- Η εισαγγελική πρόταση ζητά την παραπομπή 48χρονου Ουκρανού στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Τσιαντή.
- Οι σχέσεις μεταξύ του κατηγορουμένου και του θύματος ήταν τεταμένες, με οικονομικές διαφορές και προηγούμενα περιστατικά έντονης αντιπαράθεσης.
- Ο Τσιαντής είχε κατονομάσει τον κατηγορούμενο ως δράστη κλοπής στην οικία του, λίγες εβδομάδες πριν τον θάνατό του.
- Σημαντικό στοιχείο είναι η καταγεγραμμένη συνομιλία του κατηγορουμένου που δείχνει έλλειψη συγκίνησης για τον θάνατο του θύματος και αναφορά σε σχέδια για παραποίηση εγγράφων.
• Η εισαγγελική πρόταση προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου ζητά την παραπομπή 48χρονου ουκρανικής καταγωγής στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, περιγράφοντας θάνατο διά στραγγαλισμού, μεταφορά της σορού σε γκρεμό και μεθοδική προσπάθεια παραπλάνησης των Αρχών
Μια υπόθεση που ξεκίνησε ως πιθανό θανατηφόρο τροχαίο σε ερημική επαρχιακή οδό της Ρόδου και εξελίχθηκε σε δικογραφία για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως οδεύει πλέον προς το ακροατήριο. Οπως απεκάλυχε χθες η «δημοκρατική», η εισαγγελική πρόταση που εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου ζητά την παραπομπή 48χρονου ουκρανικής καταγωγής στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου, προκειμένου να δικαστεί για τον θάνατο του Κωνσταντίνου Τσιαντή, συνταξιούχου που εντοπίστηκε νεκρός σε γκρεμό στις 7 Μαΐου 2025, καθώς και τη διατήρηση της προσωρινής του κράτησης έως την οριστική εκδίκαση της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αρνείται κατηγορηματικά κάθε εμπλοκή του.
Η γνωριμία, η συνεργασία και οι οικονομικές διαφορές
Ο Κωνσταντίνος Τσιαντής, ημεδαπός συνταξιούχος με σημαντική ακίνητη περιουσία στο νησί, μεταξύ της οποίας και ένα ξενοδοχείο που σκόπευε να λειτουργήσει κατά την τουριστική περίοδο, είχε γνωριστεί με τον κατηγορούμενο πριν από 4 έτη περίπου, όταν ο τελευταίος είχε μισθώσει δωμάτια στο ξενοδοχείο του για επαγγελματική εκμετάλλευση. Από τα μέσα Μαρτίου 2025 οι δύο άνδρες φέρονται να είχαν συμφωνήσει να συνεργαστούν για την ανακαίνιση και τη λειτουργία του ξενοδοχείου, ενώ ο κατηγορούμενος εμφανίζεται να είχε πυκνή παρουσία στην οικία του θύματος, με μαρτυρίες να κάνουν λόγο ακόμη και για συγκατοίκηση.
Οι σχέσεις τους ωστόσο, σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση, ήταν τεταμένες. Μάρτυρας περιγράφει δύο περιστατικά έντονης αντιπαράθεσης με αφορμή χρηματικές οφειλές, εκ των οποίων στο ένα ο κατηγορούμενος φέρεται να εκτόξευσε αντικείμενα, προκαλώντας φόβο στον παριστάμενο. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, τον Απρίλιο του 2025, η οικία του θύματος είχε γίνει στόχος κλοπής με λεία 15.000 ευρώ και 6 χρυσά στυλό συνολικής αξίας 7.500 ευρώ, ενώ οι δράστες είχαν γράψει με σπρέι στους τοίχους τις λέξεις «κλέφτης» και «απατεώνας». Ο ίδιος ο Τσιαντής είχε κατονομάσει τότε στις Αρχές ως δράστη τον κατηγορούμενο. Στοιχείο που αξιολογείται ιδιαίτερα είναι καταγεγραμμένη συνομιλία του κατηγορουμένου λίγες ημέρες μετά τον θάνατο, στην οποία εμφανίζεται να αποκαλεί το θύμα «ηλίθιο», να μην εκφράζει κανένα ίχνος συγκίνησης και να αναφέρεται στην ανάγκη να αποκτήσει ένα «ψεύτικο» έγγραφο ώστε να είναι «καλυμμένος», γεγονός που κατά την εισαγγελική εκτίμηση παραπέμπει σε πρόθεση ιδιοποίησης περιουσιακού στοιχείου του θανόντος.
Το χρονικό της 1ης Μαΐου 2025
Η κρίσιμη ημέρα ξεκινά με μια αποτυχημένη απόπειρα. Το πρωί της 1 Μαΐου 2025 ο κατηγορούμενος φέρεται να επιχείρησε να μισθώσει αυτοκίνητο από εταιρεία ενοικιάσεων επιδεικνύοντας το δίπλωμα οδήγησης του Τσιαντή, χωρίς αποτέλεσμα. Τις μεσημβρινές ώρες της ίδιας ημέρας ο Τσιαντής μίσθωσε ο ίδιος δίκυκλη μοτοσικλέτα από κατάστημα της πόλης της Ρόδου για 1 ημέρα, κίνηση που κρίθηκε καθ’ όλα ύποπτη, καθώς ο ίδιος είχε στην κατοχή του 3 μοτοσικλέτες, απέφευγε το τελευταίο διάστημα να οδηγεί δίκυκλα και είχε αναφέρει στη σύζυγό του ότι λόγω της βροχής δεν είχε προγραμματίσει τίποτα για την αργία της Πρωτομαγιάς.
Το βράδυ της ίδιας ημέρας, μεταξύ 20:00 και 21:00, το θύμα και ο κατηγορούμενος δείπνησαν μαζί σε κατάστημα εστίασης χωριού του νησιού, όπου ο Τσιαντής εθεάθη ζωντανός για τελευταία φορά. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, σε χρόνο που δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια, πάντως εντός του διαστήματος από τις 21:40 έως τις 22:50, ο κατηγορούμενος, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση, φέρεται να πίεσε με τα χέρια του τις πλάγιες επιφάνειες του τραχήλου του θύματος, προκαλώντας διά στραγγαλισμού τον ασφυκτικό του θάνατο.
Οι νυχτερινές διαδρομές και η σκηνοθεσία
Η συνέχεια, όπως ανασυντίθεται από βιντεοληπτικό υλικό και τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, περιγράφεται ως μια προσεκτικά μεθοδευμένη επιχείρηση συγκάλυψης. Στις 22:52 ο κατηγορούμενος φέρεται να κινήθηκε με τη μισθωμένη μοτοσικλέτα και με το κινητό τηλέφωνο του θύματος προς ερημικό σημείο επαρχιακής οδού, όπου παρέμεινε επί 2 ώρες περίπου αναζητώντας, κατά την εισαγγελική εκτίμηση, τον κατάλληλο χώρο για να στηθεί το σκηνικό ενός τροχαίου. Η διαδρομή αυτή, σημειώνεται, ουδόλως συνάδει με τις συνήθειες του θύματος, το οποίο κατά τα οικεία του πρόσωπα δεν χρησιμοποιούσε ποτέ τη συγκεκριμένη οδό.
Στη 01:21 της 2 Μαΐου 2025 ο κατηγορούμενος φέρεται να εγκατέλειψε στο σημείο τη μοτοσικλέτα και το τηλέφωνο του θύματος και να αποχώρησε πεζός, καλώντας ραδιοταξί από στάση λεωφορείου του κοντινότερου χωριού. Ο οδηγός τον παρέλαβε μουσκεμένο από τη βροχή και τον αποβίβασε στην πόλη της Ρόδου στις 02:07. Μόλις 29 λεπτά αργότερα καταγράφεται να επιβαίνει σε λευκό ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε εκείνη την περίοδο για τις μετακινήσεις του, με το οποίο, κατά την εισαγγελική πρόταση, μετέφερε τη σορό του Τσιαντή στο ίδιο σημείο. Εκεί παρέμεινε για 38 λεπτά, χρόνος κατά τον οποίο φέρεται να έριξε το πτώμα σε γκρεμό βάθους 4 μέτρων περίπου και στη συνέχεια να κατακρήμνισε επάνω του τη μοτοσικλέτα, ώστε ο θάνατος να εμφανιστεί ως αποτέλεσμα τροχαίου ατυχήματος ή ακόμη και αυτοχειρίας. Αξιοσημείωτο κρίνεται ότι κατά το κρίσιμο νυχτερινό διάστημα η τηλεφωνική σύνδεση του κατηγορουμένου, που καθ’ όλη την ημέρα είχε συνεχή χρήση δεδομένων, εμφανίζει πλήρη σιγή, η οποία διακόπτεται 14 λεπτά μετά την απομάκρυνσή του από την περιοχή.
Το ύποπτο μήνυμα και οι ανώνυμες κλήσεις στο 112
Την ίδια στιγμή που ο Τσιαντής φερόταν ζωντανός, τα ίχνη του είχαν ήδη χαθεί. Στις 14:19 της 1 Μαΐου εστάλη από το τηλέφωνό του μήνυμα προς τη σύζυγό του με το περιεχόμενο ότι βρισκόταν «με παρέα στην Λίνδο». Η ίδια το θεώρησε αμέσως ύποπτο, τόσο επειδή περιείχε διπλό κόμμα, σημείο στίξης που ο σύζυγός της δεν χρησιμοποιούσε αλλά εντοπίστηκε σε γραπτό μήνυμα του κατηγορουμένου, όσο και επειδή η κεραία που ενεργοποιήθηκε βρισκόταν στο κέντρο της πόλης της Ρόδου. Ενδεικτικό της ανατροπής της καθημερινότητας του θύματος είναι ότι, ενώ τις προηγούμενες ημέρες πραγματοποιούσε δεκάδες τηλεφωνικές επικοινωνίες, με 44 καταγεγραμμένες στις 29 Απριλίου, την ημέρα της Πρωτομαγιάς δεν υπήρξε καμία.
Ακολούθησε, σύμφωνα με τη δικογραφία, η δεύτερη φάση του σχεδίου, η καθοδήγηση των Αρχών προς το σημείο. Στις 5 και 6 Μαΐου 2025 πραγματοποιήθηκαν 6 κλήσεις προς τον ευρωπαϊκό αριθμό έκτακτης ανάγκης 112 από τηλεφωνική συσκευή που ανήκε στο θύμα και δεν έφερε κάρτα SIM. Στις συνομιλίες που καταγράφηκαν, άγνωστος άνδρας που μιλούσε ελληνικά και αγγλικά με ρωσόφωνη προφορά περιέγραφε τροχαίο με πεσμένα άτομα και μοτοσικλέτα κάτω από δρόμο, δίνοντας κάθε φορά διαφορετικό όνομα και αρνούμενος να αφήσει στοιχεία επικοινωνίας. Στις 7 Μαΐου, τέλος, ο ίδιος φέρεται να τηλεφώνησε στον υπεύθυνο της εταιρείας από την οποία είχε μισθωθεί η μοτοσικλέτα, χρησιμοποιώντας τη συσκευή ανυποψίαστης υπαλλήλου τουριστικού γραφείου στην οποία εμφανίστηκε ως πελάτης. Ισχυρίστηκε ότι ως διερχόμενος αναγνώρισε το δίκυκλο από αυτοκόλλητο με την επωνυμία της εταιρείας, ισχυρισμός που κατά την εισαγγελική πρόταση ήταν αδύνατος, αφού το αυτοκόλλητο βρισκόταν στον ανεμοθώρακα με την εξωτερική πλευρά στραμμένη προς το έδαφος και δεν ήταν ορατό από τον δρόμο. Το ίδιο βράδυ, στις 20:00 της 7 Μαΐου 2025, αστυνομικοί με τη συνδρομή εθελοντών εντόπισαν στον γκρεμό τη σορό του Κωνσταντίνου Τσιαντή, με το κεφάλι σφηνωμένο ανάμεσα σε βράχια και τη μοτοσικλέτα επάνω του.
Τα επιστημονικά ευρήματα που «γκρέμισαν» το σενάριο του τροχαίου
Η ιατροδικαστική εξέταση, λόγω της προχωρημένης αποσύνθεσης, δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορίσει με βεβαιότητα τον μηχανισμό του θανάτου, χαρακτηρίζοντας αιτία και είδος ως απροσδιόριστα. Η ιατροδικαστής ωστόσο δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας, αναφέροντας ως πιθανούς μηχανισμούς την πρόκληση ασφυξίας με απόφραξη των αναπνευστικών οδών ή την πρόκληση εγκεφαλικής ανοξίας μέσω πίεσης στις πλάγιες επιφάνειες του τραχήλου, ενώ επισήμανε ότι στο πτώμα και στα ενδύματα δεν εντοπίστηκαν οι χαρακτηριστικές εκδορές προστριβής στο οδόστρωμα που παρατηρούνται κατά κανόνα σε ανατροπές δικύκλων.
Καθοριστική υπήρξε και η πορεία της τεχνικής πραγματογνωμοσύνης. Η αρχική εκτίμηση περί εκτροπής και ανατροπής της μοτοσικλέτας ανατράπηκε όταν διαπιστώθηκε ότι οι φθορές και τα κλαδιά που είχαν αξιολογηθεί δημιουργήθηκαν κατά την ανάσυρση του δικύκλου από τον γκρεμό και ότι η τελευταία καταγεγραμμένη πορεία του ήταν αντίθετη από εκείνη που είχε υποτεθεί. Στη συμπληρωματική του έκθεση ο πραγματογνώμονας κατέληξε ότι η τελική θέση της μοτοσικλέτας δεν είναι δυνατόν να αποτελεί συνέπεια τροχαίου, εκτίμησε σε ποσοστό μικρότερο του 1% την πιθανότητα το κλειδί να γύρισε μόνο του στη θέση «OFF» κατά την πρόσκρουση και χαρακτήρισε σχεδόν απίθανη την αποβολή του υποδήματος του αναβάτη υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Πρόσθετο βάρος στο κατηγορητήριο προσδίδει το γεγονός ότι μετά τον θάνατο του Τσιαντή καταγράφηκαν συνδέσεις στον λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του, ενώ σε τηλεφωνική συσκευή που του ανήκε ενεργοποιήθηκε στις 9 Μαΐου 2025 η τηλεφωνική σύνδεση του κατηγορουμένου, ο οποίος έκτοτε φέρεται να τη χρησιμοποιούσε αποκλειστικά.
Η απολογία και η γραμμή της υπεράσπισης
Ο 48χρονος, απολογούμενος στις 2 Απριλίου 2026 ενώπιον του Ανακριτή, αρνήθηκε κατηγορηματικά την πράξη. Υποστήριξε ότι διατηρούσε φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις με το θύμα, το οποίο του όφειλε περίπου 650 ευρώ για εργασίες, ότι τον αποχωρίστηκε το μεσημέρι της 1 Μαΐου μετά τη μίσθωση της μοτοσικλέτας και ότι έκτοτε αγνοούσε τις κινήσεις του. Πρόβαλε άλλοθι για τις απογευματινές και βραδινές ώρες, αρνήθηκε ότι οδηγούσε τα επίμαχα οχήματα και δήλωσε άγνοια για τις κλήσεις στο 112, για την κλήση προς το ραδιοταξί από το προσωπικό του τηλέφωνο και για την ενεργοποίηση της σύνδεσής του στη συσκευή του θανόντος. Την αναχώρησή του για τη Γερμανία, όπου συνελήφθη στις 22 Ιανουαρίου 2026 σε εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, την απέδωσε αποκλειστικά σε αναζήτηση εργασίας. Η εισαγγελική πρόταση αντιτείνει ότι οι ισχυρισμοί του δεν επιβεβαιώνονται από το αποδεικτικό υλικό, εμφανίζουν ουσιώδεις αντιφάσεις και αφήνουν αναπάντητα τα κρίσιμα ευρήματα που τον συνδέουν με την υπόθεση, ενώ σημειώνει και τη μεταβολή της περιγραφής του θύματος από «άτομο με ψυχολογικά προβλήματα» σε «καλό άνθρωπο» μεταξύ κατάθεσης και απολογίας.
Την υπεράσπιση του κατηγορουμένου έχει αναλάβει η δικηγόρος κ. Μαρία Πετρά. Για την υποστήριξη της κατηγορίας παρίστανται, εκ μέρους του αδελφού του θύματος Βασιλείου Τσιαντή, η δικηγόρος κ. Στεφανία Κουλούμπρη, ενώ τη σύζυγο του θανόντος εκπροσωπεί ο δικηγόρος κ. Στυλιανός Κιουρτζής. Στο πλευρό της οικογένειας έχουν παραστεί κατά την πορεία της υπόθεσης και οι κ.κ. Μηνάς Τσέρκης, Μαρίνα Κρανίτη Τσέρκη και Χάρης Διακοσάββας.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε




.gif)


















