίες τρίτων με νομοθετήματα και χωρίς να προηγούνται νόμιμες απαλλοτριώσεις. Εξ άλλου σύμφωνα με τους νομικούς που συνομίλησε η «δημοκρατική» και ασχολούνται σε βάθος με το θέμα, η αλήθεια που δεν μπορεί να διαψεύσει το Ελληνικό Δημόσιο, είναι ότι για πρώτη φορά στα μικρά νησιά της Δωδεκανήσου ανακάλυψε και συνεχίζει να ανακαλύπτει δημόσια κτήματα, με αφορμή τη δημιουργία των Κτηματολογίων και με τον παραπάνω μάλιστα τρόπο και διαδικασίες, αναστατώνοντας τις κοινωνίες των νησιών.
Επίσης μεγάλη και απόλυτα συναφής με το θέμα αδικία που υπάρχει και που συντελείται κατά της Δωδεκανήσου, είναι ότι από το παραπάνω τεκμήριο επί δασικών εκτάσεων που έχει το Δημόσιο σύμφωνα με την δασική νομοθεσία, εξαιρέθηκαν όλα τα νησιά της χώρας ως μη «δορυάλωτα», όχι όμως και τα μη «δορυάλωτα» νησιά της Δωδεκανήσου.
Θυμίζουμε βέβαια ότι η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου και προσωπικά ο περιφερειάρχης κ. Γ. Χατζημάρκος με την νομική υποστήριξη του νομικού συμβούλου του Δήμου Ρόδου κ. Θ. Παπαγεωργίου, έχει αναδείξει εδώ και δύο περίπου χρόνια το θέμα, χωρίς όμως μέχρι τώρα ανταπόκριση, αν και η επίλυση του είναι βέβαιο ότι θα εκτόνωνε σημαντικά την όλη υπόθεση και θα ανακούφιζε τις κοινωνίες των νησιών.
Τέλος σύμφωνα με τους νομικούς συνομιλητές της «δημοκρατικής» που ασχολούνται με το θέμα, καταλυτική για το όλο θέμα και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και στο νομικό εκτόπισμα της, υπήρξε και η αιτιολόγηση πρόσφατης σχετικά απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (251/2018 Πρόεδρος κ. Θ. Πατρώνα, Εισηγητής κ. Π.Πρέκας).
Το Εφετείο Δωδεκανήσου έκρινε συγκεκριμένα ότι το Δημόσιο δεν μπορεί για το ζήτημα των δημοσίων κτημάτων στη Δωδεκάνησο, να στηρίζεται στην ερμηνεία της Συνθήκης των Παρισίων, που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 423/1947 και να επικαλείται το άρθρο 14 , με το οποίο ορίζεται ότι η Ιταλία εκχωρεί στην Ελλάδα εν πλήρει κυριαρχία τις νήσους της Δωδεκανήσου. Κατά τη κρίση του Δικαστηρίου είναι σαφές ότι η Συνθήκη των Παρισίων είναι για διακρατική Συνθήκη, με την οποία μεταβάλλεται το κυριαρχικό καθεστώς σε συγκεκριμένα εδάφη και ότι η «πλήρης κυριαρχία» στο κείμενο της Συνθήκης, δεν μπορεί να ταυτισθεί εννοιολογικά με την «ιδιοκτησία.
Η ερμηνεία συνεπώς της Συνθήκης δεν μπορεί, κατά την άποψη του Δικαστηρίου να είναι ότι με την υπογραφή της, το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη ιδιοκτήτης των νήσων που αναφέρονται σε αυτή, αλλά ότι στην πραγματικότητα όταν τίθεται ζήτημα κυριότητας στη μη δορυάλωτη Δωδεκάνησο, στα πλην Ρόδου και Κω δηλαδή νησιά της, δεν θα πρέπει να θεωρείται υφιστάμενο άνευ ετέρου το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά πρέπει να ερευνάται κατά περίπτωση κατά πόσο υφίστατο προηγουμένως ιδιωτική ιδιοκτησία. Με όλες αυτές πτυχές της υπόθεσης, οι Βουλευτές του Νομού, πραγματικά και μέσω της «δημοκρατικής» μεταφέροντας την αγωνία του κόσμου καλούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Καθώς πέρα από τις πολύ σοβαρές ήδη σημερινές κοινωνικές, οικονομικές αλλά και εθνικές διαστάσεις για τη Δωδεκάνησο, το θέμα σε λίγο θα επεκταθεί και σε άλλα νησιά όπως η Κάρπαθος, η Τήλος, η Χάλκη και το Καστελλόριζο στα οποία από πέρυσι ξεκίνησε και γι αυτά η διαδικασία σύνταξης των Κτηματολογίων τους.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ