- Η Ελλάδα παραμένει δημοφιλής τουριστικός προορισμός, αλλά οι αφίξεις το 2024 αυξάνονται με πιο συγκρατημένους ρυθμούς σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
- Η ζήτηση μετατοπίζεται από το παραδοσιακό καλοκαιρινό τρίμηνο, με περιοχές όπως το Νότιο Αιγαίο και η Κρήτη να καταγράφουν τις περισσότερες αφίξεις αλλοδαπών.
- Ο εσωτερικός τουρισμός στηρίζεται σε περιοχές με μεγάλη πληθυσμιακή βάση, με την Αττική και την Κεντρική Μακεδονία να παραμένουν ισχυροί προορισμοί.
- Τα Ιόνια Νησιά καταγράφουν τη μεγαλύτερη αύξηση στον εγχώριο τουρισμό, ενώ η Ήπειρος χάνει έδαφος στους αλλοδαπούς επισκέπτες αλλά κερδίζει στον εσωτερικό τουρισμό.
Η Ελλάδα συνεχίζει να γεμίζει με τουρίστες, όμως η εικόνα του 2024 δείχνει μια αγορά που αλλάζει ρυθμό. Οι αφίξεις αυξάνονται πιο συγκρατημένα, οι περιφέρειες κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες και η μεγάλη μάχη δίνεται πλέον στην επιμήκυνση της σεζόν.
Με γεμάτους προορισμούς, αλλά χωρίς την «έκρηξη» των προηγούμενων ετών, κινείται πλέον ο ελληνικός τουρισμός, καθώς τα στοιχεία του ΙΟΒΕ για τις ελληνικές περιφέρειες δείχνουν ότι η αγορά περνά σε νέα φάση: λιγότερο άναρχη ανάπτυξη, περισσότερη ωρίμανση, πιο έντονες διαφοροποιήσεις ανά περιοχή και μια καθαρή μετατόπιση της ζήτησης εκτός του στενού καλοκαιρινού πυρήνα.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να προσελκύει υψηλούς αριθμούς επισκεπτών, όμως το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται στο πού ανεβαίνει η ζήτηση, ποιοι προορισμοί κερδίζουν έδαφος και ποιοι καταφέρνουν να σπάσουν την παραδοσιακή εξάρτηση από το τρίμηνο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου.
Σύμφωνα με την Έκθεση κοινωνικών και οικονομικών τάσεων στις ελληνικές περιφέρειες του ΙΟΒΕ, η ανοδική πορεία του τουρισμού συνεχίστηκε το 2024, αλλά με πιο ήπιους ρυθμούς σε σχέση με το 2023, όταν οι αυξήσεις στις περισσότερες περιφέρειες ήταν ιδιαίτερα ισχυρές και σε πολλές περιπτώσεις διψήφιες.
Στο επίπεδο των αφίξεων αλλοδαπών σε καταλύματα, η χώρα κατέγραψε το 2024 συνολικά 27.048.172 αφίξεις. Στην κορυφή βρίσκεται το Νότιο Αιγαίο με 7.403.880 αφίξεις, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του ως βασικού διεθνούς τουριστικού πυλώνα της χώρας. Ακολουθεί η Κρήτη με 5.773.707 αφίξεις, η Αττική με 4.142.548, τα Ιόνια Νησιά με 3.100.581 και η Κεντρική Μακεδονία με 2.920.926 αφίξεις αλλοδαπών.
Η εικόνα όμως αλλάζει όταν εξετάζεται ο εγχώριος τουρισμός. Εκεί η Αττική και η Κεντρική Μακεδονία παραμένουν οι ισχυρότεροι προορισμοί, με 1.607.252 και 1.508.061 αφίξεις ημεδαπών αντίστοιχα, ενώ ακολουθεί η Πελοπόννησος με 1.206.142 αφίξεις. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι ο εσωτερικός τουρισμός εξακολουθεί να στηρίζεται σε περιοχές με μεγάλη πληθυσμιακή βάση, εύκολη πρόσβαση και δυνατότητα σύντομων αποδράσεων, με την Πελοπόννησο να επωφελείται ιδιαίτερα από την οδική σύνδεση με την Αττική.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα Ιόνια Νησιά, τα οποία δεν είναι μόνο ο τέταρτος δημοφιλέστερος προορισμός για τους αλλοδαπούς επισκέπτες, αλλά καταγράφουν και τη μεγαλύτερη αύξηση στον εγχώριο τουρισμό, με άνοδο 9,7% το 2024, μετά από αύξηση 19% το 2023.
Στον αντίποδα, η Ήπειρος χάνει έδαφος στη διεθνή αγορά, αλλά αποκτά ισχυρότερο ρόλο ως προορισμός εσωτερικού τουρισμού. Είναι η μοναδική περιφέρεια που καταγράφει διαδοχική μείωση των αλλοδαπών επισκεπτών τόσο το 2023 όσο και το 2024, με πτώση 6,7% και 7% αντίστοιχα. Την ίδια στιγμή, όμως, ενισχύεται στον εγχώριο τουρισμό, με αύξηση 5,3% το 2024, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση μετά τα Ιόνια Νησιά στην άνοδο των ημεδαπών επισκεπτών.
Δυναμική είναι και η πορεία του Βορείου Αιγαίου στη διεθνή αγορά, καθώς οι αλλοδαποί επισκέπτες αυξήθηκαν κατά 17,5% για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Αντίθετα, οι αφίξεις ημεδαπών μειώθηκαν κατά 3,2%, στοιχείο που το ΙΟΒΕ συνδέει με το υψηλό κόστος και τον χρόνο πρόσβασης για τους Έλληνες ταξιδιώτες, αλλά και με την ενίσχυση των απευθείας διεθνών αεροπορικών συνδέσεων. Με απλά λόγια, τα νησιά του Βορείου Αιγαίου φαίνεται να κερδίζουν περισσότερο από το εξωτερικό παρά από την εγχώρια αγορά.
Η Κρήτη, από την άλλη, δείχνει σημάδια ώριμης αγοράς. Η αύξηση των αλλοδαπών επισκεπτών περιορίστηκε στο 1,6% το 2024, μετά από άνοδο 5,7% το 2023, καταγράφοντας τη χαμηλότερη μεταβολή μεταξύ των κύριων τουριστικών προορισμών. Αυτό δεν δείχνει αδυναμία, αλλά περισσότερο έναν προορισμό που έχει ήδη πολύ υψηλή βάση και κινείται πλέον με μικρότερες διακυμάνσεις. Την ίδια ώρα, η Αττική και η Κεντρική Μακεδονία ενισχύουν τη διεθνή τους παρουσία, με αύξηση αλλοδαπών επισκεπτών 3,4% και 7,5% αντίστοιχα, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο τους ως βασικές πύλες εισόδου και πολυλειτουργικοί τουριστικοί προορισμοί.
Σε ενοικιαζόμενα καταλύματα το 22% των διανυκτερεύσεων αλλοδαπών
Σημαντικό κομμάτι της νέας εικόνας αφορά και τα ενοικιαζόμενα καταλύματα. Σε εθνικό επίπεδο, το μερίδιό τους στο σύνολο των διανυκτερεύσεων διαμορφώνεται περίπου στο 22% για τους αλλοδαπούς και στο 25% για τους ημεδαπούς το 2024. Αυτό δείχνει ότι λειτουργούν συμπληρωματικά προς τα ξενοδοχεία, με ελαφρώς μεγαλύτερη σημασία στην εγχώρια ζήτηση.
Η εικόνα όμως διαφέρει έντονα ανά περιφέρεια. Η Ήπειρος εμφανίζει ιδιαίτερα υψηλή εξάρτηση από τα ενοικιαζόμενα καταλύματα στους αλλοδαπούς, με ποσοστό 46,8% το 2024, ενώ στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη και στη Θεσσαλία το αντίστοιχο μερίδιο κινείται περίπου στο 38%-40%. Στα Ιόνια Νησιά, αντίθετα, παρατηρείται σύγκλιση ανάμεσα σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς, καθώς το ποσοστό διανυκτερεύσεων σε ενοικιαζόμενα καταλύματα προσεγγίζει το 30% και για τις δύο κατηγορίες επισκεπτών.
Στους ώριμους διεθνείς προορισμούς, όπως το Νότιο Αιγαίο και η Κρήτη, οι αλλοδαποί εξακολουθούν να στηρίζονται κυρίως στα ξενοδοχειακά καταλύματα, με το μερίδιο των ενοικιαζόμενων να παραμένει χαμηλότερο, περίπου στο 15%-20%. Στους ημεδαπούς, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Στο Νότιο Αιγαίο, το μερίδιο των ενοικιαζόμενων ξεπερνά το 40% την περίοδο 2023-2024, ενώ στην Κρήτη διαμορφώνεται περίπου στο 27%. Αντίστοιχα, στην Πελοπόννησο το ποσοστό των ημεδαπών σε ενοικιαζόμενα φτάνει το 27%, αυξημένο κατά περίπου 7 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2022.
Ποιες περιοχές κερδίζουν στην επιμήκυνση
Το μεγάλο στοίχημα, πάντως, δεν είναι μόνο οι αφίξεις. Είναι η σεζόν. Τα στοιχεία του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι ο τουρισμός στην Ελλάδα παραμένει έντονα εποχικός, με το τρίτο τρίμηνο, δηλαδή Ιούλιο έως Σεπτέμβριο, να παραμένει η περίοδος αιχμής σε όλες τις περιφέρειες. Στο Βόρειο Αιγαίο, μάλιστα, το τρίτο τρίμηνο συγκεντρώνει περίπου το 68% των επισκέψεων, επιβεβαιώνοντας τον πολύ έντονο καλοκαιρινό χαρακτήρα της ζήτησης.
Ωστόσο, σε εθνικό επίπεδο, το μερίδιο του τρίτου τριμήνου υποχωρεί το 2024 κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 2016-2023, ενώ ενισχύεται κυρίως το δεύτερο τρίμηνο. Η τάση αυτή δείχνει μετατόπιση της ζήτησης προς την ενδιάμεση περίοδο, δηλαδή προς μήνες όπως ο Μάιος, ο Ιούνιος, ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος. Πρόκειται για την περίοδο που οι προορισμοί θέλουν να κερδίσουν, καθώς συνδέεται με λιγότερη πίεση, καλύτερη κατανομή εσόδων και πιο βιώσιμη λειτουργία των τοπικών οικονομιών.
Μεταξύ των ισχυρών τουριστικών περιφερειών, η Κεντρική Μακεδονία καταγράφει τη μεγαλύτερη μείωση στη θερινή συγκέντρωση της ζήτησης, με ανακατανομή στα υπόλοιπα τρίμηνα. Αυτό αντανακλά τον πολυδιάστατο χαρακτήρα του τουριστικού προϊόντος της, που δεν εξαντλείται στο κλασικό μοντέλο «ήλιος και θάλασσα», αλλά περιλαμβάνει αστικό, παράκτιο και ορεινό τουρισμό. Αντίστοιχη τάση εμφανίζει και η Αττική, όπου η ενίσχυση του δεύτερου και του τέταρτου τριμήνου οδηγεί σε πιο ισορροπημένο εποχικό πρότυπο.
Η Πελοπόννησος δείχνει επίσης ενδιαφέρουσα μεταβολή, καθώς το ποσοστό της θερινής περιόδου μειώνεται κατά περίπου 5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον μέσο όρο 2016-2023, με ενίσχυση του πρώτου και του τέταρτου τριμήνου. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με το ήπιο κλίμα, την οδική προσβασιμότητα και την παρουσία πολιτιστικών και ορεινών προορισμών, που μπορούν να στηρίξουν επισκεψιμότητα πέρα από το καλοκαίρι.
Στην Κρήτη και στο Νότιο Αιγαίο, δηλαδή στις κατεξοχήν ισχυρές νησιωτικές περιφέρειες, η υποχώρηση του τρίτου τριμήνου υπάρχει, αλλά είναι περιορισμένη, περίπου από 1 έως 1,5 ποσοστιαία μονάδα. Αυτό δείχνει ότι οι μεγάλοι νησιωτικοί προορισμοί έχουν μεν δυνατότητες διεύρυνσης, αλλά παραμένουν πολύ πιο δεμένοι με την καλοκαιρινή ζήτηση. Στα Ιόνια Νησιά, πάντως, καταγράφεται ισχυρότερη ενίσχυση του τέταρτου τριμήνου, στοιχείο που δείχνει μια διαφορετική εποχική δυναμική.
Η Ήπειρος είναι η μοναδική περιφέρεια όπου το τρίτο τρίμηνο αυξάνει το μερίδιό του κατά 4,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον εποχικό μέσο όρο της περιόδου 2016-2023. Δηλαδή, αντί να σπάει η εποχικότητα, ενισχύεται ακόμη περισσότερο το καλοκαιρινό βάρος της ζήτησης.
Η τουριστική εικόνα του 2024 συμπληρώνεται και από τον πολιτισμό, ο οποίος αποκτά αυξανόμενη σημασία μέσα στο συνολικό τουριστικό προϊόν. Οι επισκέψεις στα μουσεία αυξήθηκαν κατά 14,7% σε σχέση με το 2023 και ξεπέρασαν κατά 37% τον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας, ενώ οι αρχαιολογικοί χώροι κατέγραψαν αύξηση 4,5% και βρέθηκαν περίπου 26% πάνω από τον δεκαετή μέσο όρο. Η διαφορά στους ρυθμούς αύξησης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το ΙΟΒΕ συνδέει τη δυναμικότερη άνοδο των μουσείων και με τις κλιματικές συνθήκες του 2024, όταν οι υψηλές θερμοκρασίες οδήγησαν σε προσωρινά κλεισίματα υπαίθριων αρχαιολογικών χώρων, στρέφοντας μέρος των επισκεπτών σε κλειστούς, κλιματιζόμενους χώρους.
Πηγή: tornosnews.gr
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)













