- Η Τουρκία επανέρχεται σε πιο διεκδικητική ρητορική, απομακρυνόμενη από τη λογική των «ήρεμων νερών», λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
- Η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ προκαλεί έντονη αντίδραση στην Άγκυρα, καθώς η Τουρκία αισθάνεται ότι περικυκλώνεται από αυτές τις χώρες.
- Οι ενεργειακές έρευνες νοτίως της Κρήτης και η επανέναρξη του καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου εντείνουν τις αμφισβητήσεις από την Τουρκία.
- Ο καθηγητής Συρίγος τονίζει την ανάγκη η Ελλάδα να αναλάβει πιο ενεργό γεωπολιτικό ρόλο και να αποτουρκοποιήσει την πολιτική της.
Ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και βουλευτής Α’ Αθήνας της ΝΔ μιλά για την επιστροφή της Τουρκίας σε μια πιο διεκδικητική ρητορική, το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την αποτρεπτική ισχύ και την ανάγκη η Ελλάδα να αναλάβει πιο ενεργό γεωπολιτικό ρόλο.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει πεδίο έντονων γεωπολιτικών ανταγωνισμών, ο κ. Άγγελος Συρίγος εκτιμά ότι η Τουρκία απομακρύνεται από τη λογική των «ήρεμων νερών» και επανέρχεται σε μια πιο ενεργητική πολιτική αμφισβητήσεων. Ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και βουλευτής Α’ Αθήνας της ΝΔ συνδέει αυτή την εξέλιξη με τις ενεργειακές έρευνες νοτίως της Κρήτης, την πορεία του καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου και, κυρίως, τη στενότερη αμυντική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια λογική αντίδρασης στις κινήσεις της Άγκυρας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, η Ελλάδα πρέπει να «αποτουρκοποιήσει» την πολιτική της και να καταστεί πιο ενεργός γεωπολιτικός παράγοντας στην ευρύτερη περιοχή, επενδύοντας σε συμφέροντα, συνεργασίες και συμμαχίες.
• Κύριε Συρίγο, στην Ρόδο και στα Δωδεκάνησα παρακολουθούμε διαρκώς και πάντα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, την τουρκική ρητορική και τις κινήσεις της Άγκυρας. Πώς βλέπετε την κατάσταση αυτή την περίοδο;
Είναι γεγονός ότι η Τουρκία, εδώ και περίπου ενάμιση μήνα, δείχνει ότι έχει επιλέξει να απομακρυνθεί από τη λογική που είχαμε ονομάσει «ήρεμα νερά». Υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι που συνδέονται με αυτή την αλλαγή.
Ο πρώτος είναι οι έρευνες που πρόκειται να κάνει η Chevron νοτίως της Κρήτης. Στο μέτρο που αυτές περιλαμβάνουν περιοχές οι οποίες βρίσκονται μέσα σε εκείνες που προβλέπει το τουρκολιβυκό μνημόνιο, αμφισβητούν στην πράξη τη λογική αυτού του μνημονίου.
Ο δεύτερος λόγος αφορά στην επανέναρξη των εργασιών για την πόντιση του καλωδίου μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, με την είσοδο της γαλλικής εταιρείας Meridian. Η αλλαγή αυτή έχει ενοχλήσει την Τουρκία.
Το κύριο σημείο, όμως, που προκαλεί έντονη αντίδραση στην Άγκυρα είναι η στενή αμυντική συνεργασία μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
• Γιατί θεωρείτε ότι η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ προκαλεί τόσο έντονη αντίδραση από την Τουρκία;
Η Τουρκία αισθάνεται ότι περικυκλώνεται. Και το συναίσθημα είναι κάτι που δεν ελέγχεται εύκολα. Δεν έχει σημασία μόνο αν τα δεδομένα είναι αντικειμενικά έτσι ή όχι. Αν κάποιος αισθάνεται ότι περικυκλώνεται, αντιδρά με βάση αυτή την αντίληψη.
Στην περίπτωση της Τουρκίας, το Ισραήλ θεωρείται αυτή τη στιγμή ο κύριος αντίπαλός της στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Η συνεργασία, λοιπόν, Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον που η Άγκυρα παρακολουθεί στενά.

• Η επανέναρξη της διαδικασίας για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία.
Βεβαίως. Η Τουρκία θεωρούσε ότι το ζήτημα του καλωδίου είχε ουσιαστικά κλείσει. Με τα επεισόδια που είχαν προηγηθεί στην Κάσο και βορείως της Κρήτης, θεωρούσε ότι η ελληνική πλευρά είχε υποχωρήσει.
Η είσοδος της γαλλικής εταιρείας Meridian, το αυξημένο γαλλικό ενδιαφέρον και η ανακοίνωση από την ελληνική πλευρά ότι θα ξαναρχίσουν οι εργασίες για την πόντιση του καλωδίου αποτέλεσαν, κατά την εκτίμησή μου, το τελευταίο στοιχείο που επανέφερε την Τουρκία στην παλαιότερη λογική της αμφισβήτησης.
• Μιλάμε, δηλαδή, για επιστροφή στην παλαιότερη τουρκική πολιτική;
Σε μεγάλο βαθμό ναι, αλλά υπάρχει μια διαφοροποίηση. Η Τουρκία περνά πλέον σε μια λογική σύμφωνα με την οποία θεωρεί ότι είναι το ηγεμονικό κράτος στην περιοχή και ότι δεν μπορεί να γίνεται τίποτε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της.
Αυτό αφορά μια σειρά ζητημάτων. Από την πόντιση ενός καλωδίου έως την τοποθέτηση αμυντικών όπλων στα ελληνικά νησιά ή ακόμη και την παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού στο Καστελλόριζο. Η λογική ότι για τέτοιες ενέργειες χρειάζεται η άδεια της Τουρκίας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
• Ποιος είναι ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών μέσα σε αυτή την εξίσωση;
Πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα από την αμερικανική σκοπιά. Εμείς έχουμε την τάση να αντιλαμβανόμαστε την κατάσταση αντιπαραθετικά, ως Ελλάδα και Τουρκία. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως, κάθε χώρα έχει τον δικό της ρόλο στην περιοχή, ανάλογα με τα αμερικανικά συμφέροντα.
Η Τουρκία έχει τη δική της γεωπολιτική χρησιμότητα σε περιοχές όπως η Συρία, η Μέση Ανατολή και ο Καύκασος. Η Ελλάδα έχει τη δική της σημασία για την αμερικανική αντίληψη στην περιοχή και ιδιαίτερα σε σχέση με τα Βαλκάνια.
Δεν πρέπει, επομένως, να αντιμετωπίζουμε την αμερικανική πολιτική με τα δεδομένα της δεκαετίας του 1980. Το βασικό αμερικανικό ζητούμενο είναι η εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων.
• Έχετε χρησιμοποιήσει μια χαρακτηριστική φράση, ότι η Ελλάδα πρέπει να «αποτουρκοποιήσει» την εξωτερική της πολιτική. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;
Επί πολλά χρόνια η ελληνική εξωτερική πολιτική είναι προσαρμοσμένη στην τουρκική εξωτερική πολιτική. Κάνει κάτι η Τουρκία, απαντάμε εμείς. Είναι μια σχέση δράσης και αντίδρασης. Θα έλεγα ότι είμαστε κάτι σαν κισσός πάνω στην τουρκική εξωτερική πολιτική.
Για να μπορέσουμε, όμως, να αντιμετωπίσουμε την Τουρκία, πρέπει να πάρουμε πρωτοβουλίες. Πρέπει να γίνουμε ένας δραστήριος και ζωτικός γεωπολιτικός παίκτης στην ευρύτερη περιοχή. Να κινηθούμε πέρα από την Τουρκία και να έχουμε δική μας ατζέντα.
Αυτό σημαίνει να συμμετέχουμε ενεργά στα περιφερειακά δρώμενα, να δημιουργούμε συμφέροντα, να αναπτύσσουμε συνεργασίες και να οικοδομούμε σχέσεις που ενισχύουν τη θέση της χώρας.
• Μπορείτε να δώσετε ένα παράδειγμα αυτής της διαφορετικής προσέγγισης;
Ένα παράδειγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ελλάδα κινήθηκε κατά τον πόλεμο του Κόλπου. Η Ελλάδα κάλυψε αμυντικά την Κύπρο, τη Βουλγαρία και, σε έναν βαθμό, τη Σαουδική Αραβία, ενώ προσέφερε στρατιωτικό υλικό στο Κατάρ και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Αυτό είναι μια άλλη διάσταση της εξωτερικής πολιτικής. Δεν αρκεί να είμαστε παθητικός παίκτης ή απλώς ένας παράγοντας που ενδιαφέρεται για την ειρήνη. Πρέπει να συμμετέχουμε στα γεγονότα και να αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες.
• Παράλληλα, όμως, υπάρχει διαρκώς η συζήτηση για το ενδεχόμενο μιας ελληνοτουρκικής κρίσης. Πόσο πιθανό είναι να ρισκάρει η Τουρκία ένα θερμό επεισόδιο;
Η λογική της αποτροπής είναι ακριβώς αυτή. Ακούμε συχνά την κριτική ότι είναι υπερβολικές οι αγορές αμυντικών συστημάτων από την Ελλάδα. Γιατί χρειαζόμαστε F-16, Rafale, F-35 ή φρεγάτες Belharra;
Η απάντηση είναι ότι αυτά τα συστήματα δεν αγοράζονται για να επιτεθεί η Ελλάδα στην Τουρκία. Αφορούν στην αποτροπή. Για να μπορούν οι κάτοικοι της Ρόδου και των άλλων νησιών να εργάζονται, να ασκούν ελεύθερα τις οικονομικές τους δραστηριότητες και να κυκλοφορούν χωρίς να αισθάνονται ότι απειλούνται, χρειάζεται ασφάλεια.
Η αποτρεπτική ισχύς στέλνει το μήνυμα ότι, σε περίπτωση επίθεσης, το κόστος για εκείνον που θα την επιχειρήσει θα είναι πολύ μεγαλύτερο από οποιοδήποτε όφελος θα μπορούσε να προσδοκά.
• Άρα θεωρείτε ότι ο στόχος της Τουρκίας είναι περισσότερο η πίεση μέσω της απειλής παρά η πραγματική σύγκρουση;
Η εκτίμησή μου είναι ότι αυτό που ενδιαφέρει την Τουρκία είναι να πετύχει πράγματα διά της απειλής και όχι κατ’ ανάγκην διά της χρήσεως βίας. Να δημιουργήσει την εντύπωση ότι υπάρχουν προβλήματα και να οδηγήσει την άλλη πλευρά σε υποχώρηση.
Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η Ελλάδα πρέπει να διαθέτει ισχυρή αποτρεπτική δυνατότητα, αλλά ταυτόχρονα να έχει ενεργή εξωτερική πολιτική.
• Οι συμμαχίες αρκούν για να διασφαλίσουν την ελληνική θέση;
Μέχρι σήμερα βασιζόμαστε σε δύο πυλώνες: ο ένας είναι η ισχυρή άμυνα, την οποία συνεχίζουμε να ενισχύουμε, και ο δεύτερος είναι οι ισχυρές συμμαχίες. Τα τελευταία χρόνια, όμως, αποδείχθηκε ότι οι συμμαχίες δεν αποτελούν πάντα «ασφαλή λιμάνια».
Στην κρίση του «Ορούτς Ρέις» το 2020, για παράδειγμα, διαπιστώσαμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έδειξαν ιδιαίτερη διάθεση να παρέμβουν, ενώ η Γερμανία προσπάθησε να παρέμβει χωρίς να καταφέρει ιδιαίτερα πράγματα.
Και σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, είναι λάθος να την αντιμετωπίζουμε ως ένα ενιαίο σύνολο με κοινά αλτρουιστικά συναισθήματα. Κάθε κράτος έχει τα δικά του συμφέροντα. Τα συμφέροντα είναι αυτά που τελικά δένουν τα κράτη μεταξύ τους.
• Ποια είναι, επομένως, η στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει η Ελλάδα;
Πρέπει να γίνουμε ζωτικός γεωπολιτικός παίκτης. Να κινηθούμε δημιουργώντας συμφέροντα, δημιουργώντας συμμαχίες και παίζοντας στην ευρύτερη περιοχή.
Δεν είναι ότι δεν το κάνουμε. Έχουμε ξεκινήσει εδώ και μερικά χρόνια. Οι σχέσεις και οι συνεργασίες μας με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, οι προσπάθειες με την Ιορδανία και την Ινδία, όλα αυτά αποτελούν τμήμα αυτής της λογικής.
Χρειάζεται, όμως, να το κάνουμε πιο έντονα, γιατί την ίδια στιγμή και η Τουρκία αναπτύσσεται πολύ πιο έντονα. Το ζητούμενο είναι η Ελλάδα να μην περιορίζεται στο να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να αντιδρά σε αυτές, αλλά να έχει πρωτοβουλία, να δημιουργεί σχέσεις και συμφέροντα και να διαμορφώνει η ίδια, στον βαθμό που μπορεί, το γεωπολιτικό περιβάλλον της.








Σχολιασμός Άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
Υπενθύμιση:
Για την μερική αναπαραγωγή της είδησης από άλλες ιστοσελίδες είναι απαραίτητη η χρήση του παρακάτω παρεχόμενου συνδέσμου παραπομπής προς το άρθρο της Δημοκρατικής.